Θ.Κ. Κωνσταντινίδης βιογραφικό σημείωμα περιλήψεις

Comments

Transcription

Θ.Κ. Κωνσταντινίδης βιογραφικό σημείωμα περιλήψεις
Θ. Κ. Κωνσταντινίδης
Καθηγητής Ιατρικής Δ.Π.Θ.
Διευθυντής Εργαστηρίου Υγιεινής
και Προστασίας Περιβάλλοντος
Τμήματος Ιατρικής Δ.Π.Θ.
βιογραφικό σημείωμα
περιλήψεις εργασιών
Αλεξανδρούπολη, 2014
1
Θ. Κ. Κωνσταντινίδης
βιογραφικό σημείωμα
 Γεννήθηκε στη Δράμα το 1962, όπου και ολοκλήρωσε τις σπουδές μέσης εκπαίδευσης στο Λύκειο
Αρρένων Δράμας.
 Πέρασε με εισαγωγικές εξετάσεις στην Ιατρική Σχολή του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης,
από την οποία έλαβε πτυχίο το 1990.
 Ενασχόληση από τα προκλινικά έτη σπουδών με την Υγιεινή, την Ιατρική Επιδημιολογία, τη Δημόσια
Υγεία - Δημόσια Υγιεινή και με βιομετρικές εφαρμογές στα επιστημονικά αυτά πεδία της Ιατρικής.
Παρουσίαση πρότασης γιά τη διάρθρωση των Τομέων της Ιατρικής Σχολής του Αριστοτέλειου
Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης με κατεύθυνση τη δημιουργία απαρτιωμένων σπουδών (integrated system
studies).
 Ανάπτυξη λογισμικού επιδημιολογικών και βιομετρικών εφαρμογών σε ηλεκτρονικούς υπολογιστές στο
Εργαστήριο Υγιεινής του Τμήματος Ιατρικής του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης
(Διευθυντής: Επίκουρος Καθηγητής Γ.Α. Σταθόπουλος).
 Εκπλήρωση της στρατιωτικής θητείας (07.01.1991 - 07.12.1992) με εύφημο μνεία, ως Ιατρός με το βαθμό
του Ανθυποσμηναγού (ΥΙ) στο 251 Γενικό Νοσοκομείο Αεροπορίας και στην 113 Πτέρυγα Μάχης
(Αεροδρόμιο Σέδες και Αεροδρόμιο Μακεδονία). Ασκηση καθηκόντων Ιατρού Εργασίας του πολιτικού
προσωπικού της Πολεμικής Αεροπορίας (από 28.01.1992 μέχρι 07.12.1992). Οργάνωση μελέτης
διερεύνησης των επιπτώσεων του μολύβδου σε ειδικές ομάδες εργαζομένων στα αεροδρόμια της
Πολεμικής Αεροπορίας στη Θεσσαλονίκη.
 Συνέχιση της συνεργασίας με το Εργαστήριο Υγιεινής του Τμήματος Ιατρικής Α.Π.Θ. (Διευθυντής:
Καθηγητής Β.Χ. Κατσουγιαννόπουλος) με συμμετοχή σε ερευνητικές και εκπαιδευτικές δραστηριότητες
του Εργαστηρίου, ως άμισθος επιστημονικός συνεργάτης, από το 1992 μέχρι το 2000.
 Παρουσίαση της διδακτορικής διατριβής, στον Τομέα Βιολογικών Επιστημών και Προληπτικής Ιατρικής
του Τμήματος Ιατρικής Α.Π.Θ., με θέμα: Η επίδραση της ειδικής σε συνάρτηση με την ηλικία και το φύλο
θνησιμότητας στο προσδόκιμο επιβίωσης του ελληνικού πληθυσμού, η οποία προετοιμάσθηκε στο
Εργαστήριο Υγιεινής του Τμήματος Ιατρικής Α.Π.Θ. (Διευθυντής: Καθηγητής Β.Χ. Κατσουγιαννόπουλος).
Η δημόσια δοκιμασία πραγματοποιήθηκε στις 31.03.1997 και η αναγόρευση σε διδάκτορα στις
10.06.1997).
 Εκπλήρωση υποχρέωσης υπηρεσίας υπαίθρου, ως Ιατρός του Περιφερειακού Ιατρείου Καρυώτισσας Ν.
Πέλλας, από τις 19.01.1993, με απόσπαση στη Χειρουργική Κλινική του Γενικού Νομαρχιακού
Νοσοκομείου Εδεσσας, στο Τμήμα Μαστού και στο Τμήμα Ηλεκτρονικών Υπολογιστών της ίδιας
Κλινικής, με αντικείμενο το περιεχόμενο των ιατρικών εγγραφών.
 Ως Ιατρός της Διεύθυνσης Υγιεινής της Νομαρχίας Πέλλας, ενασχόληση με θέματα Υγιεινής, Υγειονομικής
Μηχανικής και ηλεκτρονικής καταγραφής δεδομένων επιδημιολογικής επιτήρησης.
 Σχεδιασμός και ολοκλήρωση της Μελέτης Θνησιμότητας Μακεδονίας, συμμετοχή στην οργάνωση
σεμιναρίων κατάρτισης εκπαιδευτικών της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης σε θέματα πρωτοβάθμιας
φροντίδας υγείας (επιμέλεια έκδοσης των πρακτικών των σεμιναρίων), σχεδιασμός και δόμηση
ιστοσελίδας με θέματα δημόσιας υγείας στο InterNet, συμμετοχή σε προγράμματα τηλεϊατρικής,
πρόληψης λοιμωδών νοσημάτων και πρόληψης κακοήθων νοσημάτων (καρκίνος μαστού, καρκίνος
παχέος εντέρου), ως ειδικός σύμβουλος του Νομάρχη Πέλλας γιά θέματα υγείας.
 Μέλος της Πρωτοβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής της Διεύθυνσης Υγιεινής της Νομαρχιακής
Αυτοδιοίκησης Πέλλας και της Επιτροπής Υγιεινής και Ασφάλειας στην Εργασία της Νομαρχιακής
Αυτοδιοίκησης Πέλλας.
 Συμβολή στον επιδημιολογικό σχεδιασμό και τη βιοστατιστική ανάλυση σε έρευνες του Ελληνικού
Ινστιτούτου Υγιεινής και Ασφάλειας της Εργασίας (ΕΛ.ΙΝ.Υ.Α.Ε.) από το 1999.
 Ανάπτυξη λογισμικού για επιδημιολογικές, βιοστατιστικές και βιομετρικές εφαρμογές, σε γλώσσες
προγραμματισμού ηλεκτρονικών υπολογιστών (Fortran 77, Basic, Pascal, Cobol) και χρήση
βιοστατιστικών και επιδημιολογικών πακέτων SPSS, MiniTab, StatGraphics, SyStat, EpiInfo, Egret κ.ά.
Πολύ καλή γνώση της αγγλικής γλώσσας.
 Συμμετοχή ως μέλος της υποεπιτροπής Βιβλιοθήκης της Επιστημονικής Επιτροπής του Γ.Π.Ν.Θ. Γ.
Παπανικολάου κατά τη διετία 1997-1998.
2
 Ολοκλήρωση της εκπαίδευσης στο τμήμα της Θεωρητικής Εκπαίδευσης της ειδικότητας Ιατρικής της
Εργασίας στην Εθνική Σχολή Δημόσιας Υγείας (Επιστημονικός υπεύθυνος: Καθηγητής Γ. Κυριόπουλος).
Συμμετοχή στο Πρόγραμμα Συμπληρωματικής Μεταπτυχιακής Εκαπίδευσης με αντικείμενο την Εκτίμηση
των Επαγγελματικών Κινδύνων Αναφορικά με την Υγεία και την Ασφάλεια των Εργαζόμενων στο
Εργαστήριο Υγιεινής και Επιδημιολογίας του Τμήματος Ιατρικής του Εθνικού Καποδιστριακού
Πανεπιστημίου Αθηνών (Υπεύθυνη Προγράμματος: Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Α. Λινού), κατά την
ακαδημαϊκή χρονιά 1998-1999.
 Εκλογή στις 9 Φεβρουαρίου 2000 σε κενή οργανική θέση ΔΕΠ της βαθμίδας του Επίκουρου Καθηγητή, με
θητεία, του Τομέα Λειτουργικού - Κλινικοεργαστηριακού, του Τμήματος Ιατρικής του Δημοκρίτειου
Πανεπιστημίου Θράκης, στο γνωστικό αντικείμενο της Υγιεινής.
 Διορισμός με την με αρ. Α3939/23.02.2000 Πρυτανική Πράξη, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της
Κυβερνήσεως (ΦΕΚ τεύχος ΝΠΔΔ 137/02.06.2000) και ορκίσθηκε στις 13.06.2000.
 Επίκουρος Καθηγητής Υγιεινής στο Εργαστήριο Υγιεινής και Προστασίας Περιβάλλοντος (Διευθυντής:
Καθηγητής Γ.Α. Σταθόπουλος) του Τμήματος Ιατρικής του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης, από το
2000.
 Μέλος της Επιτροπής Νοσοκομειακών Λοιμώξεων του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου
Αλεξανδρούπολης, από το 2001.
 Μέλος της Επιτροπής Υγειονομικών Παραμέτρων γιά τη διερεύνηση του βιομηχανικού ατυχήματος που
συνέβει στις 25.12.2001 στον ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου από την καύση ουσιών PCBs και την έκκλησή τους
στον περιβάλλοντα χώρο.
 Πρόεδρος της πανελλαδικής Επιτροπής Εξετάσεων, που έχει συσταθεί από το Υπουργείο Υγείας και
Κοινωνικής Αλληλεγγύης γιά τη διενέργεια εξετάσεων προς απόκτηση του τίτλου ειδικότητας Ιατρικής της
Εργασίας.
 Παρουσίαση πρότασης προς το Τμήμα Ιατρικής του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης γιά την
ανάπτυξη μονάδας παροχής υπηρεσιών υγιεινής της εργασίας στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο
Αλεξανδρούπολης, σε συνεργασία με τον Καθηγητή Γ.Α. Σταθόπουλο, Διευθυντή του Εργαστηρίου
Υγιεινής και Προστασίας Περιβάλλοντος, κατά το 2002.
 Συμμετοχή στην Επιτροπή Υγιεινής και Ασφάλειας της Εργασίας της Γενικής Συνομοσπονδίας Εργατών
Ελλάδας (Γ.Σ.Ε.Ε.) ως επιστημονικός συνεργάτης γιά τη διοργάνωση Ευρωπαϊκής Διάσκεψης με θέμα:
Υγιεινή και ασφάλεια στους χώρους εργασίας, τον Απρίλιο του 2003 σε συνεργασία με την
Συνομοσπονδία Ευρωπαϊκών Συνδικάτων και το Ινστιτούτο Εργασίας (ΙΝ.Ε.) ΓΣΕΕ/ΑΔΕΔΥ.
 Συμμετοχή ως Πρόεδρος, Αντιπρόεδρος ή Μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Ελληνικής Εταιρείας
Ιατρικής της Εργασίας και Περιβάλλοντος, που είναι η πανελλήνια επιστημονική εταιρεία των ιατρών που
κατέχουν την ειδικότητα της Ιατρικής της Εργασίας.
 Μέλος του Λειτουργικού Κλινικοεργαστηριακού Τομέα και μέλος της Γενικής Συνέλευσης του Τμήματος
Ιατρικής του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης.
 Συμμετοχή σε Τριμελείς Συμβουλευτικές Επιτροπές και Επταμελείς Εξεταστικές Επιτροπές υποψηφίων
διδακτόρων στο Τμήμα Ιατρικής του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης, στην Ιατρική Σχολή του
Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, στο Τμήμα Ιατρικής του Πανεπιστημίου Πατρών
και στο Τμήμα Νοσηλευτικής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.
 Συμμετοχή σε Εκλεκτορικά Σώματα υποψηφίων μελών ΔΕΠ στο Τμήμα Ιατρικής του Δημοκρίτειου
Πανεπιστημίου Θράκης, στην Ιατρική Σχολή του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών,
στην Ιατρική Σχολή του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, στο Τμήμα Ιατρικής του
Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, στο Τμήμα Ιατρικής του Πανεπιστημίου Πατρών, στο Τμήμα Ιατρικής του
Πανεπιστημίου Κρήτης και στο Τμήμα Νοσηλευτικής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου.
 Μέλος Τριμελών Εισηγητικών Επιτροπών υποψηφίων μελών ΔΕΠ στο Τμήμα Ιατρικής του Δημοκρίτειου
Πανεπιστημίου Θράκης, στο Τμήμα Ιατρικής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, στο Τμήμα Ιατρικής του
Πανεπιστημίου Πατρών και στο Τμήμα Νοσηλευτικής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου.
 Μέλος του Ιατρικού Συλλόγου Εβρου (με ειδικότητα Ιατρική της Εργασίας Απόφαση του ΚΕ.Σ.Υ. με αρ. πρ.
2716/14.07.2000 και το Εγγραφο του Υπουργείου Υγείας - Πρόνοιας με αρ. πρωτ. Υ7α/4138/17.07.2000).
 Μονιμοποίηση στη βαθμίδα του Επίκουρου Καθηγητή ΦΕΚ τεύχος ΝΠΔΔ 27/26.05.2004.
3
 Πρόεδρος της Επιτροπής Διαχείρισης Επικίνδυνων Ιατρικών Αποβλήτων του Πανεπιστημιακού Γενικού
Νοσοκομείου Αλεξανδρούπολης.
 Ανάθεση της Διεύθυνσης του Εργαστηρίου Υγιεινής και Προστασίας Περιβάλλοντος του Τμήματος
Ιατρικής του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης, από το 2005, με απόφαση του Λειτουργικού
Κλινικοεργαστηριακού Τομέα.
 Επιστημονικός Υπεύθυνος και Διευθυντής του Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών Υγιεινή και
Ασφάλεια της Εργασίας, που οργανώνεται από το Τμήμα Ιατρικής του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου
Θράκης (σε σύμπραξη με τα Τμήματα Δημόσιας Υγιεινής και Νοσηλευτικής Α΄ του Τεχνολογικού
Εκπαιδευτικού Ιδρύματος Αθήνας) από το 2005.
 Μέλος της Ομάδας Εργασίας του ΚΕ.Σ.Υ. σχετικά με τον καθορισμό των όρων και προϋποθέσεων για την
απόκτηση της ειδικότητας της Ιατρικής της Εργασίας (Απόφαση Εκτελεστικής Επιτροπής ΚΕ.Σ.Υ. με αρ.
1835/14.09.2006), κατά το 2006-2007.
 Διευθυντής του Κλινικού Εργαστηρίου Υγιεινής και Προστασίας Περιβάλλοντος (με αντικείμενο και το
πεδίο της Υγιεινής και Ασφάλειας της Εργασίας) του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου
Αλεξανδρούπολης, από το 2008.
 Διετέλεσε Διευθυντής του Εργαστηρίου Μικροβιολογίας του Τμήματος Ιατρικής ΔΠΘ και του Κλινικού
Εργαστηρίου Μικροβιολογίας του ΠΓΝΑ και παραιτήθηκε αμέσως μόλις εκλέχθηκε μέλος ΔΕΠ στο
γνωστικό αντικείμενο Μικροβιολογίας στο Τμήμα Ιατρικής ΔΠΘ.
 Αναπληρωτής Καθηγητής Υγιεινής στο Εργαστήριο Υγιεινής και Προστασίας Περιβάλλοντος του
Τμήματος Ιατρικής του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης, από το 2009.
 Διετέλεσε Επιστημονικός Υπεύθυνος του Περιφερειακού Εργαστηρίου Δημόσιας Υγείας Ανατολικής
Μακεδονίας και Θράκης από την έναρξη της λειτουργίας του και για 5 χρόια, οριοθετώντας το πλαίσιο των
δράσεών του κατά την αρχική πενταετία.
 Πρόεδρος της Διαρκούς Επιτροπής Κρίσης Βαρέων και Ανθυγιεινών Επαγγελμάτων που συστάθηκε από
το Υπουργείο Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας.
 Πρόεδρος του Ελληνικού Ινστιτούτου Υγιεινής και Ασφάλειας της Εργασίας (ΕΛ.ΙΝ.Υ.Α.Ε.), που έχει εκτός
από τις Κεντρικές Εγκαταστάσεις του στην Αθήνα, άλλα 6 Παραρτήματα και Μονάδα Υγιεινής της
Εργασίας (που ασχολείται με Επιδημιολογική Επιτήρηση) και Εργαστήρια Μετρήσεων Βιολογικών και
Χημικών Παραγόντων Επικινδυνότητας σε Χώρους Εργασίας.
 Στα πλαίσια της άσκησης καθηκόντων Ιατρού Εργασίας στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης (Δ.Π.Θ.)
και στο Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Αλεξανδρούπολης (Π.Γ.Ν.Α.), ανάπτυξη Μελέτης Ανάλυσης
Επαγελματικού Κινδύνου κατά θέση εργασίας.
 Συμμετοχή ως επιβλέπων ή συνεπιβλέπων σε Διπλωματικές μεταπτυχιακών σπουδαστών του
Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών Υγιεινή και Ασφάλεια της Εργασίας του Τμήματος Ιατρικής
ΔΠΘ, του Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών Διοίκηση και Οργάνωση Υπηρεσιών Υγείας του
Τμήματος Ιατρικής του Πανεπιστημίου Κρήτης, ειδικευόμενων ιατρών Ιατρικής της Εργασίας και
προπτυχιακών φοιτητών του Τμήματος Μοριακής Βιολογίας Δ.Π.Θ.
 Εκδότης του τετραμηνιαίου επιστημονικού περιοδικού υγεία@εργασία (10 τεύχη) που εκδίδεται από την
Ελληνική Εταιρεία Ιατρικής της Εργασίας και Περιβάλλοντος (Ε.Ε.Ι.Ε.Π.) σε συνεργασία με το Πρόγραμμα
Μεταπτυχιακών Σπουδών Υγιεινή και Ασφάλεια της Εργασίας (Π.Μ.Σ. Υ.Α.Ε.), της εφημερίδας
εργασία@υγεία (112 τεύχη) που εκδίδεται από την Ελληνική Εταιρεία Ιατρικής της Εργασίας και
Περιβάλλοντος), του εκπαιδευτικού περιοδικού Θέματα Ειδικής Επιδημιολογίας και Κοινωνικής Ιατρικής
(5 πειραματικά τεύχη) που εκδίδεται από το Εργαστήριο Κοινωνικής Ιατρικής του Τμήματος Ιατρικής
Δ.Π.Θ., της επιστημονικής επιθεώρησης Public Health Issues in Thrace (7 πειραματικά τεύχη) που
εκδίδεται από το Εργαστήριο Υγιεινής και Προστασίας Περιβάλλοντος του Τμήματος Ιατρικής Δ.Π.Θ., της
τριμηνιαίας επιστημονικής έκδοσης Υγιεινή και Ασφάλεια της Εργασίας και του μηνιαίου
ενημερωτικού δελτίου e-δησεόγραμμα που εκδίδονται από το Ελληνικό Ινστιτούτο Υγιεινής και
Ασφάλειας της Εργασίας (ΕΛ.ΙΝ.Υ.Α.Ε.).
 Διευθυντής του Κέντρου Επαγγελματικής Κατάρτισης (Κ.Ε.Κ.) του Ελληνικού Ινστιτούτου Υγιεινής και
Ασφάλειας της Εργασίας (ΕΛ.ΙΝ.Υ.Α.Ε.), που ασχολείται με ζητήματα κατάρτισης Ιατρών και Μηχανικών
στα αντικείμενα της Υγιεινής και Ασφάλειας της Εργασίας.
4
 Υπεύθυνος του Πρακτορείου Ειδήσεων Υγείας και Ασφάλειας Εργασίας που λειτουργεί πιλοτικά στο
Ελληνικό Ινστιτούτο Υγιεινής και Ασφάλειας της Εργασίας (ΕΛ.ΙΝ.Υ.Α.Ε.) και παρουσιάζει θέματα Υγιεινής
και Ασφάλειας της Εργασίας στα πλαίσια Αγωγής και Προαγωγής της Υγείας σε Εργασιακούς Χώρους.
 Μέλος του Εθνικού Συμβουλίου Δημόσιας Υγείας (Ε.ΣΥ.Δ.Υ.) που συστάθηκε από το Υπουργείο Υγείας
και Κοινωνικής Αλληλεγγύης.
 Επιστημονικά Υπεύθυνος (μαζί με τον κ. Α. Μπένο, Καθηγητή Ιατρικής Δ.Π.Θ. και τον κ. Β. Μακρόπουλο,
Καθηγητή Ε.Σ.Δ.Υ.) για το έτος Θεωρητικής Κατάρτισης των ειδικευόμενων ιατρών στην ειδικότητα της
Ιατρικής της Εργασίας στη Βόρεια Ελλάδα (Βόρειο Τόξο) με βάση Απόφαση του Υπουργείου Υγείας και
Κοινωνικής Αλληλεγγύης μετά από σχετική Εισήγηση του Κεντρικού Συμβουλίου Υγείας (ΚΕΣΥ).
 Συνολικά 99 δημοσιευμένες εργασίες σε διεθνή περιοδικά που περιλαμβάνονται στο PubMed, άλλες 32
αγγλόφωνες δημοσιεύσεις που δεν περιλαμβάνονται στο PubMed, 54 ελληνικές δημοσιεύσεις, σε 18
περιπτώσεις συγγραφέας βιβλίων, είτε συμεμτείχε στη συγγραφική ομάδα και σε 6 περιπτώσεις επιμέλεια
έκδοσης βιβλίων, είτε συμμετοχή στην εκδοτική ομάδα. Συμμετείχε σε 31 Οργανωτικές Επιτροπές
Συνεδρίων, Σεμιναρίων και Ημερίδων, παρουσίασε 77 Εισηγήσεις σε Συνέδρια, Ημερίδες, Σεμινάρια ως
καλεσμένος ομιλητής και συμμετείχε σε 248 Ελεύθερες Ανακοινώσεις ή επιτοίχειες παρουσιάσεις σε
ελληνικά και διεθνή Συνέδρια.
5
Αλλες δραστηριότητες
 Υπεύθυνος έκδοσης του περιοδικού φοιτητών της Ιατρικής Α.Π.Θ. Ποδαλήριος, που ασχολούνταν με
θέματα ιατρικής εκπαίδευσης, κατά τη χρονική περίοδο 1983-1987.
 Συμμετοχή, ως μέλος, στον Τομέα Κοινωνικής Ιατρικής και Ψυχικής Υγιεινής του Τμήματος Ιατρικής
Α.Π.Θ., με την ιδιότητα του αιρετού εκπροσώπου στα συνδιοικητικά όργανα εκ μέρους του φοιτητικού
συλλόγου Σ.Φ.Ι.Α.Π.Θ. Ιπποκράτης κατά τη χρονική περίοδο 1985-1987.
 Εκδοση μονογραφίας γιά τις υγειονομικές και περιβαλλοντικές επιπτώσεις από την πιθανή εξόρυξη και
καύση γιά ηλεκτροπαραγωγή της τύρφης και του λιγνίτη της πεδιάδας Φιλίππων - Δράμας, η οποία
αναδημοσιεύθηκε από το επιστημονικό περιοδικό του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδας (Τμήμα
Ανατολικής Μακεδονίας) και γιά το ίδιο θέμα δημοσίευση άρθρων στον τοπικό τύπο της περιοχής και σε
εφημερίδες και περιοδικά πανελλαδικής εμβέλειας. Γιά το ζήτημα αυτό αναπτύχθηκε κίνηση πολιτών στο
νομό Δράμας με πρωτοβουλία της Οικολογικής Κίνησης Δράμας σε συνεργασία με το Δήμο Δράμας και
άλλους τοπικούς φορείς, μετά τις κινητοποιήσεις των οποίων αποσύρθηκε από το δεκαετές πρόγραμμα
της Δ.Ε.Η. η πρόθεση ανάπτυξης ορυχείων επιφανειακής εξόρυξης και θερμοηλεκτρικών σταθμών γιά
καύση της τύρφης και του λιγνίτη της πεδιάδας Φιλίππων - Δράμας γιά ηλεκτροπαραγωγή.
 Παρουσίαση επιμορφωτικών εισηγήσεων σε θέματα αγωγής και προαγωγής υγείας, υγιεινής,
επιδημιολογίας και υγιεινής της εργασίας στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης.
Δημοσίευση άρθρων αντίστοιχης θεματολογίας στον τοπικό τύπο της περιοχής και σε εφημερίδες και
περιοδικά πανελλήνιας εμβέλειας.
 Δημοσίευση εκδοτικών σημειωμάτων (editorials) σε θέματα που άπτονται της Υγιεινής και Ασφάλειας της
Εργασίας και της Ιατρικής της Εργασίας, συνδέοντας τα αντικείμενα αυτά με τη Δημόσια Υγεία - Δημόσια
Υγιεινή και την Αγωγή και Προαγωγή Υγείας, ως εκδότης του τετραμηνιαίου επιστημονικού περιοδικού
υγεία@εργασία (10 τεύχη) που εκδίδεται από την Ελληνική Εταιρεία Ιατρικής της Εργασίας και
Περιβάλλοντος (Ε.Ε.Ι.Ε.Π.) σε συνεργασία με το Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών Υγιεινή και
Ασφάλεια της Εργασίας (Π.Μ.Σ. Υ.Α.Ε.), της εφημερίδας εργασία@υγεία (112 τεύχη) που εκδίδεται από
την Ελληνική Εταιρεία Ιατρικής της Εργασίας και Περιβάλλοντος), της τριμηνιαίας επιστημονικής έκδοσης
Υγιεινή και Ασφάλεια της Εργασίας και του μηνιαίου ενημερωτικού δελτίου e-δησεόγραμμα που
εκδίδονται από το Ελληνικό Ινστιτούτο Υγιεινής και Ασφάλειας της Εργασίας (ΕΛ.ΙΝ.Υ.Α.Ε.).
 Δημοσίευση σειράς άρθρων σε πανελλαδικής κυκλοφορίας εφημερίδες για θέματα που άπτονται της
Κοινωνικής Ασφάλισης και της Ασφάλισης Υγείας, συνδέοντας τα ζητήματα αυτά με την Ασφάλιση
Επαγγελματικού Κινδύνου, το Καθεστώς Ασφάλισης Βαρέων και Ανθυγιεινών Επαγγελμάτων, καθώς και
τη Δημόσια Υγεία - Δημόσια Υγιεινή ως Πρόεδρος της Διαρκούς Επιτροπής Κρίσης Βαρέων και
Ανθυγιεινών Επαγγελμάτων που συστάθηκε από το Υπουργείο Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και
Πρόνοιας.Στα άρθρα αυτά αναλύθηκαν επίσης, στα πλαίσια της αναθεώρησης της λίστας Βαρέων και
Ανθυγιεινών Επαγγελμάτων, τα ζητήματα της κατάργησης φωτογραφικών διατάξεων, της απένταξης των
υπαλλήλων γραφείου και της ένταξης του νοσηλευτικού προσωπικού και των εναεριτών και υπογιτών
εργαζομένων.
6
Συμμετοχή σε Επιστημονικές Εταιρείες
1. Ελληνική Εταιρεία Ιατρικής της Εργασίας και Περιβάλλοντος. Αθήνα. (Συμμετοχή ως Πρόεδρος του
Διοικητικού Συμβουλίου, συμμετοχή ως Αντιπρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου).
2. Εταιρεία Μελέτης Πνευμονοπαθειών και Επαγγελματικών Παθήσεων Θώρακος. Θεσσαλονίκη.
(Συμμετοχή ως Μέλος της Εταιρείας).
3. Ελληνική Πνευμονολογική Εταιρεία και Ελληνική Βρογχολογική Εταιρεία. Αθήνα. (Συμμετοχή ως
Μέλος της Εταιρείας).
4. Γηριατρική και Γεροντολογική Εταιρεία Βορείου Ελλάδος. Θεσσαλονίκη. (Συμμετοχή ως Μέλος της
Εταιρείας).
5. Ελληνική Εταιρεία Ερευνας και Αντιμετώπισης του Ιού των Θηλωμάτων. Θεσσαλονίκη. (Συμμετοχή
ως Μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου).
7
Διδακτικό έργο
Διδασκαλία στα πλαίσια της Θεωρητικής Κατάρτισης των ειδικευόμενων ιατρών στην ειδικότητα της Ιατρικής
της Εργασίας στη Βόρεια Ελλάδα (Βόρειο Τόξο) διάρκειας ενός έτους από το 2013 (Επιστημονικά Υπεύθυνοι
κ.κ. Α. Μπένος, Καθηγητής Ιατρικής Δ.Π.Θ., Θ.Κ. Κωνσταντινίδης, Αν. Καθηγητής Ιατρικής Δ.Π.Θ. και Β.
Μακρόπουλος, Καθηγητής Ε.Σ.Δ.Υ.), μετά από Εισήγηση του Κεντρικού Συμβουλίου Υγείας (ΚΕ.Σ.Υ.) και
σχετική Απόφαση του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης.
Διδασκαλία του υποχρεωτικού μαθήματος Κοινωνική Ιατρική στους φοιτητές του Τμήματος Ιατρικής του
Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης από το 2008. (Ανάθεση διδασκαλίας στον Επίκουρο Καθηγητή Θ.Κ.
Κωνσταντινίδη).
Διδασκαλία στα πλαίσια του Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών στη Χειρουργική Ηπατος,
Χοληφόρων, Παγκρέατος (Επιστημονικός Υπεύθυνος: Καθηγητής Κ. Σιμόπουλος), που οργανώνεται από το
Τμήμα Ιατρικής του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης από το 2006.
Διδασκαλία στα πλαίσια του Διατμηματικού Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών στην Κλινική
Φαρμακολογία - Θεραπευτική (Επιστημονικός Υπεύθυνος: Καθηγητής Δ. Μπούρος και στη συνέχεια
Καθηγητής Γ. Κολιός) που οργανώνεται από το Τμήμα Ιατρικής του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης σε
συνεργασία με το Τμήμα Ιατρικής του Πανεπιστημίου Κρήτης από το 2006.
Διδασκαλία στο ετήσιο Σεμινάριο Επιδημιολογίας, Στατιστικής και Μεθοδολογίας της Ερευνας, που
απευθύνεται στους ειδικευόμενους ιατρούς στην ειδικότητα της Γενικής Ιατρικής στα πλαίσια της
εκπαίδευσης στην ειδικότητα. Εργαστήριο Υγιεινής και Προστασίας Περιβάλλοντος Τμήματος Ιατρικής
Δ.Π.Θ. (Υπεύθυνος Προγράμματος: Καθηγητής Γ.Α. Σταθόπουλος μέχρι το 2005 και στη συνέχεια Υπεύθυνος
Προγράμματος: Επίκουρος Καθηγητής Θ.Κ. Κωνσταντινίδης).
Διδασκαλία στα πλαίσια του Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών στη Δημόσια Υγεία και τη Διοίκηση
Υπηρεσιών Υγείας που οργανώνεται από το Τμήμα Ιατρικής του Πανεπιστημίου Κρήτης (Επιστημονικός
Υπεύθυνος: Καθηγητής Α. Φιλαλήθης) από το 2004.
Διδασκαλία στον ετήσιο Κύκλο Μαθημάτων Ακαδημαϊκής Εκπαίδευσης στην Ιατρική της Εργασίας, που
απευθύνεται στους ειδικευόμενους ιατρούς στην ειδικότητα της Ιατρικής της Εργασίας στα πλαίσια της
εκπαίδευσης στην ειδικότητα. Τομέας Επαγγελματικής και Βιομηχανικής Υγιεινής Εθνικής Σχολής Δημόσιας
Υγείας από το 2002. (Υπεύθυνος Προγράμματος: Καθηγητής Β. Μακρόπουλος).
Διδασκαλία του επιλεγόμενου μαθήματος Αγωγή Υγείας στους φοιτητές του Παιδαγωγικού Τμήματος
Δημοτικής Εκπαίδευσης του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης από το 2001.
Διδασκαλία του επιλεγόμενου μαθήματος Υγιεινή και Ασφάλεια της Εργασίας στους φοιτητές του Τμήματος
Ιατρικής του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης από το 2001.
Συνδιδασκαλία (με τον Καθηγητή Γ.Α. Σταθόπουλο από το 2000 μέχρι το 2005 και με τον Επίκουρο Καθηγητή
κ. Α. Βανταράκη από το 2004 μέχρι το 2008) των παραδόσεων και των ασκήσεων του υποχρεωτικού
μαθήματος Υγιεινή στους φοιτητές του Τμήματος Ιατρικής του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης.
Διδασκαλία στον ετήσιο κύκλο μαθημάτων Μεταπτυχιακής Εκπαίδευσης στην Υγιεινή, Επιδημιολογία και
Κοινωνική Ιατρική που απευθύνεται στους ειδικευόμενους ιατρούς στην ειδικότητα της Γενικής Ιατρικής στα
πλαίσια της εκπαίδευσης στην ειδικότητα. Εργαστήριο Υγιεινής Τμήματος Ιατρικής Α.Π.Θ. (Υπεύθυνος
Προγράμματος: Καθηγητής Β.Χ. Κατσουγιαννόπουλος, Συντονιστής Προγράμματος: Επίκουρος Καθηγητής Α.
Μπένος) από το 1991 μέχρι το 1999.
8
Διδασκαλία στα πλαίσια του Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών στην Υγιεινή και Ασφάλεια της
Εργασίας (Διευθυντής και Επιστημονικός Υπεύθυνος: Επίκουρος Καθηγητής Θ.Κ. Κωνσταντινίδης), που
οργανώνεται από το Τμήμα Ιατρικής του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης (σε σύμπραξη με τα Τμήματα
Δημόσιας Υγιεινής και Νοσηλευτικής Α του Τεχνολογικού Εκπαιδευτικού Ιδρύματος Αθήνας) από το 2005.
Διδασκαλία στην Ακαδημία Εργασίας της Γ.Σ.Ε.Ε. (Επιστημονικός Υπεύθυνος: Καθηγητής Ν. Μουζέλης),
του μαθήματος Υγιεινή στους χώρους εργασίας, (Ανάθεση διδασκαλίας σε συνεργασία με τον Β.
Μακρόπουλο, Καθηγητή Επαγγελματικής και Βιομηχανικής Υγιεινής Ε.Σ.Δ.Υ.).
Διδασκαλία στα πλαίσια του επιλεγόμενου διατομεακού μαθήματος Ιατρική της Εργασίας στους φοιτητές του
Τμήματος Ιατρικής Α.Π.Θ. από το 1996 μέχρι το 2001. (Υπεύθυνος διατομεακού μαθήματος: Αναπληρωτής
Καθηγητής Λ. Σιχλετίδης).
9
Ερευνητικά Προγράμματα
Κ.Ε.: 1420
Δημιουργία Δικτύου Συνεργασίας Εκπαίδευσης Έρευνας και Κατάρτισης στη Δημόσια Υγεία και σε Θέματα
Υγιεινής και Ασφάλειας της Εργασίας και Αγωγής Υγείας της Διασυνοριακής Περιοχής Βουλγαρίας - Ελλάδας
Υλοποίηση: Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, 2005-2007
Χρηματοδότηση: Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Γ΄ ΚΠΣ, INTERREG IIIA/PHARE, CBC
Προϋπολογισμός: 350.000,00 €
Κ.Ε.: 1737
Παρακολούθηση ποιότητας νερού Δήμου Ξάνθης
Υλοποίηση: Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, 2007
Χρηματοδότηση: Δήμος Ξάνθης
Προϋπολογισμός: 14.042,00 €
Κ.Ε.: 1732
Υγειονομική και φυσικοχημική εξέταση νερών και τροφίμων Νομαρχίας Ροδόπης
Υλοποίηση: Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, 2007
Χρηματοδότηση: Νομαρχία Ροδόπης
Προϋπολογισμός: 24.000,00 €
Κ.Ε.: 1912
Παρακολούθηση ποιότητας νερού Δήμου Ξάνθης
Υλοποίηση: Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, 2008
Χρηματοδότηση: Δήμος Ξάνθης
Προϋπολογισμός: 7.021,00 €
Κ.Ε.: 1921
Υγειονομική και φυσικοχημική εξέταση νερών και τροφίμων Νομαρχίας Ροδόπης
Υλοποίηση: Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, 2008
Χρηματοδότηση: Νομαρχία Ροδόπης
Προϋπολογισμός: 14.000,00 €
Κ.Ε.: 1733
Υγειονομική και φυσικοχημική εξέταση νερών και τροφίμων Νομαρχίας Καβάλας
Υλοποίηση: Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, 2007
Χρηματοδότηση: Νομαρχία Καβάλας
Προϋπολογισμός: 25.000,00 €
Κ.Ε.: 1828
Υγειονομική και φυσικοχημική εξέταση νερών και τροφίμων Νομαρχίας Καβάλας
Υλοποίηση: Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, 2008
Χρηματοδότηση: Νομαρχία Καβάλας
Προϋπολογισμός: 30.000,00 €
Κ.Ε.: 1880
Υγειονομική και φυσικοχημική εξέταση νερών και τροφίμων Νομαρχίας Εβρου
Υλοποίηση: Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, 2009
Χρηματοδότηση: Νομαρχία Εβρου
Προϋπολογισμός: 20.000,00 €
10
Κ.Ε.: 1705
Παρακολούθηση ποιότητας νερού Δήμου Φερών
Υλοποίηση: Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, 2008
Χρηματοδότηση: Δημοτική Επιχείρηση Υδρευσης και Αποχέτευσης Φερών
Προϋπολογισμός: 4.500,00 €
Κ.Ε.: 80187
Παρακολούθηση ποιότητας πόσιμου νερού Νοσοκομείου Διδυμοτείχου
Υλοποίηση: Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, 2009-2011
Χρηματοδότηση: Γενικό Νομαρχιακό Νοσοκομείο Διδυμοτείχου
Προϋπολογισμός: 2.032,22 €
Κ.Ε.: 80210
Παρακολούθηση ποιότητας νερού, τροφίμων και περιβαλλοντικών παραμέτρων Ανατολικής Μακεδονίας και
Θράκης
Υλοποίηση: Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, 2009-2010
Χρηματοδότηση: Περιφέρεια Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης
Προϋπολογισμός: 41.663,78 €
Κ.Ε.: 80211
Παρακολούθηση ποιότητας νερού Δήμου Φερών
Υλοποίηση: Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, 2009-2010
Χρηματοδότηση:
Προϋπολογισμός: 6.966,52 €
Κ.Ε.: 80217
Επιδημιολογική μελέτη για τη συλλογή και αξιολόγηση των δημογραφικών δεδομένων των ασθενών με
ημικρανία στην Ελλάδα
Υλοποίηση: Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, 2006-2007
Χρηματοδότηση: Janssen - Cilag
Προϋπολογισμός: 416.446,88 €
Κ.Ε.: 80238
Υγειονομική - μικροβιολογική και ενίοτε φυσικοχημική εξέταση δειγμάτων υδάτων, τροφίμων και λυμάτων
στο Νομό Εβρου
Υλοποίηση: Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, 2009-2010
Χρηματοδότηση: Νομαρχία Εβρου
Προϋπολογισμός: 20.000,00 €
Κ.Ε.: 80251
Διοργάνωση Σεμιναρίων Επιστημονικού Περιεχομένου με Αντικείμενο Επιδημιολογικά Θέματα
Υλοποίηση: Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, 2009
Χρηματοδότηση: Novartis
Προϋπολογισμός: 3.045,25 €
Κ.Ε.: 80265
Μετεκπαιδευτικά Σεμινάρια Ιατρικής Επιδημιολογίας και Βιοστατιστικής
Υλοποίηση: Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, 2008
Χρηματοδότηση: Boehringer Ingelheim
Προϋπολογισμός: 13.522,77 €
11
Κ.Ε.: 80297
Υγειονομική και φυσικοχημική εξέταση νερών και τροφίμων Νομού Ροδόπης
Υλοποίηση: Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, 2007
Χρηματοδότηση: Νομαρχία Ροδόπης
Προϋπολογισμός: 24.000,00 €
Κ.Ε.: 80298
Υγειονομική και φυσικοχημική εξέταση νερών και τροφίμων Νομού Καβάλας
Υλοποίηση: Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, 2007
Χρηματοδότηση: Νομαρχία Καβάλας
Προϋπολογισμός: 28.000,00 €
Κ.Ε.: 80299
Υγειονομική και φυσικοχημική εξέταση νερών και τροφίμων Νομού Εβρου
Υλοποίηση: Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, 2007
Χρηματοδότηση: Νομαρχία Εβρου
Προϋπολογισμός: 13.606,18 €
Κ.Ε.: 80303
Παρακολούθηση ποιότητας νερού Δήμου Ξάνθης
Υλοποίηση: Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, 2007
Χρηματοδότηση: Δήμος Ξάνθης
Προϋπολογισμός: 14.839,88 €
Κ.Ε.: 80313
Υγειονομική και φυσικοχημική εξέταση υδάτων, τροφίμων και λυμάτων στο Νομό Καβάλας
Υλοποίηση: Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, 2007
Χρηματοδότηση: Νομαρχία Καβάλας
Προϋπολογισμός: 30.000,00 €
Κ.Ε.: 80432
Επιδημιολογική μελέτη για τη συλλογή και αξιολόγηση των δημογραφικών δεδομένων των ασθενών με
επιληψία στην Ελλάδα
Υλοποίηση: Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, 2006-2007
Χρηματοδότηση: Janssen - Cilag
Προϋπολογισμός: 107.355,49 €
Κ.Ε.: 80447
Παρακολούθηση ποιότητας νερού Δήμου Ξάνθης
Υλοποίηση: Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, 2009-2010
Χρηματοδότηση: Δήμος Ξάνθης
Προϋπολογισμός: 7.345,93 €
Κ.Ε.: 80448
Υγειονομική - μικροβιολογική και ενίοτε φυσικοχημική εξέταση δειγμάτων υδάτων, τροφίμων και λυμάτων
στο Νομό Ροδόπης
Υλοποίηση: Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, 2009-2010
Χρηματοδότηση: Νομαρχία Ροδόπης
Προϋπολογισμός: 14.000,00 €
12
Κ.Ε.: 80561
Υγειονομική - μικροβιολογική και ενίοτε φυσικοχημική εξέταση δειγμάτων εμφιαλωμένων υδάτων στο Νομό
Καβάλας
Υλοποίηση: Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, 2010
Χρηματοδότηση: Νομαρχία Καβάλας
Προϋπολογισμός: 20.000,00 €
Κ.Ε.: 80562
Παρακολούθηση της ποιότητας του πόσιμου νερού του Δήμου Φερών
Υλοποίηση: Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, 2010-2011
Χρηματοδότηση: Δήμος Φερών
Προϋπολογισμός: 6.000,00 €
Κ.Ε.: 80563
Υγειονομική - μικροβιολογική και ενίοτε φυσικοχημική εξέταση δειγμάτων υδάτων, τροφίμων και λυμάτων
στο Νομό Καβάλας
Υλοποίηση: Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, 2010
Χρηματοδότηση: Νομαρχία Καβάλας
Προϋπολογισμός: 40.000,00 €
Κ.Ε.: 80564
Παρακολούθηση της ποιότητας νερού και ιλύος από την εισροή και εκροή του Βιολογικού Καθαρισμού του
Δήμου Αλεξανδρούπολης
Υλοποίηση: Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, 2010-2011
Χρηματοδότηση: Δήμος Αλεξανδρούπολης
Προϋπολογισμός: 3.341,65 €
Κ.Ε.: 80574
Παρακολούθηση της ποιότητας του πόσιμου νερού από την έξοδο του Διυλιστηρίου του Δήμου
Αλεξανδρούπολης
Υλοποίηση: Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, 2010-2011
Χρηματοδότηση: Δήμος Αλεξανδρούπολης
Προϋπολογισμός: 3.341,65 €
Κ.Ε.: 80662
Παρακολούθηση της ποιότητας του πόσιμου νερού του Δήμου Διδυμοτείχου
Υλοποίηση: Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, 2010-2011
Χρηματοδότηση: Δήμος Διδυμοτείχου
Προϋπολογισμός: 9.435,52 €
Κ.Ε.: 80665
Υγειονομική - μικροβιολογική και ενίοτε φυσικοχημική εξέταση δειγμάτων υδάτων, τροφίμων και λυμάτων
στο Νομό Εβρου
Υλοποίηση: Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, 2010
Χρηματοδότηση: Νομαρχία Εβρου
Προϋπολογισμός: 15.000,00 €
Κ.Ε.: 80675
Φυσικοχημική εξέταση δειγμάτων επιφανειακών νερών (θάλασσας, ποταμών και ρεμάτων) στο Νομαρχιακό
Διαμέρισμα Εβρου
Υλοποίηση: Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, 2010-2011
Χρηματοδότηση: Νομαρχία Εβρου
21.492,11 €
13
Κ.Ε.: 80703
Παρακολούθηση ποιότητας νερού Νομαρχιακών Διαμερισμάτων Δράμας, Καβάλας και Εβρου
Υλοποίηση: Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, 2012-2013
Χρηματοδότηση: Περιφέρεια Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης
Προϋπολογισμός: 12.732,75 €
Κ.Ε.: 80741
Παρακολούθηση ποιότητας νερού Δήμου Ξάνθης
Υλοποίηση: Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, 2012
Χρηματοδότηση: Δήμος Ξάνθης
Προϋπολογισμός: 8.250,06 €
Κ.Ε.: 80771
Παρακολούθηση της ποιότητας του πόσιμου νερού του Νοσοκομείου Διδυμοτείχου
Υλοποίηση: Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, 2011-2012
Χρηματοδότηση: Γενικό Νομαρχιακό Νοσοκομείο Διδυμοτείχου
Προϋπολογισμός: 2.102,26 €
Κ.Ε.: 80779
Παρακολούθηση της ποιότητας νερού και της ενεργού ιλύος από την εισροή και εκροή του Βιολογικού
Καθαρισμού του Δήμου Αλεξανδρούπολης
Υλοποίηση: Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, 2011-2012
Χρηματοδότηση: Δήμος Αλεξανδρούπολης
Προϋπολογισμός: 2.993,19 €
Κ.Ε.: 80825
Παρακολούθηση της ποιότητας του πόσιμου νερού του Δήμου Διδυμοτείχου
Υλοποίηση: Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, 2011-2012
Χρηματοδότηση: Δήμος Διδυμοτείχου
Προϋπολογισμός: 9.300,59 €
Κ.Ε.: 81016
Παρακολούθηση της ποιότητας του πόσιμου νερού του οικισμού του πρώην Δήμου Μεταξάδων
Υλοποίηση: Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, 2011-2012
Χρηματοδότηση: Δήμος Μεταξάδων
Προϋπολογισμός: 5.000,26 €
Κ.Ε.: 81047
Παρακολούθηση ποιότητας νερού Δήμου Ξάνθης
Υλοποίηση: Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, 2011-2012
Χρηματοδότηση: Δήμος Ξάνθης
Προϋπολογισμός: 7.627,50 €
Κ.Ε.: 80448
Υγειονομική - μικροβιολογική και ενίοτε φυσικοχημική εξέταση δειγμάτων υδάτων, τροφίμων και λυμάτων
στο Νομό Ροδόπης
Υλοποίηση: Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, 2011
Χρηματοδότηση: Νομαρχία Ροδόπης
Προϋπολογισμός: 14.000,00 €
14
Κ.Ε.: 80561
Υγειονομική - μικροβιολογική και ενίοτε φυσικοχημική εξέταση δειγμάτων εμφιαλωμένων υδάτων στο Νομό
Καβάλας
Υλοποίηση: Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, 2011
Χρηματοδότηση: Νομαρχία Καβάλας
Προϋπολογισμός: 20.000,00 €
Κ.Ε.: 80562
Παρακολούθηση της ποιότητας του πόσιμου νερού του Δήμου Φερών
Υλοποίηση: Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, 2011
Χρηματοδότηση: Δήμος Φερών
Προϋπολογισμός: 6.000,00 €
Κ.Ε.: 80563
Υγειονομική - μικροβιολογική και ενίοτε φυσικοχημική εξέταση δειγμάτων υδάτων, τροφίμων και λυμάτων
στο Νομό Καβάλας
Υλοποίηση: Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, 2011
Χρηματοδότηση: Νομαρχία Καβάλας
Προϋπολογισμός: 40.000,00 €
Κ.Ε.: 80574
Παρακολούθηση της ποιότητας του πόσιμου νερού από την έξοδο του Διυλιστηρίου του Δήμου
Αλεξανδρούπολης
Υλοποίηση: Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, 2011
Χρηματοδότηση: Δήμος Αλεξανδρούπολης
Προϋπολογισμός: 3.341,65 €
Κ.Ε.: 80662
Παρακολούθηση της ποιότητας του πόσιμου νερού του Δήμου Διδυμοτείχου
Υλοποίηση: Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, 2011-2012
Χρηματοδότηση: Δήμος Διδυμοτείχου
Προϋπολογισμός: 9.435,52 €
Κ.Ε.: 80665
Υγειονομική - μικροβιολογική και ενίοτε φυσικοχημική εξέταση δειγμάτων υδάτων, τροφίμων και λυμάτων
στο Νομό Εβρου
Υλοποίηση: Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, 2011
Χρηματοδότηση: Νομαρχία Εβρου
Προϋπολογισμός: 15.000,00 €
Κ.Ε.: 80675
Φυσικοχημική εξέταση δειγμάτων επιφανειακών νερών (θάλασσας, ποταμών και ρεμάτων) στο Νομαρχιακό
Διαμέρισμα Εβρου
Υλοποίηση: Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, 2011
Χρηματοδότηση: Νομαρχία Εβρου
Προϋπολογισμός: 21.492,11 €
Κ.Ε.: 80703
Παρακολούθηση ποιότητας νερού Δήμου Νομαρχιακών Διαμερισμάτων Δράμας, Καβάλας και Εβρου
Υλοποίηση: Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, 2011
Χρηματοδότηση: Περιφέρεια Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης
Προϋπολογισμός: 12.732,75 €
15
Κ.Ε.: 80741
Παρακολούθηση ποιότητας νερού Δήμου Ξάνθης
Υλοποίηση: Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, 2011
Χρηματοδότηση: Δήμος Ξάνθης
Προϋπολογισμός: 8.250,06 €
Κ.Ε.: 80771
Παρακολούθηση της ποιότητας του πόσιμου νερού του Νοσοκομείου Διδυμοτείχου
Υλοποίηση: Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, 2012
Χρηματοδότηση: Γενικό Νομαρχιακό Νοσοκομείο Διδυμοτείχου
Προϋπολογισμός: 2.102,26 €
Κ.Ε.: 80779
Παρακολούθηση της ποιότητας νερού και ενεργού ιλύος από την εισροή και εκροή του Βιολογικού
Καθαρισμού του Δήμου Αλεξανδρούπολης
Υλοποίηση: Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, 2012
Χρηματοδότηση: Δήμος Αλεξανδρούπολης
Προϋπολογισμός: 2.993,19 €
Κ.Ε.: 80825
Παρακολούθηση της ποιότητας του πόσιμου νερού του Δήμου Διδυμοτείχου
Υλοποίηση: Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, 2012
Χρηματοδότηση: Δήμος Διδυμοτείχου
Προϋπολογισμός: 9.300,59 €
Κ.Ε.: 81016
Παρακολούθηση της ποιότητας του πόσιμου νερού του οικισμού του πρώην Δήμου Μεταξάδων
Υλοποίηση: Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, 2012
Χρηματοδότηση: Δημοτική Επιχείρηση Υδρευσης και Αποχέτευσης Φερών
Προϋπολογισμός: 5.000,26 €
Κ.Ε.: 81063
Παρακολούθηση ποιότητας νερού της Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης
Υλοποίηση: Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, 2012
Χρηματοδότηση: Περιφέρεια Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης
Προϋπολογισμός: 53.640,92 €
Κ.Ε.: 81083
Παρακολούθηση της ποιότητας του πόσιμου νερού του Νοσοκομείου Διδυμοτείχου
Υλοποίηση: Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, 2012
Χρηματοδότηση: Γενικό Νομαρχιακό Νοσοκομείο Διδυμοτείχου
Προϋπολογισμός: 1.626,02 €
Κ.Ε.: 80210
Παρακολούθηση ποιότητας νερού, τροφίμων και περιβαλλοντικών παραμέτρων Ανατολικής Μακεδονίας και
Θράκης
Υλοποίηση: Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, 2012
Χρηματοδότηση: Περιφέρεια Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης
Προϋπολογισμός: 41.663,78 €
16
Κ.Ε.: WE-10-27
Collection of case studies - Dangerous substances - Waste management
Υλοποίηση: Ελληνικό Ινστιτούτο Υγιεινής και Ασφάλειας της Εργασίας, 2011
Χρηματοδότηση: European Agency for Safety and Health at Work, Bilbao, Spain
Προϋπολογισμός: 5.985,00 €
Κ.Ε.: WE-11-14
Development of content for the OSHwiki - OSH system at national level
Υλοποίηση: Ελληνικό Ινστιτούτο Υγιεινής και Ασφάλειας της Εργασίας, 2011
Χρηματοδότηση: European Agency for Safety and Health at Work, Bilbao, Spain
Προϋπολογισμός: 9.250,00 €
Κ.Ε.: WE-12-04-1
FAQ on links between REACH and OSH; FAQ on CLP
Υλοποίηση: Ελληνικό Ινστιτούτο Υγιεινής και Ασφάλειας της Εργασίας, 2012
Χρηματοδότηση: European Agency for Safety and Health at Work, Bilbao, Spain
Προϋπολογισμός: 5.110,00 €
Κ.Ε.: ERO-12-05
Development of content for the OSHwiki - OSH management and organisations
Υλοποίηση: Ελληνικό Ινστιτούτο Υγιεινής και Ασφάλειας της Εργασίας, 2012
Χρηματοδότηση: European Agency for Safety and Health at Work, Bilbao, Spain
Προϋπολογισμός: 9.212,00 €
Κ.Ε.: WE-12-06
Protection of the occupational health and safety in the hairdressing sector
Υλοποίηση: Ελληνικό Ινστιτούτο Υγιεινής και Ασφάλειας της Εργασίας, 2012
Χρηματοδότηση: European Agency for Safety and Health at Work, Bilbao, Spain
Προϋπολογισμός: 2.556,00 €
Κ.Ε.: PRU-13-08
Business case for OSH at the enterprise level, especially SMEs
Υλοποίηση: Ελληνικό Ινστιτούτο Υγιεινής και Ασφάλειας της Εργασίας, 2013
Χρηματοδότηση: European Agency for Safety and Health at Work, Bilbao, Spain
Προϋπολογισμός: 55.788,00 €
Hygeia in Kallikratis (Υγιεινή και Ασφάλεια Εργασίας και Εργασιακό Αγχος σε εργαζόμενους στην Τοπική
Αυτοδιοίκηση λόγω αναδιαρθρώσεων που επέφερε το Πρόγραμμα Καλλικράτης)
Υλοποίηση: Ελληνικό Ινστιτούτο Υγιεινής και Ασφάλειας της Εργασίας, 2011-2012
Χρηματοδότηση: Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Γενική Διεύθυνση Απασχόλησης και Κοινωνικών Υποθέσεων
Προϋπολογισμός: 186.000,00 €
Current Status on Public Health and Occupational Diseases in Greece
Υλοποίηση: Ελληνικό Ινστιτούτο Υγιεινής και Ασφάλειας της Εργασίας, 2011-2012
Χρηματοδότηση: Gesellschaft Für Versicherungswissenschaft Und - Gestaltung E.V., Ευρωπαϊκή Επιτροπή
Προϋπολογισμός: 2.000,00 €
Εκπόνηση Μελετών Επαγγελματικού Κινδύνου στην Ελλάδα
Υλοποίηση: Ελληνικό Ινστιτούτο Υγιεινής και Ασφάλειας της Εργασίας, 2011-2014
Χρηματοδότηση: Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ΕΠ: Ανάπτυξη Ανθρώπινου Δυναμικού, ΕΣΠΑ
Προϋπολογισμός: 1.158.500,00 €
17
THESIS Health and Safety in Greece
Υλοποίηση: Ελληνικό Ινστιτούτο Υγιεινής και Ασφάλειας της Εργασίας, 2011-2013
Χρηματοδότηση: Ευρωπαϊκή Επιτροπή
Προϋπολογισμός: 30.565,00 €
Cross-border Research Center Environment and Health (RCEH)
Υλοποίηση: Regional Health Inspectorate Kardzhali, Βουλγαρία, Περιφερειακό Εργαστήριο Δημόσιας Υγείας
Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης, 2009-2013
Χρηματοδότηση: Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Πρόγραμμα Εδαφικής Συνεργασίας Ελλάδας Βουλγαρίας 2007-2013
Προϋπολογισμός: 1.977.362,20 € (Προϋπολογισμός ΚΕΕΛΠΝΟ/ΠΕΔΥ-ΑΜΘ: 119.110,00 €).
Δίκτυα Καταγραφών Καρκίνου
Μέτρο 5.2, Επιστημονικό Πεδίο 7
Υλοποίηση: Εθνική Σχολή Δημόσιας Υγείας, 2008
Χρηματοδότηση: Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Γ΄ ΚΠΣ Κοινωνία της Πληροφορίας
Προϋπολογισμός: 50.000,00 €
Ανάλυση επικινδυνότητας θέσεων εργασίας στον Υγειονομικό Τομέα
Μέτρο 5.2, Επιστημονικό Πεδίο 12
Υλοποίηση: Εθνική Σχολή Δημόσιας Υγείας, 2008
Χρηματοδότηση: Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Γ΄ ΚΠΣ Κοινωνία της Πληροφορίας
Προϋπολογισμός: 50.000,00 €
Βλαπτικές επιπτώσεις της χρήσης φυτοπροστατευτικών προϊόντων: εξειδικευμένοι βιοδείκτες στην υπηρεσία
της Δημόσιας Υγείας και εκστρατεία ενημέρωσης
Υλοποίηση: Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, 2012
Χρηματοδότηση: Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Ανάπτυξη Ανθρωπίνου Δυναμικού 2007-2013
Προϋπολογισμός: 180.000,00 €
Cross border epidemiology of sexually transmitted viral infections in the female populations: molecular
diagnostic approaches
Υλοποίηση: Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, 2012
Χρηματοδότηση: Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Γ΄ ΚΠΣ, INTERREG IV, Εδαφική Συνεργασία Ελλάδα - Βουλγαρία
Προϋπολογισμός: 180.000,00 €
Occupational exposure of health care personnel to chemotherapeutic agents in India: use of Cytosafecontained drugs
Υλοποίηση: Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, 2012
Χρηματοδότηση: Pfizer USA
Προϋπολογισμός: 20.000,00 €
Epidemiological Map of Network Region (Επιδημιολογικός Χάρτης Περιοχής Δικτύου) Διασυνοριακής
Περιοχής Ελλάδας - Βουλγαρίας (Ξάνθη - Smolyan)
Υλοποίηση: Ευρωσύμβουλοι Α.Ε., 2013
Χρηματοδότηση: Ευρωπαϊκή Επιτροπή, INTERREG, Περιφερειακό Ταμείο Ανάπτυξης ΑΜΘ
Προϋπολογισμός: 300.000,00 €
Εύρεση περιπτώσεων Φυματίωσης στον πληθυσμό και περιπτώσεων Ηπατίτιδας Β σε πληθυσμό υψηλού
κινδύνου στη Διασυνοριακή Περιοχή Ελλάδας - Βουλγαρίας (Ξάνθη - Smolyan)
Υλοποίηση: Προοπτική Α.Ε., 2013
Χρηματοδότηση: Ευρωπαϊκή Επιτροπή, INTERREG, Περιφερειακό Ταμείο Ανάπτυξης ΑΜΘ
Προϋπολογισμός: 280.000,00 €
18
Δημοσιεύσεις σε πλήρη μορφή (στα αγγλικά) που περιλαμβάνονται στο PubMed
1. Skoufi GI, Nena E, Kostikas K, Lialios GA, Constantinidis TC, Daniil Z and Gourgoulianis K.
Association between occupational exposure, work-related respiratory symptoms and airway
obstruction and inflammation in hairdressers. Int J Occup Environ Med. 2013 Apr;4(2):53-60. PMID:
23567530.
2. Darwiche K, Zarogoulidis P, Karamanos NK, Domvri K, Chatzaki E, Constantinidis TC,
Kakolyris S and Zarogoulidis K. Efficacy versus safety concerns for aerosol chemotherapy in nonsmall-cell lung cancer: a future dilemma for micro-oncology. Future Oncol. 2013 Apr;9(4):505-25. doi:
10.2217/fon.12.205. PMID: 23560374.
3. Chatzaki E, Anton PA, Million M, Lambropoulou M, Constantinidis T, Kolios G, Taché Y and
Grigoriadis DE. Corticotropin-releasing factor receptor subtype 2 in human colonic mucosa: downregulation in ulcerative colitis. World J Gastroenterol. 2013 Mar 7;19(9):1416-23. doi:
10.3748/wjg.v19.i9.1416. PMID: 23539366.
4. Nikolaidis C, Orfanidis M, Hauri D, Mylonas S and Constantinidis T. Public health risk
assessment associated with heavy metal and arsenic exposure near an abandoned mine (Kirki,
Greece). Int J Environ Health Res. 2013 Feb 19. [Epub ahead of print]. PMID: 23418882.
5. Malliarou M, Sourtzi P, Galanis P, Constantinidis TC and Velonakis E. Occupational accidents in
Greek Armed Forces in Evros County. J R Army Med Corps. 2012 Dec;158(4):313-7. PMID:
23402068.
6. Pazaitou-Panayiotou K, Chemonidou C, Poupi A, Koureta M, Kaprara A, Lambropoulou M,
Constantinidis TC, Galaktidou G, Koffa M, Kiziridou A, Kakolyris S, Kolios G, Kortsaris A and
Chatzaki E. Gonadotropin-releasing hormone neuropeptides and receptor in human breast cancer:
Correlation to poor prognosis parameters. Peptides. 2013 Apr;42:15-24. doi:
10.1016/j.peptides.2012.12.016. Epub 2012 Dec 31. PMID: 23287110.
7. Zarogoulidis P, Constantinidis T, Steiropoulos P, Papanas N, Zarogoulidis K and Maltezos E.
Are there any differences in clinical and laboratory findings on admission between H1N1 positive and
negative patients with flu-like symptoms? BMC Res Notes. 2011 Jan 7;1(1):141. [Epub ahead of
print]. PMID: 21214902.
8. Zarogoulidis P, Glaros D, Kioumis I, Terzi E, Porpodis K, Tsiotsios A, Kallianos A, Trakada G,
Machairiotis N, Stylianaki A, Sakas A, Rapti A, Courcoutsakis N, Constantinidis TC, Maltezos E
and Zarogoulidis K. Clinical differences between influenza A (H1N1) virus and respiratory infection
between the two waves in 2009 and 2010. Int J Gen Med. 2012;5:675-82. Epub 2012 Aug 13. PMID:
22924013.
9. Zarogoulidis P, Glaros D, Kontakiotis T, Froudarakis M, Kioumis L, Kouroumichakis L,
Tsiotsios A, Kallianos A, Steiropoulos P, Porpodis K, Nena E, Papakosta D, Rapti A,
Constantinidis TC, Kerenidi T, Panopoulou M, Trakada G, Courcoutsakis N, Fouka E,
Zarogoulidis K and Maltezos E. Health costs from hospitalization with H1N1 infection during the
2009-2010 influenza pandemic compared with non-H1N1 respiratory infections. Int J Gen Med.
2012;5:175-82. Epub 2012 Mar 5. PMID: 22419882.
10. Touzopoulos P, Karanikas M, Zarogoulidis P, Mitrakas A, Porpodis K, Katsikogiannis N, Zervas
V, Kouroumichakis I, Constantinidis TC, Mikroulis D and Tsimogiannis KE. Current surgical
status of thyroid diseases. J Multidiscip Healthc. 2011;4:441-9. Epub 2011 Dec 14. PMID: 22247619.
19
11. Touzopoulos P, Zarogoulidis P, Mitrakas A, Karanikas M, Milothridis P, Matthaios D,
Kouroumichakis I, Proikaki S, Pavlioglou P, Katsikogiannis N and Constantinidis TC.
Occupational chemical burns: a 2-year experience in the emergency department. J Multidiscip
Healthc. 2011;4:349-52. Epub 2011 Oct 3. PMID: 22096339.
12. Nena E, Papanas N, Steiropoulos P, Zikidou P, Zarogoulidis P, Pita E, Constantinidis TC,
Maltezos E, Mikhailidis DP and Bouros D. Mean Platelet Volume and Platelet Distribution Width in
non-diabetic subjects with Obstructive Sleep Apnoea Syndrome: New indices of severity? Platelets.
2012;23(6):447-54. Epub 2011 Nov 10. PMID: 22070405.
13. Zarogoulidis P, Kouliatsis G, Papanas N, Spyratos D, Constantinidis TC, Kouroumichakis I,
Steiropoulos P, Mabroudi M, Matthaios D, Kerenidi T, Courcoutsakis N, Zarogoulidis K and
Maltezos E. Long-term respiratory follow-up of H1N1 infection. Virol J. 2011 Jun 25;8:319. PMID:
21702977.
14. Bountziouka V, Tzavelas G, Polychronopoulos E, Constantinidis TC and Panagiotakos DB.
Validity of dietary patterns derived in nutrition surveys using a priori and a posteriori multivariate
statistical methods. Int J Food Sci Nutr. 2011 Sep;62(6):617-27. Epub 2011 Apr 21. PMID: 21506886.
15. Bountziouka V, Constantinidis TC, Polychronopoulos E and Panagiotakos DB. Short-term
stability of dietary patterns defined a priori or a posterior. Maturitas. 2011 Mar;68(3):272-8. Epub 2011
Jan 12. PMID: 21227603.
16. Zarogoulidis P, Alexandropoulou I, Romanidou G, Konstasntinidis TG, Terzi E, Saridou S,
Stefanis A, Zarogoulidis K and Constantinidis TC. Community-acquired pneumonia due to
Legionella pneumophila, the utility of PCR, and a review of the antibiotics used. Int J Gen Med. 2011
Jan 6;4:15-9. PMID: 21403787.
17. Nikolaidis C, Zafiriadis I, Mathioudakis V and Constantinidis T. Heavy metal pollution associated
with an abandoned lead-zinc mine in the Kirki region, NE Greece. Bull Environ Contam Toxicol. 2010
Sep;85(3):307-12. Epub 2010 Jul 21. PMID: 20652224.
18. Kaprara A, Pazaitou-Panayiotou K, Chemonidou MC, Constantinidis TC, Lambropoulou M,
Koffa M, Kiziridou A, Kakolyris S, Kortsaris A and Chatzaki E. Distinct distribution of corticotropin
releasing factor receptors in human breast cancer. Neuropeptides. 2010 Oct;44(5):355-61. Epub
2010 Jul 13. PMID: 20630588.
19. Nena E, Steiropoulos P, Constantinidis TC, Perantoni E and Tsara V. Work productivity in
obstructive sleep apnea patients. J Occup Environ Med. 2010 Jun;52(6):622-5. PMID: 20523238.
20. Karayannopoulou M, Loukopoulos P, Papazoglou LG, Tsioli V, Anagnostou TL, Assaloumidis
N, Constantinidis TC, Assimopoulou AN, Kaldrymidou E and Papageorgiou VP. Naturally
occurring isohexenylnaphthazarins and wound healing: experimental study in dogs. J Cutan Med
Surg. 2010 Mar-Apr;14(2):62-70. PMID: 20338121.
21. Paschos KA, Charsou C, Constantinidis TC, Anagnostoulis S, Lambropoulou M, Papachristou
F, Simopoulos K and Chatzaki E. Corticotropin-releasing hormone receptors mediate opposing
effects in cholestasis-induced liver cell apoptosis. Endocrinology. 2010 Apr;151(4):1704-12. Epub
2010 Feb 26. PMID: 20189999.
22. Constantinidis TC, Vagka E, Dallidou P, Basta P, Drakopoulos V, Kakolyris S and Chatzaki E.
Occupational health and safety of personnel handling chemotherapeutic agents in Greek hospitals.
20
Eur J Cancer Care (Engl). 2011 Jan;20(1):123-31. doi: 10.1111/j.1365-2354.2009.01150.x. PMID:
20148939.
23. Jelastopulu E, Alexopoulos EC, Venieri D, Tsiros G, Komninou G, Constantinidis TC and
Chrysanthopoulos K. Substantial underreporting of tuberculosis in West Greece: implications for
local and national surveillance. Euro Surveill. 2009 Mar 19;14(11). pii: 19152. PMID: 19317978.
24. Tsaroucha AK, Papalois A, Vernadakis S, Adamopoulos S, Papadopoulos K, Lambropoulou M,
Constadinidis T, Kyriazi A, Papadopoulos N and Simopoulos C. The effect of U-74389G on liver
recovery after acute liver ischemia-reperfusion injury in a swine model. J Surg Res. 2009
Jan;151(1):10-4. doi: 10.1016/j.jss.2008.01.024. Epub 2008 Feb 27. PMID: 18468628.
25. Agorastos T, Papadopoulos N, Lambropoulos AF, Chrisafi S, Mikos T, Goulis DG,
Constantinidis TC, Kotsis A and Bontis JN. Glutathione-S-transferase M1 and T1 and cytochrome
P1A1 genetic polymorphisms and susceptibility to cervical intraepithelial neoplasia in Greek women.
Eur J Cancer Prev. 2007 Dec;16(6):498-504. PMID: 18090121.
26. Mazokopakis EE and Constantinidis TC. Definition of occupational lead toxicity in Greece. Environ
Health Perspect. 2007 Oct;115(10):A486. PMID: 17938709.
27. Jelastopulu E, Venieri D, Komninou G, Kolokotronis T, Constantinidis TC and Bantias C.
Outbreak of acute gastroenteritis in an air force base in Western Greece. BMC Public Health. 2006
Oct 17;6:254. PMID: 17044937.
28. Chatzaki E, Lambropoulou M, Constantinidis TC, Papadopoulos N, Taché Y, Minopoulos G and
Grigoriadis DE. Corticotropin-releasing factor (CRF) receptor type 2 in the human stomach:
protective biological role by inhibition of apoptosis. J Cell Physiol. 2006 Dec;2009(3):905-11. PMID:
16972272.
29. Karayannopoulou M, Polizopoulou ZS, Koutinas AF, Fytianou A, Roubies N, Kaldrymidou E,
Tsioli V, Patsikas MN, Constantinidis TC and Koutinas CK. Serum alkaline phosphatase
isoenzyme activities in canine malignant mammary neoplasms with and without osseous
transformation. Vet Clin Pathol. 2006 Sep;35(3):287-90. PMID: 16967410.
30. Karayannopoulou M, Kaldrymidou E, Constantinidis TC and Dessiris A. Histological grading and
prognosis in dogs with mammary carcinomas: application of a human grading method. J Comp
Pathol. 2005 Nov;133(4):246-52. Epub 2005 Oct 3. PMID: 16202421.
31. Rachiotis G, Constantinidis TC, Dounias G, Drivas S and Makropoulos V. Occupational injuries in
Greece (1938-1955): history of medicine and descriptive epidemiology. Epidemiol Prev. 2004 NovDec;28(6):350-3. PMID: 15792158.
32. Komnenou A, Karayannopoulou M, Polizopoulou ZS, Constantinidis TC and Dessiris A.
Correlation of serum alkaline phosphatase activity with the healing process of long bone fractures in
dogs. Vet Clin Pathol. 2005;34(1):35-8. PMID: 15732015.
33. Papadopoulou F, Krassas GE, Kalothetou C, Koliakos G and Constantinidis TC. Serum leptin
values in relation to bone density and growth hormone-insulin like growth factors axis in healthy men.
Arch Androl. 2004 Mar-Apr;50(2):97-103. PMID: 14761840.
34. Foka ZJ, Lambropoulos AF, Makris PE, Constantinidis TC and Kotsis A. High frequency of factor
V Leiden and prothrombin G20210A mutations in Greek hemophiliacs. J Thromb Haemost. 2003
May;1(5):1116-7. PMID: 12871386.
21
35. Lambropoulos AF, Agorastos T, Foka ZJ, Chrisafi S, Constantinidis TC, Bontis J and Kotsis A.
Methylenetetrahydrofolate reductase polymorphism C677T is not associated to the risk of cervical
dysplasia. Cancer Lett. 2003 Mar 10;191(2):187-91. PMID: 12618332.
36. Zarogoulidis K, Kontakiotis T, Hatziapostolou P, Fachantidou E, Delis D, Goutsikas J,
Constantinidis TC, Athanasiadis A and Patakas D. A Phase II study of docetaxel and carboplatin in
the treatment of non-small cell lung cancer. Lung Cancer. 2001 Jun;32(3):281-7. PMID: 11390009.
37. Karayannopoulou M, Kaldrymidou E, Constantinidis TC and Dessiris A. Adjuvant post-operative
chemotherapy in bitches with mammary cancer. J Vet Med A Physiol Pathol Clin Med. 2001
Mar;48(2):85-96. PMID: 11315572.
38. Papadopoulou FG, Mamopoulos AM, Triantos A, Constantinidis TC, Papadimas J,
Assimakopoulos EA, Koliakos G and Mamopoulos M. Leptin levels in maternal and cord serum:
relationship with fetal development and placental weight. J Matern Fetal Med. 2000 Sep-Oct;9(5):298302. PMID: 11132587.
39. Agorastos T, Lambropoulos AF, Constantinidis TC, Kotsis A and Bontis JN. p53 codon 72
polymorphism and risk of intra-epithelial and invasive cervical neoplasia in Greek women. Eur J
Cancer Prev. 2000 Apr;9(2):113-8. PMID: 10830578.
40. Sichletidis L, Kottakis J, Marcou S, Constantinidis TC and Antoniades A. Bronchodilatory
responses to formoterol, ipratropium, and their combination in patients with stable COPD. Int J Clin
Pract. 1999 Apr-May;53(3):185-8. PMID: 10665129.
41. Arvanitidou M, Constantinidis TC, Doutsos J, Mandraveli K and Katsouyannopoulos V.
Occupational hepatitis B virus infection in sewage workers. Med Lav. 1998 Sep-Oct;89(5):437-44.
PMID: 10064948.
42. Arvanitidou M, Papa A, Constantinidis TC, Danielides V and Katsouyannopoulos V. The
occurrence of Listeria spp. and Salmonella spp. in surface waters. Microbiol Res. 1997
Dec;152(4):395-7. PMID: 9468661.
43. Arvanitidou M, Stathopoulos GA, Constantinidis TC and Katsouyannopoulos V. The occurrence
of Salmonella, Campylobacter and Yersinia spp. in river and lake waters. Microbiol Res. 1995
May;150(2):153-8. PMID: 7600009.
44. Agorastos T, Bontis J, Lambropoulos AF, Constantinidis TC, Nasioutziki M, Tagou C and
Katsouyiannopoulos V. Epidemiology of human papillomavirus infection in Greek asymptomatic
women. Eur J Cancer Prev. 1995 Apr;4(2):159-67. PMID: 7767242.
45. Patsourou A, Konstantinides T, Mantadakis E, Tsalkidis A, Zarras C, Balaska A, Simopoulos K
and Chatzimichael A. Growth of Exclusively Breastfed and Self-Weaned Children of Greece Aged 036 Months. Breastfeed Med. 2012 Sep 10. PMID: 22963461.
46. Piperidou C, Karlovasitou A, Triantafyllou N, Terzoudi A, Constantinidis T, Vadikolias K,
Heliopoulos I, Vassilopoulos D and Balogiannis S. Influence of sleep disturbance on quality of life
of patients with epilepsy. Seizure. 2008 Oct;17(7):588-94. Epub 2008 Apr 8. PMID: 18396419.
47. Nena E, Tsara V, Steiropoulos P, Constantinidis T, Katsarou Z, Christaki P and Bouros D.
Sleep-disordered breathing and quality of life of railway drivers in Greece. Chest. 2008 Jul;134(1):7986. Epub 2008 Mar 17. PMID: 18347205.
22
48. Agorastos T, Chrisafi S, Lambropoulos AF, Mikos T, Constandinides TC, Schlehofer JR,
Schlehofer B, Kotsis A and Bontis JN. Adeno-associated virus infection and cervical neoplasia: is
there a protective role against human papillomavirus-related carcinogenesis? Eur J Cancer Prev.
2008 Aug;17(4):364-8. doi: 10.1097/CEJ.0b013e3282b6fd2e. PMID: 18562963.
49. Tzotzas T, Dumont L, Triantos A, Karamouzis M, Constantinidis T and Lagrost L. Early
decreases in plasma lipid transfer proteins during weight reduction. Obesity (Silver Spring). 2006
Jun;14(6):1038-45. PMID: 16861609.
50. Krassas GE, Tsametis C, Baleki V, Constantinidis T, Unluhizarci K, Kurtoglu S and Kelestimur
F. Balkan Group for the Study of Obesity. Prevalence of overweight and obesity among children and
adolescents in Thessaloniki-Greece and Kayseri-Turkey. Pediatr Endocrinol Rev. 2004 Aug;1 Suppl
3:460-4. PMID: 16444175.
51. Krassas GE, Pontikides N, Loustis K, Koliakos G, Constantinidis T and Panidis D. Resistin
levels in hyperthyroid patients before and after restoration of thyroid function: relationship with body
weight and body composition. Eur J Endocrinol. 2005 Aug;153(2):217-21. PMID: 16061827.
52. Agorastos T, Vaitsi V, Paschopoulos M, Vakiani A, Zournatzi-Koiou V, Saravelos H,
Kostopoulou E, Constantinidis T, Dinas K, Vavilis D, Lolis D and Bontis J. Prolonged use of
gonadotropin-releasing hormone agonist and tibolone as add-back therapy for the treatment of
endometrial hyperplasia. Maturitas. 2004 Jun 15;48(2):125-32. PMID: 15172086.
53. Pitiakoudis M, Tsaroucha A, Mimidis K, Constantinidis T, Anagnostoulis S, Stathopoulos G and
Simopoulos C. Esophageal and small bowel obstruction by occupational bezoar: report of a case.
BMC Gastroenterol. 2003 Jun 9;3:13. PMID: 12795814; Central PMCID: PMC165420.
54. Psirropoulos D, Efthimiadis A, Boudonas G, Papadopoulos I, Papadopoulos G, Ekklisiarchos
D, Parthenis M, Constantinidis T and Lefkos N. Detection of myocardial ischemia in the elderly
versus the young by stress thallium-201 scintigraphy and its relation to important coronary artery
disease. Heart Vessels. 2002 May;16(4):131-6. PMID: 12224783.
55. Goutzioulis M, Vavilis D, Agorastos T, Konstantinidis T, Pantazis K, Goutzioulis A, Goulis DG,
Makedos G and Bontis JN. Tibolone therapy in breast cancer survivors: a retrospective study. J
Obstet Gynaecol Res. 2007 Feb;33(1):68-73. PMID: 17212669.
56. Tzotzas T, Konstantinidis T, Bougoulia M and Krassas GE. Factors associated with body mass
index in adults from Northern Greece. Hormones. 2004 Apr-Jun;3(2):111-9. PMID: 16982585.
57. Sichletidis L, Tsiotsios I, Gavriilidis A, Chloros D, Kottakis I, Daskalopoulou E and
Konstantinidis T. Prevalence of chronic obstructive pulmonary disease and rhinitis in northern
Greece. Respiration. 2005 May-Jun;72(3):270-7. PMID: 15942296.
58. Sichletidis LT, Tsiotsios I, Gavriilidis A, Chloros D, Konstantinidis T, Psarrakos K,
Koufogiannis D, Siountas A and Filippou D. Deaths from neoplasms and detection of radionuclides
in excised human lungs in the Eordea Basin, Greece. Arch Environ Health. 2003 Dec;58(12):789-93.
PMID: 15859514.
59. Vainas G, Pasaitou V, Galaktidou G, Maris K, Christodoulou K, Constantinidis C and Kortsaris
AH. The role of somatostatin analogues in complete antiandrogen treatment in patients with prostatic
carcinoma. J Exp Clin Cancer Res. 1997 Mar;16(1):119-26. PMID: 9148872.
23
60. Sotiriadis A, Dagklis T, Siamanta V, Chatzigeorgiou K, Agorastos T, Lysistrata Study Group
Collaborators: Agorastos T, Athanatos D, Bili E, Chatzigeorgiou K, Constantinides T, Dagklis T,
Dampala K, Goulis D, Karagkouni D, Kyrou D, Lambropoulos A, Mikos T, Salonikidou E,
Siamanta V, Sotiriadis A, Tantsis A, Togaridou E, Tympanidis I, Vavilis D and Zafrakas M.
Increasing fear of adverse effects drops intention to vaccinate after the introduction of prophylactic
HPV vaccine. Arch Gynecol Obstet. 2012 Jun;285(6):1719-24. Epub 2012 Jan 14. PMID: 22246478.
61. Agorastos T, Masouridou S, Lambropoulos AF, Chrisafi S, Miliaras D, Pantazis K,
Constantinides TC, Kotsis A and Bontis I. p53 codon 72 polymorphism and correlation with ovarian
and endometrial cancer in Greek women. Eur J Cancer Prev. 2004 Aug;13(4):277-80. PMID:
15554555.
62. Arvanitidou M, Kanellou K, Constantinides TC and Katsouyannopoulos V. The occurrence of
fungi in hospital and community potable waters. Lett Appl Microbiol. 1999 Aug;29(2):81-4. PMID:
10499294.
63. Aivazis V, Hatzimichail A, Stavridis J, Bourli E, Konstantinidis TH and Katsougiannopoulos V.
Growth and other factors affecting peak expiratory flow in Greek children. Minerva Pediatr. 2005
Apr;57(2):83-9. PMID: 15986000.
64. Sichletidis L, Tsiotsios I, Chloros D, Daskalopoulou E, Ziomas I, Michailidis K, Kottakis I,
Konstantinidis TH and Palladas P. The effect of environmental pollution on the respiratory system of
lignite miners: a diachronic study. Med Lav. 2004 Nov-Dec;95(6):452-64. PMID: 15736306.
65. Krassas GE, Papadopoulou P, Koliakos G, Konstantinidis T and Kalothetou K. Growth hormone,
insulin growth factor-1, and igf binding protein-3 axis relationship with bone mineral density among
healthy men. Arch Androl. 2003 May-Jun;49(3):191-9. PMID: 12746097.
66. Krassas GE, Papadopoulou FG, Doukidis D, Konstantinidis TH and Kalothetou K. Age-related
changes in bone density among healthy Greek males. J Endocrinol Invest. 2001 May;24(5):326-33.
PMID: 11407652.
67. Glania T, Lialiaris T, Tripsianis G, Papadakis N and Constandinidis TC. Is psychopathology
related to children's unintentional injury? Int J Adolesc Med Health. 2010 Oct-Dec;22(4):567-73.
PMID: 21404887.
68. Glania T, Lialiaris T, Tripsianis G and Constandinidis TC. Socio-demographic risks of child injury
in a Greek region. Int J Adolesc Med Health. 2010 Apr-Jun;22(2):263-70. PMID: 21061927.
69. Boubopoulos NJ, Constandinidis TC, Froudarakis ME and Bouros D. Reduction in cotton dust
concentration does not totally eliminate respiratory health hazards: the Greek study. Toxicol Ind
Health. 2010 Nov;26(10):701-7. Epub 2010 Jul 16. PMID: 20639277.
70. Trakada GP, Steiropoulos P, Nena E, Constandinidis TC and Bouros D. Prevalence and clinical
characteristics of obesity hypoventilation syndrome among individuals reporting sleep-related
breathing symptoms in northern Greece. Sleep Breath. 2010 Dec;14(4):381-6. Epub 2010 May 22.
PMID: 20495963.
71. Sofianou DC, Constandinidis TC, Yannacou M, Anastasiou H and Sofianos E. Analysis of risk
factors for ventilator-associated pneumonia in a multidisciplinary intensive care unit. Eur J Clin
Microbiol Infect Dis. 2000 Jun;19(6):460-3. PMID: 10947222.
24
72. Kimiskidis VK, Mirtsou-Fidani V, Papaioannidou PG, Niopas I, Georgiadis G and Constadinidis
TC, Kazis AD. A phase I clinical trial of dextromethorphan in intractable partial epilepsy. Methods
Find Exp Clin Pharmacol. 1999 Dec;21(10):673-8. PMID: 10702964.
73. Tzotzas T, Samara M, Constantinidis T, Tziomalos K and Krassas G. Sort-term administration of
orlistat reduced daytime triglyceridemia in obese women with the metabolic syndrome. Angiology.
2007 Feb-Mar;58(1):26-33. PMID: 17351155.
74. Krassas GE, Tzotzas T, Tsametis C and Konstantinidis T. Determinants of body mass index in
Greek children and adolescents. J Pediatr Endocrinol Metab. 2001;14 Suppl 5:1327-33; discussion
1365. PMID: 11964030.
75. Krassas GE, Tzotzas T, Tsametis C and Konstantinidis T. Prevalence and trends in overweight
and obesity among children and adolescents in Thessaloniki, Greece. J Pediatr Endocrinol Metab.
2001;14 Suppl 5:1319-26; discussion 1365. PMID: 11964029.
76. Athanasakis K, Pavi E, Konstandinides T, Hristov J, Vodenicharov T, Tchamov K,
Papathanasiou J and Kyriopoulos J. Survey of the curricula of public health training programs
across Bulgaria and Greece: opportunities for future collaboration. Folia Med (Plovdiv). 2010 AprJun;52(2):72-7. PMID: 20836401.
77. Pratsidou-Gertsi P, Kanakoudi-Tsakalidou F, Spyropoulou M, Germenis A, Adam K, Taparkou
A, Siamopoulou A, Drakou C, Konstantinidis T, Prieur AM and Stavropoulos-Giokas C.
Nationwide collaborative study of HLA class II associations with distinct types of juvenile chronic
arthritis (JCA) in Greece. Eur J Immunogenet. 1999 Aug;26(4):299-310. PMID: 10457895.
78. Bougoulia M, Tzotzas T, Efthymiou H, Koliakos G, Konstantinidis T, Triantos A and Krassas
GE. Leptin concentrations during oral glucose tolerance test (OGTT) in obese and normal weight
women. Int J Obes Relat Metab Disord. 1999 Jun;23(6):625-8. PMID: 10411236.
79. Arvanitidou M, Kanellou K, Constantinidis T and Katsouyannopoulos V. Higher prevalence of
Alternaria spp. in marine and river waters than in potable samples. Microbiol Res. 2000
Apr;155(1):49-51. PMID: 10830900.
80. Tzotzas T, Krassas GE, Konstantinidis T and Bougoulia M. Changes in lipoprotein(a) levels in
overt and subclinical hypothyroidism before and during treatment. Thyroid. 2000 Sep;10(9):803-8.
PMID: 11041458.
81. Rombi T, Triantafyllidis A, Fotas A, Konstantinidis T and Touloupidis S. Socioeconomic
evaluation of the treatment of ureteral lithiasis. Hippokratia. 2011 Jul;15(3):252-7. PMID: 22435024.
82. Zarogoulidis P, Orfanidis M, Constadinidis TC, Eleutheriadou E, Kontakiotis T, Kerenidi T,
Sakkas L, Courcoutsakis N and Zarogoulidis K. A 26-year-old male with mesothelioma due to
asbestos exposure. Case Report Med. 2011;2011:951732. Epub 2011 Jul 12. PMID: 21776278.
83. Agorastos T, Karavida A, Lambropoulos A, Constantinidis T, Tzitzimikas S, Chrisafi S,
Saravelos H, Vavilis D, Kotsis A and Bontis J. Factor V Leiden and prothrombin G20210A
mutations in pregnancies with adverse outcome. J Matern Fetal Neonatal Med. 2002 Oct;12(4):26773. PMID: 12572596.
84. Lambropoulou M, Tamiolakis D, Venizelos J, Liberis V, Galazios G, Tsikouras P, Karamanidis
D, Petrakis G, Constantinidis T, Menegaki M and Papadopoulos N. Imbalance of mononuclear cell
infiltrates in the placental tissue from foetuses after spontaneous abortion versus therapeutic
25
termination from 8th to 12th weeks of gestational age. Clin Exp Med. 2006 Dec;6(4):171-6. PMID:
17191109.
85. Drossou V, Kanakoudi F, Diamanti E, Tzimouli V, Konstantinidis T, Germenis A,
Kremenopoulos G and Katsougiannopoulos V. Concentrations of main serum opsonins in early
infancy. Arch Dis Child Fetal Neonatal Ed. 1995 May;72(3):F172-5. PMID: 7796232.
86. Kanakoudi F, Drossou V, Tzimouli V, Diamanti E, Konstantinidis T, Germenis A and
Kremenopoulos G. Serum concentrations of 10 acute-phase proteins in healthy term and preterm
infants from birth to age 6 months. Clin Chem. 1995 Apr;41(4):605-8. PMID: 7536645.
87. Drossou V, Diamanti E, Noutsia H, Konstantinidis T and Katsougiannopoulos V. Accuracy of
anthropometric measurements in predicting symptomatic SGA and LGA neonates. Acta Paediatr.
1995 Jan;84(1):1-5. PMID: 7734886.
88. Agorastos T, Bontis J, Vakiani A, Vavilis D and Constantinidis T. Treatment of endometrial
hyperplasias with gonadotropin-releasing hormone agonists: pathological, clinical, morphometric, and
DNA-cytometric data. Gynecol Oncol. 1997 Apr;65(1):102-14. PMID: 9103399.
89. Vavilis D, Agorastos T, Tzafetas J, Loufopoulos A, Vakiani M, Constantinidis T, Patsiaoura K
and Bontis J. Adenomyosis at hysterectomy: prevalence and relationship to operative findings and
reproductive and menstrual factors. Clin Exp Obstet Gynecol. 1997;24(1):36-8. PMID: 9107456.
90. Arvanitidou M, Spaia S, Katsinas C, Pangidis P, Constantinidis T, Katsouyannopoulos V and
Vayonas G. Microbiological quality of water and dialysate in all haemodialysis centres of Greece.
Nephrol Dial Transplant. 1998 Apr;13(4):949-54. PMID: 9568856.
91. Tsara V, Serasli E, Amfilochiou A, Constantinidis T and Christaki P. Greek version of the Epworth
Sleepiness Scale. Sleep Breath. 2004 Jun;8(2):91-5. PMID: 15211393.
92. Agorastos T, Dinas K, Lloveras B, de Sanjose S, Kornegay JR, Bonti H, Bosch FX,
Constantinidis T and Bontis J. Human papillomavirus testing for primary screening in women at low
risk of developing cervical cancer. The Greek experience. Gynecol Oncol. 2005 Mar;96(3):714-20.
PMID: 15721416.
93. Agorastos T, Bontis J, Tarlatzis B, Billi H, Constantinidis T and Mantalenakis S. Application of
image analysis cytometry in follicular fluid cells obtained from in-vitro fertilization cycles: relationships
to patient's age, oocyte maturity, fertilizability and in-vitro fertilization outcome. Hum Reprod. 1996
Oct;11(10):2200-7. PMID: 8943529.
94. Vavilis D, Agorastos T, Vakiani M, Jafetas J, Panidis D, Konstantinidis T and Bontis J. The
effect of transdermal estradiol on the conjunctiva in postmenopausal women. Eur J Obstet Gynecol
Reprod Biol. 1997 Mar;72(1):93-6. PMID: 9076429.
95. Bontis J, Vavilis D, Agorastos T, Zournatzi V, Konstantinidis T and Tagou K. Maternal plasma
level of thrombomodulin is increased in mild preeclampsia. Eur J Obstet Gynecol Reprod Biol. 1995
Jun;60(2):139-41. PMID: 7641965.
96. Bontis J, Vavilis D, Panidis D, Theodoridis T, Konstantinidis T and Sidiropoulou A. Detection of
Chlamydia trachomatis in asymptomatic women: relationship to history, contraception, and cervicitis.
Adv Contracept. 1994 Dec;10(4):309-15. PMID: 7740997.
26
97. Papachristou A, Bourli E, Aivazi D, Futzila E, Papastavrou Th, Konstandinidis Th, Maratou E,
Ilonidis G and Aivazis V. Normal peak nasal inspiratory flow rate values in Greek children and
adolescents. Hippokratia. 2008 Apr-Jun; 12(2): 94-97. PMID: 18923655 [PubMed] PMCID:
PMC2464304.
98. Sichletidis L, Chloros D, Konstantinidis T, Tsiotsios A, Melas D, Petrakakis M and Kelesis A.
Smoking and pollution cause an increase in expired carbon monoxide in kiosk workers. Med Lav.
2007 Jul-Aug;98(4):296-301. PMID: 17679342.
99. Krassas GE, Pontikides N, Loustis K, Koliakos G, Constantinidis T and Kaltsas T. Resistin levels
are normal in hypothyroidism and remain unchanged after attainment of euthyroidism: relationship
with insulin levels and anthropometric parameters. J Endocrinol Invest. 2006 Jul-Aug;29(7):606-12.
PMID: 16957408.
27
Περιλήψεις αγγλόφωνων δημοσιεύσεων που περιλαμβάνονται στο PubMed
01
Association between occupational exposure, work-related respiratory symptoms and airway obstruction and
inflammation in hairdressers.
Skoufi GI, Nena E, Kostikas K, Lialios GA, Constantinidis TC, Daniil Z and Gourgoulianis K
Int J Occup Environ Med. 2013 Apr;4(2):53-60.
Background: Hairdressers are occupationally exposed to a number of agents in their workplace that result in
respiratory symptoms and changes in pulmonary function.
Objective: To evaluate associations between occupational exposure and respiratory function and reported
symptoms in a group of hairdressers compared to a control group.
Methods: A questionnaire on respiratory symptoms and workplace characteristics was completed by 94
hairdressers and 39 age- and sex-matched controls. Spirometry and exhaled nitric oxide (FeNO)
measurements were also performed.
Results: Hairdressers reported more severe dyspnea (p=0.03) and eye (p=0.001) and throat (p=0.007)
irritation, compared to the control group, at the workplace; no differences were noted at home. Lower
FEV1/FVC (p<0.001) and higher FeNO values (p=0.012) were observed in hairdressers. A larger working area
and presence of window ventilation were associated with better pulmonary function.
Conclusion: Worsening of symptoms and pulmonary function at workplace, and alleviating the symptoms at
home, indicate that they may be related to occupational exposure.
PMID: 23567530
02
Efficacy versus safety concerns for aerosol chemotherapy in non-small-cell lung cancer: a future dilemma for
micro-oncology.
Darwiche K, Zarogoulidis P, Karamanos NK, Domvri K, Chatzaki E, Constantinidis TC, Kakolyris S and
Zarogoulidis K
Future Oncol. 2013 Apr;9(4):505-25. doi: 10.2217/fon.12.205.
Inhaled chemotherapy was first used more than 30 years ago. Since then, numerous chemotherapeutic
agents have been used in either in vitro or in vivo studies. Several aspects of the methodology of the drug
administration have been thoroughly demonstrated and explained. However, the safety concerns of these
studies were not thoroughly investigated and different results regarding the same drug formulations have
been reported. There are cases where the studies failed to demonstrate the long-term effects of the
chemotherapeutic drug formulations to the lung parenchyma. Acute and latent effects observed in a small
number of human trial studies are still under investigation of inhaled chemotherapy administration. This review
provides data regarding all up-to-date inhaled chemotherapy studies and presents the methodological
parameters of the safety measures incorporated. In addition, a commentary regarding the safety concerns for
the medical staff participating in these studies will be presented.
PMID: 23560374
03
Corticotropin-releasing factor receptor subtype 2 in human colonic mucosa: down-regulation in ulcerative
colitis.
Chatzaki E, Anton PA, Million M, Lambropoulou M, Constantinidis T, Kolios G, Taché Y and Grigoriadis
DE
World J Gastroenterol. 2013 Mar 7;19(9):1416-23. doi: 10.3748/wjg.v19.i9.1416.
Aim: To assess corticotropin-releasing factor receptor 2 (CRF2) expression in the colon of healthy subjects
and patients with ulcerative colitis (UC).
Methods: We examined CRF2 gene and protein expression in the distal/sigmoid colonic mucosal biopsies
from healthy subjects and patients with UC (active or disease in remission), human immunodeficiency virus
28
(HIV) and functional bowel disease (FBD) by reverse transcription-polymerase chain reaction and
immunofluorescence.
Results: Gene expression of CRF2 was demonstrated in the normal human colonic biopsies, but not in the
human colorectal adenocarcinoma cell line Caco2. Receptor protein localization showed immunoreactive
CRF2 receptors in the lamina propria and in the epithelial cells of the distal/sigmoid biopsy samples.
Interestingly, CRF2 immunoreactivity was no longer observed in epithelial cells of patients with mildmoderately active UC and disease in remission, while receptor protein expression did not change in the
lamina propria. No differences in CRF2 expression profile were observed in distal/sigmoid intestinal biopsies
from HIV infection and FBD patients, showing no signs of inflammation.
Conclusion: The down-regulation of the CRF2 receptor in the distal/sigmoid biopsies of UC patients is
indicative of change in CRF2 signalling associated with the process of inflammation.
PMID: 23539366 PMCID: PMC3602501
04
Public health risk assessment associated with heavy metal and arsenic exposure near an abandoned mine
(Kirki, Greece).
Nikolaidis C, Orfanidis M, Hauri D, Mylonas S and Constantinidis T
Int J Environ Health Res. 2013 Feb 19. [Epub ahead of print]
The 'Agios Philippos' lead-zinc mine in the Kirki region (NE Greece) is now closed, but its legacy of heavy
metal contamination remains at the site. At present, management of the contaminated land is of major
concern. The area is in a reclamation process and requires immediate remediation action, whereas human
risks need to be carefully evaluated. In order to assess these risks, samples from around the mine were
collected and analyzed and a scenario involving the oral, dermal, and inhaled doses of arsenic and heavy
metals was formulated. A Monte Carlo approach was undertaken, in order to model the average daily dose
and quantify the corresponding hazard index and cancer risk. A toxicological risk was associated with samples
collected in the vicinity of the mine (floatation, mine tailings) and a pronounced carcinogenic risk for arsenic
was evident at the broader occupational/environmental setting. These findings urge for immediate
rehabilitation actions that will mitigate population exposures and promote long-term environmental safety in
the area.
PMID: 23418882
05
Occupational accidents in Greek Armed Forces in Evros County.
Malliarou M, Sourtzi P, Galanis P, Constantinidis TC and Velonakis E
J R Army Med Corps. 2012 Dec;158(4):313-7.
Aim: The purpose of this study was to investigate risk factors for occupational accidents and the relationship
between perceived and actual risk of occupational accidents in Greek soldiers.
Method: A case-control study was conducted of military personnel in Evros county in Greece. Cases (n = 250)
were defined as enlisted personnel having had an accident at work and the control series (n = 300) comprised
of a simple random sample, stratified by age from the army population.
Results: Conscripted soldiers (OR = 3.8, 95%CI: 2.21 - 6.58, p < 0.001) and professional soldiers (OR = 2.2,
95%CI: 1.28 - 3.75, p = 0.004) had higher frequency of occurrence of accidents in comparison to army
officers. The degree of risk perception due to electrical hazards (OR = 2.8, 95%CI: 1.81 - 4.18, p < 0.001),
lighting (OR = 2.6, 95%CI: 1.74 - 3.97, p < 0.001), falls (OR = 2.9, 95%CI: 1.61 - 5.13, p < 0.001) and
inadequate safety signs (OR = 3.3, 95%CI: 1.99 - 5.49, p < 0.001) were associated with increased occurrence
of accident. Regression analysis demonstrated a significant relationship between the accident and the age,
time of service in the present unit, specialty, level of education, years of service and the overall military
training.
Conclusion: This study highlights the increased likelihood of occupational accidents among military personnel
with lower rank and lower level of education, less working experience (fewer years of service) and less military
training (conscripted and professional soldiers). The existence of occupational accidents in the workplace,
29
civilian or military, creates the need for the adoption of policies for the protection of workers and the
organization of occupational preventive services.
PMID: 23402068
06
Gonadotropin-releasing hormone neuropeptides and receptor in human breast cancer: Correlation to poor
prognosis parameters.
Pazaitou-Panayiotou K, Chemonidou C, Poupi A, Koureta M, Kaprara A, Lambropoulou M,
Constantinidis TC, Galaktidou G, Koffa M, Kiziridou A, Kakolyris S, Kolios G, Kortsaris A and Chatzaki E
Peptides. 2013 Apr;42:15-24. doi: 10.1016/j.peptides.2012.12.016. Epub 2012 Dec 31.
Expression of the two gonadotropin-releasing hormone homologue peptides GnRHI and GnRHII and their
receptor GnRHR has been demonstrated in a number of malignancies. In hormone-dependent breast cancer,
GnRH analogs are used for therapy in premenopausal women. Gene expression of GnRHI, II and R was
studied in breast biopsies from primary breast adenocarcinoma obtained from the tumor and the adjacent
benign tissue. Levels were evaluated by a multiplex real-time RT-PCR. GnRHI transcripts were detected in
14.7% of the benign and 29.4% malignant biopsies and GnRHII in 21.2% benign and 44.1% malignant
biopsies. GnRHR was also more frequent in the malignant (54.2%) than in the benign (24.0%) biopsies, at
similar expression levels. No transcripts were detected in biopsies from healthy individuals. There was a
strong correlation between the presence of GnRHI and GnRHII transcripts and their receptor in the benign
and the malignant biopsies. GnRHI, II and R expression correlated significantly with poor prognosis
pathological parameters. Immunohistochemistry for GnRHR revealed expression in malignant cells and in
epithelial cells of mammary ducts of the adjacent area with pre-cancerous features. In contrast, GnRH I and II
peptides were rarely expressed at low levels in breast cancer cells. In conclusion GnRH peptides and receptor
are expressed more frequently in breast tumors than in the adjacent mammary tissue, representing a
malignant feature. Their expression correlated to tumor characteristics of poor prognosis and was therefore
related to more aggressive malignancies. Concomitant expression of peptides and receptor supports an
autocrine/paracrine regulating role.
PMID: 23287110
07
Are there any differences in clinical and laboratory findings on admission between H1N1 positive and negative
patients with flu-like symptoms?
Zarogoulidis P, Constantinidis T, Steiropoulos P, Papanas N, Zarogoulidis K and Maltezos E
BMC Res Notes. 2011 Jan 7;1(1):141. [Epub ahead of print]
Background: The World Health Organization alert for the H1N1 influenza pandemic led to the implementation
of certain measures regarding admission of patients with flu-like symptoms. All these instructions were
adopted by the Greek National Health System. The aim of this study was to retrospectively examine the
characteristics of all subjects admitted to the Unit of Infectious Diseases with symptoms indicating H1N1
infection, and to identify any differences between H1N1 positive or negative patients. Patients from the ED
(emergency department) with flu-like symptoms (sore throat, cough, rhinorhea, or nasal congestion) and fever
>37.5oC were admitted in the Unit of Infectious diseases and gave pharyngeal or nasopharyngeal swabs.
Swabs were tested with real-time reverse-transcriptase-polymerase-chain-reaction (RT-PCR).
Findings: Patients were divided into two groups. Group A comprised 33 H1N1 positive patients and Group B
(control group) comprised of 27 H1N1 negative patients. The two groups did not differ in terms of patient age,
co-morbidities, length of hospitalization, temperature elevation, hypoxemia, as well as renal and liver function.
There were also no significant differences in severity on admission. C-reactive protein (CRP) (mean 12.8 vs.
5.74) and white blood count (WBC) (mean 10.528 vs. 7.114) were significantly higher in group B than in group
A upon admission. Obesity was noted in 8 patients of Group A (mean 31.67) and 14 patients of Group B
(mean 37.78). Body mass index (BMI) was lower in H1N1 positive than in H1N1 negative patients (mean
31.67 vs. 37.78, respectively; p=0.009).
30
Conclusions: The majority of patients in both groups were young male adults. CRP, WBC and BMI were
higher among H1N1 negative patients. Finally, clinical course of patients in both groups was mild and
uneventful.
PMID: 21214902 PMCID: PMC3035198
08
Clinical differences between influenza A (H1N1) virus and respiratory infection between the two waves in 2009
and 2010.
Zarogoulidis P, Glaros D, Kioumis I, Terzi E, Porpodis K, Tsiotsios A, Kallianos A, Trakada G,
Machairiotis N, Stylianaki A, Sakas A, Rapti A, Courcoutsakis N, Constantinidis TC, Maltezos E and
Zarogoulidis K
Int J Gen Med. 2012;5:675-82. doi: 10.2147/IJGM.S34940. Epub 2012 Aug 13.
Background: The purpose of the present retrospective study was to examine the clinical differences between
patients hospitalized with H1N1 virus and those hospitalized with nonvirus respiratory tract infection in 2009
and 2010.
Methods: Adult patient data were collected from three tertiary hospital centers. Real-time reverse transcriptase
polymerase chain reaction testing was used to confirm the diagnosis. We included 106 H1N1-positive patients
(52 from 2009 and 54 from 2010). These data were compared with those from 108 patients with H1N1negative respiratory tract infection (51 patients from 2009 and 57 from 2010).
Results: In 2009, the mean age was 36.4 years for H1N1-positive patients versus 46.4 years for H1N1negative patients, and mean body mass index (BMI) was 26.4 kg/m 2 patients and 28.1 kg/m2, respectively. In
2009, seven patients required intubation, six of whom were H1N1-positive. In 2010, the mean age was 43.8
years for H1N1-positive patients versus 60.2 years for H1N1-negative patients, and mean BMI was 32.3 kg/m2
and 26.9 kg/m2, respectively. In 2010, six patients required intubation, three of whom were H1N1-positive.
Abnormal chest x-ray findings were found significantly more frequently in H1N1-negative patients than in
H1N1-positive patients.
Conclusion: In comparison with 2009, H1N1-positive patients in 2010 were older, were more likely to be
obese, and had more severe clinical and laboratory perturbations. However, this did not affect their outcomes.
H1N1-negative patients were older in comparison with those who were H1N1-positive, and had more severe
clinical and laboratory perturbations.
PMID: 22924013 PMCID: PMC3422900
09
Health costs from hospitalization with H1N1 infection during the 2009-2010 influenza pandemic compared with
non-H1N1 respiratory infections.
Zarogoulidis P, Glaros D, Kontakiotis T, Froudarakis M, Kioumis I, Kouroumichakis I, Tsiotsios A,
Kallianos A, Steiropoulos P, Porpodis K, Nena E, Papakosta D, Rapti A, Constantinidis TC, Kerenidi T,
Panopoulou M, Trakada G, Courcoutsakis N, Fouka E, Zarogoulidis K and Maltezos E
Int J Gen Med. 2012; 5:175-82. doi: 10.2147/IJGM.S28454. Epub 2012 Mar 5.
Background: The first positive patient with influenza A (H1N1) was recorded in March 2009 and the pandemic
continued with new outbreaks throughout 2010. This study's objective was to quantify the total cost of
inpatient care and identify factors associated with the increased cost of the 2009-2010 influenza A pandemic
in comparison with nonviral respiratory infection.
Methods: In total, 133 positive and 103 negative H1N1 patients were included from three tertiary care
hospitals during the two waves of H1N1 in 2009 and 2010. The health costs for protective equipment and
pharmaceuticals and hospitalization (medications, laboratory, and diagnostic tests) were compared between
H1N1 positive and negative patients.
Results: The objective of the study was to quantify the means of daily and total costs of inpatient care.
Overall, cost was higher for H1N1 positive (€61,0117.72) than for H1N1-negative patients (€464,923.59). This
was mainly due to the protection measures used and the prolonged hospitalization in intensive care units. In
H1N1-negative patients, main contributors to cost included additional diagnostic tests due to concern
31
regarding respiratory capacity and laboratory values, as well as additional radiologic and microbial culture
tests. The mean duration of hospitalization was 841 days for H1N1 positive and 829 days for negative
patients.
Conclusion: Cost was higher in H1N1 patients, mainly due to the protection measures used and the increased
duration of hospitalization in intensive care units. An automated system to monitor patients would be desirable
to reduce cost in H1N1 influenza.
PMID: 22419882 PMCID: PMC3302763
10
Current surgical status of thyroid diseases.
Touzopoulos P, Karanikas M, Zarogoulidis P, Mitrakas A, Porpodis K, Katsikogiannis N, Zervas V,
Kouroumichakis I, Constantinidis TC, Mikroulis D and Tsimogiannis KE
J Multidiscip Healthc. 2011; 4:441-9. doi: 10.2147/JMDH.S26349. Epub 2011 Dec 14.
Thyroid nodules are a common clinical problem for surgeons. The clinical importance of nodules is the need to
exclude thyroid cancer, which occurs in 5%-15% of patients. If fine needle aspiration cytology is positive, or
suspicious for malignancy, surgery is recommended. During the past decade, with the tendency to develop
smaller incisions, an endoscopic approach has been applied to thyroid surgery, called minimally invasive
video-assisted thyroidectomy. This approach was immediately followed by other minimally invasive or scarless
neck techniques, such as the breast approach, axillary-breast approach, and robot-assisted method. All these
techniques follow the same principles of surgery and oncology. This review presents the current surgical
management of the thyroid gland, including the surgical techniques and compares them by describing benefits
and drawbacks of each one.
PMID: 22247619 PMCID: PMC3256004
11
Occupational chemical burns: a 2-year experience in the emergency department.
Touzopoulos P, Zarogoulidis P, Mitrakas A, Karanikas M, Milothridis P, Matthaios D, Kouroumichakis I,
Proikaki S, Pavlioglou P, Katsikogiannis N and Constantinidis TC
J Multidiscip Healthc. 2011;4:349-52. doi: 10.2147/JMDH.S25141. Epub 2011 Oct 3.
Chemical burn injuries are a result of exposure to acid, alkali, or organic compounds. In this retrospective
study, a total of 21 patients suffering occupational chemical burns, came to the emergency room at the
University General Hospital of Alexandroupolis, from 2008 to 2010; 76.2% were workers, 19% were farmers,
and 4.8% were desk officers. The majority of burns were due to exposure to acid (61.9%). Upper extremities
were the most frequently injured area followed by the lower extremities and thorax. None of the patients
needed further hospital care, but in the follow-up, four of the patients suffered keloid. Proper surgical
treatment at the emergency room decreases the length of hospital stay for patients who suffer chemically
induced burns.
PMID: 22096339 PMCID: PMC3210074
12
Mean Platelet Volume and Platelet Distribution Width in non-diabetic subjects with obstructive sleep apnoea
syndrome: new indices of severity?
Nena E, Papanas N, Steiropoulos P, Zikidou P, Zarogoulidis P, Pita E, Constantinidis TC, Maltezos E,
Mikhailidis DP and Bouros D
Platelets. 2012;23(6):447-54. doi: 10.3109/09537104.2011.632031. Epub 2011 Nov 10.
To evaluate Mean Platelet Volume (MPV) and Platelet Distribution Width (PDW) in non-diabetic subjects,
according to obstructive sleep apnoea syndrome (OSAS) severity and the associations of these indices with
anthropometric characteristics and parameters of breathing function during sleep. Materials and methods: We
included 610 non-diabetic subjects with suspected OSAS, evaluated by polysomnography. According to their
apnoea-hypopnoea index (AHI), patients were divided into Group A (n=148) with AHI<5/h; Group B (n=121)
with AHI: 5-14.9/h; Group C (n=85) with AHI: 15-29.9/h and Group D (n=256) with AHI ≥ 30/h. MPV and PDW
32
were measured using an automated blood cell counter. Results: MPV was significantly higher in group D
(mean value 12.1±1.3 fl) than in groups A (9.8 95%CI: 1.1 fl), B (9.8±1.6 fl), and C (11.5±1.3 fl) (p<0.001).
The same pattern was observed in PDW values (15.9±2.2 fl for group D and 13.2±2.2 fl for group A, 14.1±2.8
fl for group B, and 15±2.2 fl for group C, p<0.001). Significant correlations were seen between MPV and AHI
(p<0.001), average pulse oxygen saturation (SpO(2)) (p<0.001), minimum SpO(2) (p<0.001) and percent of
the total sleep time with SpO(2) lower than 90% (t<90%) (p<0.001) during sleep, Arousal Index (p<0.001) and
Epworth sleepiness scale (ESS) (p=0.028). Similarly, PDW was correlated with AHI (p<0.001), average
SpO(2) (p=0.001), minimum SpO(2) (p<0.001), t<90% (p=0.002), and Arousal Index (p<0.001). Conclusions:
MPV and PDW are higher in non-diabetic patients with severe OSAS and are correlated with different
parameters of breathing function during sleep.
PMID: 22070405
13
Long-term respiratory follow-up of H1N1 infection.
Zarogoulidis P, Kouliatsis G, Papanas N, Spyratos D, Constantinidis TC, Kouroumichakis I,
Steiropoulos P, Mabroudi M, Matthaios D, Kerenidi T, Courcoutsakis N, Zarogoulidis K and Maltezos E
Virol J. 2011 Jun 25;8:319. doi: 10.1186/1743-422X-8-319.
Background: The first case of 2009 pandemic influenza A (H1N1) virus infection was documented in our
Hospital on 10th August 2009.
Methods and findings: Real-time reverse-transcriptase-polymerase-chain-reaction (RT-PCR) testing was used
to confirm the diagnosis. All patients were treated with oseltamivir from the first day of hospitalization. Upon
admission 12/44 had local patchy shadowing in their chest x-ray and additionally antibiotic regimen was
added to these patients as pneumonia was suspected based on clinical evidence. In total 44 patients were
hospitalized 15/44 had asthma, 6/44 COPD, 5/44 leukemia. Lung function was evaluated with forced vital
capacity, forced expiratory volume in 1 sec and diffused carbon monoxide upon discharge and every 3
months, until 6 months of observation was completed after discharge. The purpose of this retrospective cohort
study was to evaluate whether influenza A (H1N1) had an impact on the respiratory capacity of the infected
patients.
Conclusions: An improvement of pulmonary function tests was observed between the first two measurements,
implicating an inflammatory pathogenesis of influenza A (H1N1) to the respiratory tract. This inflammation was
not associated with the severity or clinical outcome of the patients. All patients had a mild clinical course and
their respiratory capacity was stable between the second and third measurement, suggesting that the duration
of respiratory inflammation was two months. Early treatment with antiviral agents and vaccination represent
the mainstay of management.
PMID: 21702977 PMCID: PMC3138433
14
Validity of dietary patterns derived in nutrition surveys using a priori and a posteriori multivariate statistical
methods.
Bountziouka V, Tzavelas G, Polychronopoulos E, Constantinidis TC and Panagiotakos DB
Int J Food Sci Nutr. 2011 Sep;62(6):617-27. doi: 10.3109/09637486.2011.561783. Epub 2011 Apr 21.
Aim: To evaluate the validity of dietary patterns derived using both a priori and a posteriori methods.
Method: Five hundred individuals (46±16 years, 40% males) completed a valid 76-food item food frequency
questionnaire and a 3-day dairy. The MedDietScore was used to a priori assess the adherence to the
Mediterranean diet, while principal components and cluster analysis were used as the a posteriori methods.
Results: Both the a priori and a posteriori methods used led to relatively low-validity dietary patterns. However,
the level of validity reached significance in many cases and, also, varied by the type of validation method used
(i.e. Bland and Altman, non-parametric criteria, etc.).
Conclusions: The aforementioned findings may suggest that the use of both a priori and a posteriori pattern
analysis in nutrition surveys should be made with conscious thought and further research is needed in order to
establish robust methodologies to assess the validity of patterns.
PMID: 21506886
33
15
Short-term stability of dietary patterns defined a priori or a posterior.
Bountziouka V, Constantinidis TC, Polychronopoulos E and Panagiotakos DB
Maturitas. 2011 Mar;68(3):272-8. doi: 10.1016/j.maturitas.2010.11.020. Epub 2011 Jan 12.
Objectives: The aim of this work was to evaluate whether the short-term stability (repeatability) of dietary
patterns derived using a priori and a posterior approaches is affected by food items or food groups selected
for the analysis. A priori methods seek to determine a person's adherence to a pre-specified (usually 'healthy')
diet, whereas a posterior methods are used to record a person's (or more generally a population's) actual diet.
Design and main outcome measures: To test the a priori approach, the MedDietScore was selected as an
index of adherence to the Mediterranean diet. A sample of 500 participants (aged 18-82 years, 38% male)
completed a 76-item food frequency questionnaire (FFQ), while another 250 participants (aged 17-76 years,
34% male) completed a 36-item FFQ and the MedDietScore, twice within a 15-day interval. The
MedDietScore was additionally indirectly calculated from participants' 76-item FFQ and 36-item FFQ answers.
To test the a posterior approach, principal-components analysis (PCA) was used to derive dietary patterns.
PCA was applied to data derived from the 76-item FFQ, using as independent variables first the 50 food items
recorded on the FFQ and second 12 food groups (i.e., aggregated data) derived from the FFQ items.
Results: Both the indirectly calculated (i.e., through the two FFQs) and the directly recorded MedDietScore
mean values were similar between the two administrations (p-values>0.05). In addition, PCA using the 50
food items revealed three major dietary patterns that were similar in both administrations, explaining 23% and
25% of the dietary intake variability, respectively, while PCA using 12 food groups also revealed three similar
patterns between the two administrations (explaining 43% and 46% of the dietary intake variability,
respectively).
Conclusion: The results indicate the short-term stability of dietary patterns derived using either a priori or a
posterior methods. For the a posterior approach the use of food groups, instead of food items, seems to
explain more variation in dietary intake.
PMID: 21227603
16
Community-acquired pneumonia due to Legionella pneumophila, the utility of PCR, and a review of the
antibiotics used.
Zarogoulidis P, Alexandropoulou I, Romanidou G, Konstasntinidis TG, Terzi E, Saridou S, Stefanis A,
Zarogoulidis K and Constantinidis TC
Int J Gen Med. 2011 Jan 6;4:15-9. doi: 10.2147/IJGM.S15654.
Introduction: There are at least 40 types of Legionella bacteria, half of which are capable of producing disease
in humans. The Legionella pneumophila bacterium, the root cause of Legionnaires' disease, causes 90% of
legionellosis cases.
Case presentation: We describe the case of a 60-year-old woman with a history of diabetes mellitus and
arterial hypertension who was admitted to our hospital with fever and symptoms of respiratory infection,
diarrhea, and acute renal failure. We used real-time polymerase chain reaction (PCR) to detect L.
pneumophila DNA in peripheral blood and serum samples and urine antigen from a patient with pneumonia.
Legionella DNA was detected in all two sample species when first collected.
Conclusion: Since Legionella is a cause of 2% to 15% of all community-acquired pneumonias that require
hospitalization, legionellosis should be taken into account in an atypical pulmonary infection and not be
forgotten. Moreover, real-time PCR should be considered a useful diagnostic method.
PMID: 21403787 PMCID: PMC3056326
17
Heavy metal pollution associated with an abandoned lead-zinc mine in the Kirki region, NE Greece.
Nikolaidis C, Zafiriadis I, Mathioudakis V and Constantinidis T
Bull Environ Contam Toxicol. 2010 Sep;85(3):307-12. doi: 10.1007/s00128-010-0079-9. Epub 2010 Jul 21.
The "Agios Philippos" mine in the Kirki region (NE Greece) has been abandoned in 1998 after half a century
of ore exploration without a reclamation or remediation plan. This article aims at elucidating the potential
34
environmental risks associated with this site by quantifying pollution in tailing basins, stream waters, stream
sediments and agricultural fields. Concentrations of heavy metals in the abandoned mine tailings reached
12,567 mg/kg for Pb, 22,292 mg/kg for Zn, 174 mg/kg for Cd and 241 mg/kg for As. The geoaccumulation
index and enrichment factor for these metals were indicative of extremely high contamination (I(geo) > 5) and
extremely high enrichment (EF > 40), respectively. Stream waters in the proximity of the mine had an acidic
pH equal to 5.96 and a high sulfate content (SO (4)(-2) = 545.5 mg/L), whereas concentrations of Mn, Zn and Cd
reached 2,399 microg/L, 7,681 microg/L and 11.2 microg/L. High I(geo) and EF values for Cd, Zn and As in
stream sediments indicates that surface water pollution has a historic background, which is typically
associated with acid mine drainage. Agricultural fields in the proximity of the mine exhibited high I(geo) and
EF values, which were in decreasing order Cd > Pb > Zn > As. These findings urge for an immediate
remediation action of the afflicted area.
PMID: 20652224
18
Distinct distribution of corticotropin releasing factor receptors in human breast cancer.
Kaprara A, Pazaitou-Panayiotou K, Chemonidou MC, Constantinidis TC, Lambropoulou M, Koffa M,
Kiziridou A, Kakolyris S, Kortsaris A and Chatzaki E
Neuropeptides. 2010 Oct;44(5):355-61. doi: 10.1016/j.npep.2010.06.005. Epub 2010 Jul 13.
The hypothalamic neuropeptide corticotropin releasing factor (CRF) has been found in several types of human
cancer, where its biological role is not clarified. In experimental models of breast cancer CRF has been shown
to exert anti-proliferative and other actions. Aim of the present study was to describe the expression of the two
types of CRF receptors CRF(1) and CRF(2) in human breast tumors. Receptor expression was studied in
breast biopsies from patients diagnosed for primary breast adenocarcinoma, obtained from the tumor and the
adjacent benign tissue. Gene expression levels were evaluated by real-time PCR following reverse
transcription of total RNA extracts. CRF(1) transcripts were found in 23.1% of benign and in 23.1% of
malignant biopsies. CRF(2(a)) was found in 22.2% of benign and 36.0% of malignant biopsies. Transcript
levels of both receptors did not differ significantly between cancer and benign biopsies from the same tumor.
No correlation was found between CRF receptor expression and patient histo/clinicopathological
characteristics. Histological mapping using immunohistochemistry revealed positive CRF(1) immunostaining in
the cancerous implants and breast ducts, whereas CRF(2) immunoreactivity was localized mainly in the
perineural invasions. In conclusion, both CRF receptors were found in breast cancer and the respective
benign adjacent tissue. The two CRF receptor proteins presented distinct distribution and subcellular
localization, pointing into differing biological roles. CRF receptors could serve as targets of endogenous
ligands expressed in the tumor microenvironment, regulating cancer growth.
PMID: 20630588
19
Work productivity in obstructive sleep apnea patients.
Nena E, Steiropoulos P, Constantinidis TC, Perantoni E and Tsara V
J Occup Environ Med. 2010 Jun;52(6):622-5. doi: 10.1097/JOM.0b013e3181e12b05.
Objectives: Purpose of the study was to assess work productivity in otherwise healthy obstructive sleep apnea
(OSA) patients and to explore correlations between work productivity and different characteristics of OSA
patients.
Methods: Work productivity was assessed by the Endicott Work Productivity Scale (EWPS) to 115
polysomnographically confirmed OSA patients of working age, without comorbidities. Daytime sleepiness was
measured by the Epworth Sleepiness Scale.
Results: A significant correlation was revealed between EWPS and Epworth Sleepiness Scale scores (r2 =
0.127, P < 0.001). Mean EWPS score was significantly higher in somnolent versus nonsomnolent OSA
patients (31.2±16.2 vs 20.8±11, respectively; P < 0.001). No other sleep or anthropometric characteristic
correlated with EWPS.
35
Conclusions: This study demonstrates the negative effect of daytime sleepiness on work productivity of
otherwise healthy OSA patients, highlighting the need of screening for OSA and sleepiness among working
individuals.
PMID: 20523238
20
Naturally occurring isohexenylnaphthazarins and wound healing: experimental study in dogs.
Karayannopoulou M, Loukopoulos P, Papazoglou LG, Tsioli V, Anagnostou TL, Assaloumidis N,
Constantinidis TC, Assimopoulou AN, Kaldrymidou E and Papageorgiou VP
J Cutan Med Surg. 2010 Mar-Apr;14(2):62-70.
Background: The healing efficacy of isohexenylnaphthazarins (IHN) has been well proved on chronic or
contaminated wounds.
Objective: To evaluate the wound healing activity of an experimental ointment containing IHN on acute and
noncontaminated wounds in dogs.
Methods: In each of six beagle dogs, four full-thickness skin defects were created bilaterally: one 2 x 2 cm
defect on the lateral aspect of each arm for subjective evaluation, laser Doppler flowmetry (LDF), and
planimetry and three 1.5 x 1.5 cm defects on opposite sides of the dorsal midline for histologic evaluation.
Wounds on the left were treated with an ointment based on IHN and on the right with another based on
petroleum jelly (Vaseline) and beeswax.
Results: Wound size decreased significantly in both sides. The significantly increased percentage of
epithelialization was higher (p = .0274) in the petroleum jelly-treated wounds on day 20. Tissue perfusion
(LDF) increased significantly bilaterally in the center of the wound but only in the IHN-treated side cranial to
the wound. Histologically, angiogenesis was significantly higher (p = .0431) on day 5 in the IHN-treated
wounds compared with the petroleum jelly-treated wounds. Collagen production increased significantly
bilaterally.
Conclusions: The IHN-based ointment promoted some of the proliferative processes, but it did not enhance
the overall wound healing of acute, surgically created wounds in dogs.
PMID: 20338121
21
Corticotropin-releasing hormone receptors mediate opposing effects in cholestasis-induced liver cell
apoptosis.
Paschos KA, Charsou C, Constantinidis TC, Anagnostoulis S, Lambropoulou M, Papachristou F,
Simopoulos K and Chatzaki E
Endocrinology. 2010 Apr;151(4):1704-12. doi: 10.1210/en.2009-1208. Epub 2010 Feb 26.
CRH receptors are expressed in human and rat liver. The current study investigated the biological role of the
CRH system in the hepatocellular apoptotic process and aimed to reveal the responsible molecular
mechanisms. Using a rat experimental model of common bile duct surgical ligation leading to obstructive
jaundice and cholestasis, liver apoptosis was induced in the hepatic parenchyma as confirmed by the
elevated expression of the early apoptotic neoepitope M30. This effect was reversed by administration of the
nonselective CRH antagonist astressin but not by the selective CRH(2) antagonist astressin2B, suggesting
that antagonism of the endogenous CRH(1) blocked the cholestasis-induced apoptotic mechanism. No effect
was observed in the noncholestasis controls. In our experimental model, early and late apoptosis-preventing
markers were induced in parallel to apoptosis; elevated gene transcript levels of the anti-apoptotic bcl-2 were
found by real-time PCR in the first postoperative day and increased serum hepatocyte growth factor levels
were measured by ELISA in the third postoperative day. Selective CRH(2) antagonism reversed the elevated
expression of bcl-2 and hepatocyte growth factor, suggesting that this receptor type mediated antiapoptotic
actions of the endogenous CRH system, opposing the preapoptotic ones mediated by CRH(1). In conclusion,
the present study indicated that the CRH neuroendocrine system regulates cholestasis-induced apoptosis in
the hepatic parenchyma via receptor-specific pathways. These data may contribute to better understanding of
the CRH biology and its pathophysiological significance in the periphery.
PMID: 20189999
36
22
Occupational health and safety of personnel handling chemotherapeutic agents in Greek hospitals.
Constantinidis TC, Vagka E, Dallidou P, Basta P, Drakopoulos V, Kakolyris S and Chatzaki E
Eur J Cancer Care (Engl). 2011 Jan;20(1):123-31. doi: 10.1111/j.1365-2354.2009.01150.x.
The expansion of chemotherapy raised concerns about the health and safety of hospital personnel. Very little
is known about the conditions of handling of chemotherapeutic agents by healthcare workers in Greece and
possible adverse effects related to their safety practices, as well as the safety policies adopted by the Greek
hospitals. A self-evaluation questionnaire was completed by 353 healthcare workers involved with the use of
chemotherapeutic drugs in 24 Greek hospitals and the answers were statistically analysed. The majority of the
healthcare workers are aware of the dangers of their work, although they had received limited training and
medical surveillance. A significant percentage of them does not use personal protective equipment or use it
inadequately. The safety design of their workplace is rather poor. Different health problems have been
experienced, deriving from the respiratory, central nervous system, reproductive, gastrointestinal and
musculoskeletal system. The improvement of safety training and procedures as well as medical surveillance
seems to be a vital priority of hospital administration in Greece, in order to comply with the European
guidelines and for the prevention of occupational diseases and environmental pollution.
PMID: 20148939
23
Substantial underreporting of tuberculosis in West Greece: implications for local and national surveillance.
Jelastopulu E, Alexopoulos EC, Venieri D, Tsiros G, Komninou G, Constantinidis TC and
Chrysanthopoulos K
Euro Surveill. 2009 Mar 19;14(11). pii: 19152.
In order to estimate the reliability of the officially reported national tuberculosis (TB) incidence rates we
performed a retrospective review of data collected in regional and national public health framework. TB
notifications for the period 2000-2003 were obtained from two major hospitals and three relevant Public Health
Departments (PHDs) in the region of West Greece, and subsequently compared with the data reported to the
Hellenic Centre for Diseases Control (KEELPNO). During the four-year study period a total of 161 cases of TB
were reported to the PHDs in West Greece; 70% of these cases were reported to the KEELPNO. Furthermore
only 72 (38.7%) out of the 186 cases of TB identified in the two hospitals were notified to the PHDs. Assuming
that the degree of undernotification observed for the two hospitals is the same throughout the region, we
estimated that the case detection rate was 14 cases per 100,000 persons per year, i.e. 3.7 times higher than
the rate officially reported for the period 2000-2003. Male predominance (2.1, male/female ratio) and an
increased incidence in the elders (older than 60 years) and adolescents (10-14 years old) were also evident.
The study demonstrated a substantial underestimation of TB burden in West Greece. In the face of the
massive influx of immigrants and refugees coming from regions with high TB incidence and the increase of the
number of drug-resistant cases a reliable and complete notification of TB is crucial in the planning of programs
and development of appropriate control policies.
PMID: 19317978
24
The effect of U-74389G on liver recovery after acute liver ischemia-reperfusion injury in a swine model.
Tsaroucha AK, Papalois A, Vernadakis S, Adamopoulos S, Papadopoulos K, Lambropoulou M,
Constadinidis T, Kyriazi A, Papadopoulos N and Simopoulos C
J Surg Res. 2009 Jan;151(1):10-4. doi: 10.1016/j.jss.2008.01.024. Epub 2008 Feb 27.
Background: The potential of U-74389G in attenuating liver damage after ischemia and reperfusion of the liver
was studied in a swine model.
Materials and methods: Eighteen pigs, weighting 28-35 kg, were used in the study. The animals were divided
into the following three experimental groups: Group A (control group): Ischemia time 30 min and reperfusion
for 120 min (with tissue and blood sampling at both 60 min (A-60) and 120 min (A-120)); Group B: Ischemia
37
time 30 min, U-74389G intraportal injection, and reperfusion for 60 min; and Group C: Ischemia time 30 min,
U-74389G intraportal injection, and reperfusion for 120 min. The dose of U-74389G administered was 10
mg/kg animal body weight. Anesthesia was induced with propofol, pancuronium, and fentanyl. Surgery was
performed through a midline laparotomy. The portal vein and the common hepatic artery were isolated and
prepared for occlusion.
Results: Histopathological evaluation revealed a statistically significant difference in portal infiltration in the
liver tissue between control group A-60 and group B (P = 0.01), and between control group A-120 and group
C (P = 0.002). Hemodynamic and metabolic data in the control and therapy groups at 0, 30, 60, and 120 min
were not statistically significantly different. Tissue malondialdehyde levels were statistically significantly
different. Tumor necrosis factor-alpha values were statistically significantly different between groups A-60 and
B but not between groups A-120 and C.
Conclusion: Based on the histological data and the reduction of the malondialdehyde and tumor necrosis
factor-alpha levels, administration of U-74389G in ischemia-reperfusion injury of the liver in a swine model has
potential in attenuating liver damage.
PMID: 18468628
25
Glutathione-S-transferase M1 and T1 and cytochrome P1A1 genetic polymorphisms and susceptibility to
cervical intraepithelial neoplasia in Greek women.
Agorastos T, Papadopoulos N, Lambropoulos AF, Chrisafi S, Mikos T, Goulis DG, Constantinidis TC,
Kotsis A and Bontis JN
Eur J Cancer Prev. 2007 Dec;16(6):498-504.
The aim of the study was to determine the importance of genetic polymorphisms of glutathione-S-transferase
T1 and M1 and cytochrome P1A1 genes in the development of cervical intraepithelial neoplasia in Greek
women. This was a prospective, case-control study conducted by the Cervical Pathology and Colposcopy Unit
of a University Ob/Gyn Department from 1999 to 2003. Cervical smears from 114 controls without any
cytological and/or colposcopical evidence of cervical pathology and from 166 women with history of cervical
intraepithelial neoplasia (56 CIN I, 54 CIN II and 56 CIN III) were examined with polymerase chain reaction for
the above-mentioned genetic polymorphisms, taking also in mind their smoking attitudes. Statistical analysis
was performed to detect any association between the null genotype of GSTM1 and GSTT1 genes and the
CYP1A1 m1 polymorphism and the severity of cervical intraepithelial neoplasia. The distributions of the
GSTT1 and GSTM1 wild-type genotypes were 57.48 and 39.75%, respectively. No woman with homozygous
GSTT1 and GSTM1 null/null genotype was identified. CYP1A1 m1 polymorphism frequency was 24.49%. No
woman with homozygous CYP1A1 m1/m1 genotype was detected as well. No significant difference in the
frequencies of the GSTM1 and GSTT1 null alleles, and the CYP1A1 m1 polymorphism, was found between
cases and controls. After application of Mantel-Haenszel chi procedure, there was no linear severity of the
lesion and the frequency of these polymorphisms. According to our results, glutathione-S-transferase T1 and
M1 and cytochrome P1A1 genetic polymporphisms do not appear to be a risk factor for cervical disease
irrespective of smoking habits.
PMID: 18090121
26
Definition of occupational lead toxicity in Greece.
Mazokopakis EE and Constantinidis TC
Environ Health Perspect. 2007 Oct;115(10):A486. Comment on: Environ Health Perspect. 2007
Mar;115(3):463-71.
In Greece the occupational exposure to lead is regulated by the Presidential Decrees 94/1987 (1987) and
338/2001 (2001). According to these decrees, the diagnosis of lead toxicity in adult workers is based on the
integration of data obtained from the patient’s medical history, a physical examination, laboratory tests, and
tests of specific organ function. An employee with a BLL of ≥ 40 μg/dL and exposure to lead at concentrations
> 75 μg/m3 of air per 8-hr time-weighted average (TWA) require environmental and medical intervention
38
(action levels). The maximum acceptable BLL for an adult worker is 70 μg/dL (BLL > 70 μg/dL should result in
removal from lead exposure), but the permissible airborne exposure limit is < 150 μg/m3 per 8-hr TWA.
Presidential Decree 94/1987 (1987) prohibits “prophylactic” chelation for the prevention of elevated BLLs.
Although these standards have provided guidance that has been beneficial for Greek occupational health
physicians, they have not been substantially changed since 1987 [action level, BLL ≥ 50 μg/dL; maximum
acceptable level, BLL = 70 μg/dL; permissible airborne exposure limit, air lead (workplace) < 150 μg/m3 (8-hr
average)].
PMID: 17938709
27
Outbreak of acute gastroenteritis in an air force base in Western Greece.
Jelastopulu E, Venieri D, Komninou G, Kolokotronis T, Constantinidis TC and Bantias C
BMC Public Health. 2006 Oct 17;6:254.
Background: On the 20th September 2005, soldiers and staff at the Air Force base in Western Greece
experienced an outbreak of acute gastroenteritis. The purpose of this study was to identify the agent and the
source of the outbreak in order to develop control measures and to avoid similar outbreaks in the future.
Methods: A case-control analytical approach was employed with 100 randomly selected cases and 66
controls. Patients completed standardized questionnaires, odds ratios were calculated and statistical
significance was determined using chi2 test. In addition, to identify the source of the infection, we performed
bacteriological examination of food samples (included raw beef, cooked minced meat, grated cheese and
grated cheese in sealed package) collected from the cuisine of the military unit.
Results: More than 600 out of the 1,050 individuals who ate lunch that day, became ill. The overall attack rate,
as the military doctor of the unit estimated it, was at least 60%. The overall odds ratio of gastroenteritis among
those who had lunch was 370 (95% CI: 48-7700) as compared to those who didn't eat lunch. Among the
symptoms the most prominent were watery diarrhoea (96%) and abdominal pain (73%). The mean incubation
period was 9 h and the median duration of the symptoms was 21 h. In the bacteriological examination,
Staphylococcus aureus was detected in a sample of raw beef (2,000 cfu per g) and in two samples of grated
cheese; leftover cheese from lunch (7,800 cfu per g) and an unopened package purchased from the market
(3,000 cfu per g).
Conclusion: The findings of this study suggest that the aetiological agent of this outbreak was S. aureus. The
food vehicle was the grated cheese, which was mixed with the beef and served for lunch in the military unit.
This outbreak highlights the capacity of enterotoxin-producing bacteria to cause short term, moderately-severe
illness in a young and healthy population. It underscores the need for proper food handling practices and
reinforces the public health importance of timely notification of such outbreaks.
PMID: 17044937
28
Corticotropin-releasing factor (CRF) receptor type 2 in the human stomach: protective biological role by
inhibition of apoptosis.
Chatzaki E, Lambropoulou M, Constantinidis TC, Papadopoulos N, Taché Y, Minopoulos G and
Grigoriadis DE
J Cell Physiol. 2006 Dec;209(3):905-11.
Corticotropin-releasing factor agonists exert inhibitory effects in stomach functions possibly through peripheral
routes. We have previously reported the expression of Urocortin (Ucn) I, an endogenous ligand of both CRF
receptor types CRF(1) and CRF(2), in the human stomach. We examined CRF(1) and CRF(2) expression in
the same tissue. Using RT-PCR, CRF(2) but not CRF(1) transcripts were detected in RNA extracts from
normal human stomach. In addition, immunohistochemical analysis revealed receptor protein in epithelial
gastric cells. In order to investigate the biological role of CRF(2) in these cells, an in vitro model was
established, using the gastric cancer cell line AGS transiently transfected to express functional CRF(2). The
effect of the CRF(2) endogenous ligands CRF, Ucns I and II on the growth parameters of the AGS/CRF(2)
was examined. After 1 day of exposure, all three ligands reduced the degree of apoptosis (16%-19%, n = 9, P
39
< 0.05) compared to non-treated controls and this effect was observed for 3 days of treatment. No such effect
was detected in non-transfected cells, suggesting mediation through CRF(2) receptors. Administration of CRF,
Ucns I and II had no effect on the proliferation rate of AGS/CRF(2) cells or on the release of PGE(2) by them.
Our results demonstrate CRF(2) expression in the human gastric mucosa and indicate a physiological role of
this receptor type in regulating apoptosis, an important parameter of gastric cell regeneration. Paracrine
effects exerted by locally expressed endogenous ligands, such as Ucn I, support a significant role of the
peripheral CRF system in gastric physiology.
PMID: 16972272
29
Serum alkaline phosphatase isoenzyme activities in canine malignant mammary neoplasms with and without
osseous transformation.
Karayannopoulou M, Polizopoulou ZS, Koutinas AF, Fytianou A, Roubies N, Kaldrymidou E, Tsioli V,
Patsikas MN, Constantinidis TC and Koutinas CK
Vet Clin Pathol. 2006 Sep;35(3):287-90.
Background: Increased serum activity of total alkaline phosphatase (TALP) has been found in dogs with
mammary neoplasms, especially malignant mixed tumors. We hypothesized that the bone isoenzyme of
alkaline phosphatase (BALP), a specific indicator of osteoblastic activity and bone formation, may contribute
to increased TALP in dogs with mammary neoplasms with osseous transformation.
Oblective: The purpose of this study was to compare serum TALP, BALP, and other ALP isoenzyme activities
in dogs with mammary malignant neoplasms with and without osseous transformation.
Methods: Twenty-one female dogs with malignant mammary neoplasms were compared with 21 clinically
healthy, age-matched female control dogs. Physical, clinicopathologic (including preprandial and postprandial
serum bile acids, ACTH stimulation, and low-dose dexamethasone suppression tests), radiographic, and
ultrasonographic examinations were performed on all dogs with tumors to assess coexisting conditions. On
the basis of histologic examination of excised tumors, dogs were further classified as having epithelial (n = 11)
or mesenchymal/mixed (epithelial-mesenchymal) (n = 10) neoplasms, the latter of which had histologic and
radiologic evidence of bone formation. Serum TALP, BALP, liver alkaline phosphatase (LALP), and
corticosteroid-induced alkaline phosphatase (CALP) activities were measured using biochemical methods.
Results: Dogs with malignant mammary tumors had significantly higher (P < .05) median serum TALP (170
U/L), BALP (59 U/L), LALP (49 U/L), and CALP (24 U/L) activities, compared with control dogs (81, 32, 37,
and 5 U/L, respectively). Significantly higher activities of BALP and LALP were found in dogs with epithelial
neoplasms; whereas, only CALP activity was higher in dogs with mesenchymal/mixed neoplasms. There was
no significant difference in TALP or isoenzyme activitities between epithelial and mesenchymal/mixed groups.
Conclusion: BALP activity is increased in some dogs with malignant mammary tumors but does not account
for the increase in TALP in dogs with neoplasms that have osseous transformation.
PMID: 16967410
30
Histological grading and prognosis in dogs with mammary carcinomas: application of a human grading
method.
Karayannopoulou M, Kaldrymidou E, Constantinidis TC and Dessiris A
J Comp Pathol. 2005 Nov;133(4):246-52. Epub 2005 Oct 3.
The human "Elston and Ellis grading method" was used in dogs with mammary carcinoma to examine its
relation to prognosis in this species, based on a 2-year follow-up period. Of the 85 cases examined,
27(31.8%) had well-differentiated (grade I), 28 (32.9%) had moderately differentiated (grade II) and 30
(35.3%) had poorly differentiated (grade III) carcinomas. Two years after mastectomy, significant differences
in survival between cases with different tumour grade were found; thus, survival was worse in dogs with grade
III carcinomas than in those with grade II (p<0.05) or grade I (p<0.001) tumours. However, in dogs with simple
carcinomas which had a less favourable prognosis than that of other carcinomas (p<0.001), there was no
significant difference in survival between grade II and grade III cases (p=0.878), both having a very poor
prognosis. Undifferentiated (grade III) carcinoma cases had a 21-fold increased risk of death as compared
40
with differentiated (grade I and II) carcinoma cases. An increased risk (about 10-fold) was also associated with
undifferentiated simple carcinomas as compared with differentiated ones. The predictive value of histological
grade was not influenced by tumour size or age of the dog at mastectomy; nodal metastasis, however,
worsened the prognosis (p<0.001). Routine use of this human grading method would help the clinician to
make a more accurate prognosis in the interests of post-surgical management in dogs with mammary
carcinomas.
PMID: 16202421
31
Occupational injuries in Greece (1938-1955): history of medicine and descriptive epidemiology.
Rachiotis G, Constantinidis TC, Dounias G, Drivas S and Makropoulos V
Epidemiol Prev. 2004 Nov-Dec;28(6):350-3.
Aim: To describe the longitudinal trends in the rates of total and fatal occupational accidents in Greece during
1938-1955.
Material and methods: Information on occupational injuries have been provided from the yearly reports of the
Organization of Social Insurances (1938-1955) and on population data from the tables of National Statistic
Agency. Bio-statistical analysis was performed by the use of SPSS software and Stat-Calc of Epi Info.
Results: The evolution of the longitudinal trend of occupational accidents has revealed a biphasic character,
with a decreasing trend during 1938-1945 and an increasing trend during 1946-1955. The phenomenon was
obvious in both sexes and in all age groups. On the contrary fatal occupational injuries increased across the
period 1938-1945 and subsequently decreased. These temporal trends can be interpreted on the light of the
important reduction in the level of economic activity during the second world war and the subsequent gradual
recovery in the post war period.
Conclusion: The biphasic characteristics of the occupational accidents longitudinal trend seems to be
influenced by historical factors. Important lessons were learnt from the period of war. The decrease of the rate
of total occupational accidents does not necessary reflect a satisfactory level of safety at work. The level of
the economic activity, the efficiency of the registration and prevention agencies play a role. In addition, the
rate of fatal injuries has a critical role in benchmarking national occupational health performance.
PMID: 15792158
32
Correlation of serum alkaline phosphatase activity with the healing process of long bone fractures in dogs.
Komnenou A, Karayannopoulou M, Polizopoulou ZS, Constantinidis TC and Dessiris A
Vet Clin Pathol. 2005;34(1):35-8.
Background: Bone healing is monitored mainly by physical and serial radiologic examinations of the fracture
site. However, it is sometimes difficult to distinguish a delayed union from a nonunion, and advanced imaging
techniques may not be available. Serum biochemical markers of bone formation, such as alkaline
phosphatase (ALP) activity, may be clinically useful in evaluating the progress of healing.
Oblective: The purpose of this study was to correlate serial values of serum ALP activity with the process of
fracture healing in dogs and to assess its potential as a postsurgical prognostic indicator.
Methods: Changes in serum ALP activity were studied in 83 dogs with closed long bone diaphyseal fractures
treated surgically. Physical and radiologic examinations of the fracture site and determination of serum ALP
activity and calcium (Ca) and phosphate (P) concentrations were performed on admission (day 0);
postoperatively on days 10, 20, and 30; and subsequently on a monthly basis until bone union was completed
or signs of nonunion were evident. The dogs were allocated into 3 groups with respect to the fracture healing
progress as documented by physical and serial radiologic examination.
Results: Group A dogs (n=35) developed a medium-sized callus that led to bone union within 2 months.
Group B dogs (n=36) had a hypertrophic callus and delayed union, within 3-5 months. Group C dogs (n=12)
had slow progress in fracture healing, with minimal callus formation during a 2-month period. Changes in
mean serum ALP activity followed the same pattern in groups A and B, reaching a maximum level on day 10.
Group A values returned to normal within 2 months, at which point bone union was complete, whereas group
41
B values remained increased and returned to normal within 3-5 months, thus correlating with delayed union.
In Group C, mean serum ALP activities showed no significant changes during the 2-month follow-up period,
consistent with failure of bone union (nonunion). Serum P and Ca changes followed a proportional and
inverse pattern to ALP changes, respectively.
Conclusion: Serial determination of serum ALP activity during fracture healing could be an additional tool in
predicting fractures at risk of developing a nonunion, helping the clinician to choose the appropriate
intervention.
PMID: 15732015
33
Serum leptin values in relation to bone density and growth hormone-insulin like growth factors axis in healthy
men.
Papadopoulou F, Krassas GE, Kalothetou C, Koliakos G and Constantinidis TC
Arch Androl. 2004 Mar-Apr;50(2):97-103.
A novel action of leptin on bone formation has recently been described in animals. However, in humans,
studies provide data, that, are less conclusive. So far, few studies investigated the leptin-bone density
association in males. Moreover, it has been suggested that GH, IGF-1 and IGFBP-3 may be major players in
the hormonal or paracrine pathways that regulate bone cell metabolism. Also, leptin has been shown to
modulate the GH/IGF pathway. The aim of this study was to clarify further this issue by investigating (a) the
influence of serum levels of leptin, GH, IGF-1 and IGFBP-3 on bone mass in various skeletal sites and, (b),
the relationship between leptin and the GH/IGF axis. 363 healthy individuals were investigated. BMD and
serum leptin, GH, IGF-1 and IGFBP-3 serum levels were assessed. Our results indicate that 11% of healthy
males had bone density with T scores </= 2.5 SD. No significant differences were found between men with
normal and those with reduced BMD with regards to serum leptin, GH, IGF-1 and IGFBP-3 levels. A positive
correlation was found between BMD and leptin levels in FN and T, and a negative one between leptin and
IGF-1 levels. Further studies are needed before we reach final conclusions.
PMID: 14761840
34
High frequency of factor V Leiden and prothrombin G20210A mutations in Greek hemophiliacs.
Foka ZJ, Lambropoulos AF, Makris PE, Constantinidis TC and Kotsis A
J Thromb Haemost. 2003 May;1(5):1116-7.
Recent reports suggest that prothrombotic mutations, such as factor V Leiden (FVL) and/or IIG20210A, may
mitigate the clinical course of hemophilia, while van’t Veer et al. reported that in vitro FVL increases thrombin
generation under conditions simulating hemophilia. Thrombotic episodes have also been reported in cases of
hemophilia. Since prothrombotic mutations may moderate the severity of bleeding episodes of hemophilia, we
speculated that carriership of these mutations might offer a possible survival advantage and, thus, a higher
frequency of these mutations in hemophiliacs than in general population. The aim of the study was to examine
the frequency of FVL, IIG20210A and MTHFRC677T mutations in Greek hemophiliacs. Our material
comprised 90 apparently unrelated hemophiliacs (87 A and three B) from Northern Greece, three with severe
and the rest with mild to moderate disease, aged 16-58 years. A total of 308 persons (160 females and 148
males) without personal or family history of thrombosis, served as control group. None of the controls reported
a history of bleeding or thrombotic episodes. All the controls were recruited from the same geographical area.
To all the hemophiliacs and controls we genotyped the FVL mutation. We also investigated the IIG20210A
and the MTHFRC677T polymorphism to all the hemophiliacs and 132 controls. In our results in contrast to
other authors, FVL and IIG20210A mutations were more frequent in Greek hemophiliacs than in the general
population. Selection of controls could not have biased our study, since the prevalence of the mutations is
similar to that observed in the general population in Greece and has been reported elsewhere. A possible
source of bias could be that hemophiliacs in Greece usually originate from certain communities and despite
the fact that they have moved to urban areas in the last 40 years, they might still come from the same
ancestor, as was the case in a study reporting a population consisting of more than 70 hemophiliacs with a
42
known common origin living in the same village. To our knowledge, only three hemophiliacs came from that
village and none of them carried the two mutations.
PMID: 12871386
35
Methylenetetrahydrofolate reductase polymorphism C677T is not associated to the risk of cervical dysplasia.
Lambropoulos AF, Agorastos T, Foka ZJ, Chrisafi S, Constantinidis TC, Bontis J and Kotsis A
Cancer Lett. 2003 Mar 10;191(2):187-91.
The aim of the study was to explore a possible association between methylenetetrahydrofolate reductase
(MTHFR) C677T polymorphism and cervical neoplasia. A total of 229 women were subjected to cytologic and
colposcopic evaluation. Ninety-one of them were found to be normal, and served as the control group, while
the other 138 of them had present or past histologically proven cervical pathology (patients group). All patients
and controls were investigated for the MTHFR C677T polymorphism. Statistical analysis between the groups
of cases with cervical intraepithelial neoplasia or invasive cervical cancer and the control group did not reveal
any statistically significant difference in the frequency of the MTHFR C677T polymorphism.
PMID: 12618332
36
A Phase II study of docetaxel and carboplatin in the treatment of non-small cell lung cancer.
Zarogoulidis K, Kontakiotis T, Hatziapostolou P, Fachantidou E, Delis D, Goutsikas J, Constantinidis
TC, Athanasiadis A and Patakas D
Lung Cancer. 2001 Jun;32(3):281-7.
We investigated the efficacy of docetaxel (D) in combination with carboplatin (C) in the treatment of non-small
cell lung cancer (NSCLC) patients. Since 1996, 123 with inoperable NSCLC were enrolled in the study; 120
(108 males, 12 females; mean age 58.0±8.3 years) were evaluated. Of those, 46 patients had squamous
carcinoma, 44 adenocarcinoma, 11 large cell carcinoma and 19 undifferentiated tumours. Eligibility criteria
included, documented inoperable NSCLC, WHO performance status (PS) 0-1, age up to 70 years, and normal
renal and hepatic function. A total of 622 cycles of chemotherapy (CHT) (median 7 (95% CI 6.2-7.47), courses
per patient) were administered. Each cycle consisted of 100 mg/m(2) of docetaxel in a 2-h infusion with C at a
dose of area under the curve (AUC) of 6 on day 1. This regimen was repeated every 28 days up to eight
cycles. Of the patients, five (4%) achieved complete response, 49 (40%) partial response, 47 (39%) had
stable disease and 19 (15%) had progressive disease. The median survival was 12 months for all patients, 12
for the four patients with stage IIb disease, 18 for the patients with stage IIIa disease, 20 for the 29 patients
with stage IIIb disease, and 11 for the 65 stage IV patients. The median time to progression was 8 months (90
patients). Toxicity was, grade 3/4 neutropenia, 18 patients (15%); grade 3/4 anaemia, 6 patients (5%); and
tolerable peripheral neuropathy, 16 patients (13.3%). Responders received radiotherapy (total dose, 50 Gy in
4 weeks) between the 6th and 8th cycle. Among responders with initial stage IIIb disease, 7 (5%) underwent
surgical resection. Patients with early progression of the disease received the same dose of radiotherapy
between 2nd and 3rd cycle. The study is ongoing, and six patients (5%) are still alive (after 3 years).
Preliminary results indicate that the D/C combination is very active in the treatment of NSCLC with tolerable
toxicity. It appears that this drug combination is also good as neoadjuvant therapy in inoperable NSCLC
patients.
PMID: 11390009
37
Adjuvant post-operative chemotherapy in bitches with mammary cancer.
Karayannopoulou M, Kaldrymidou E, Constantinidis TC and Dessiris A
J Vet Med A Physiol Pathol Clin Med. 2001 Mar;48(2):85-96.
The survival time in a group of eight bitches with malignant mammary tumours given adjuvant post-operative
chemotherapy was compared with survival in another group of eight bitches with mammary cancer which were
43
treated by surgical excision alone. The same surgical procedure was used in both groups. All bitches had
stage III disease according to the World Health Organization clinical staging system. Histologically, 10 of the
bitches had complex carcinomas (carcinomatous mixed tumours), the remaining six bitches had
carcinosarcomas. The chemotherapeutic protocol used was a combination of 5-fluorouracil (150 mg/ m2 of
body surface area) and cyclophosphamide (100 mg/ m2) given on the same day, intravenously, every week for
four consecutive weeks. Chemotherapy was started one week post-surgery. Selected haematological
parameters (packed cell volume, white blood cell count, platelet count and differential white blood cell count)
and serum biochemical parameters (alanine aminotransferase, alkaline phosphatase, blood urea nitrogen and
creatinine) were measured before and during chemotherapy. Survival analysis indicated that the
chemotherapeutic regimen had a positive influence on the disease-free interval and the survival time of the
eight bitches (P < 0.05). Although leucocyte numbers were significantly decreased (P < 0.001) during
chemotherapy, the mean leucocyte counts remained within normal limits. Temporary leukopenia was noted
only in one bitch. Packed cell volume and alkaline phosphatase increased significantly (P < 0.05) but within
normal limits. Creatinine was also increased significantly (P < 0.01) but the mean creatinine concentrations
were within normal limits, although in half of the bitches the concentrations occasionally rose above normal.
PMID: 11315572
38
Leptin levels in maternal and cord serum: relationship with fetal development and placental weight.
Papadopoulou FG, Mamopoulos AM, Triantos A, Constantinidis TC, Papadimas J, Assimakopoulos
EA, Koliakos G and Mamopoulos M
J Matern Fetal Med. 2000 Sep-Oct;9(5):298-302.
Objective: To test the hypothesis that the circulating levels of leptin in the maternal and cord serum correlate
with the birthweight of the newborns and with the weight of the placenta.
Methods: In a population of 85 women from northern Greece who gave birth to an equal number of full-term
infants, we calculated the concentration of leptin in the maternal serum as well as in the cord serum, right after
delivery, by using an immunoradiometric assay. The correlation between these values, the maternal BMI
before pregnancy and at the time of delivery, the neonatal BMI, Ponderal Index, and the placental weight was
studied.
Results: Mean maternal leptin showed a statistically significant difference from mean cord serum leptin (14.7
and 7.07 ng/ml, respectively) and was positively correlated to the maternal BMI at the time of delivery (r = 0.3,
p = 0.016), but not to neonatal BMI. A positive correlation between the mean cord serum leptin and the BMI of
the neonates (r = 0.26, p = 0.031 ) was found. There was no correlation between the maternal BMI at the time
of delivery and the neonatal BMI. Finally, although a noteworthy difference between the mean leptin levels of
neonates of two different sexes was observed (male 5.9 ng/ml, female 7.8 ng/ml), that difference never
reached a statistically significant level.
Conclusions: The maternal leptin level could not be used as a reliable marker of fetal growth but a positive
correlation between cord serum leptin and fetus growth is suggested.
PMID: 11132587
39
p53 codon 72 polymorphism and risk of intra-epithelial and invasive cervical neoplasia in Greek women.
Agorastos T, Lambropoulos AF, Constantinidis TC, Kotsis A and Bontis JN
Eur J Cancer Prev. 2000 Apr;9(2):113-8.
In 1998, Storey and co-workers suggested that individuals homozygous for arginine (Arg) at codon 72 of the
p53 gene are about seven times more susceptible to human papillomavirus (HPV)-related carcinogenesis
than heterozygotes. Since then, several studies from Northern Europe, Japan and the USA have failed to
demonstrate a similar correlation. By contrast, a study in Brazil as well as one recent study in Italian and
Swedish populations showed strong positive associations. We examined the frequency of p53 codon 72
polymorphism in samples from both invasive and intra-epithelial cervical neoplasias (CIN), and compared
them with samples from healthy controls. All 88 samples came from women with a Greek ethnic background.
Tissue specimens were collected from archival material with histologically diagnosed low-grade CIN (LGCIN),
44
high-grade CIN (HGCIN) or cervical cancer (CxCa). As a control, we used cellular material newly collected by
cytobrush from the cervices of 30 healthy women with normal cytological and colposcopical examinations. p53
Arg homozygosity (Arg/Arg) alone was associated with four-, six- or eight-fold increased risks for LGCIN,
HGCIN or invasive cancer, respectively. The frequency of the p53Arg/Arg genotype and of the proline (Pro)
allele showed significant linear trends according to the degree of severity of the lesion (p = 0.0007 and p =
0.0009, respectively). Exclusion of the ten HPV16/18-negative cases did not substantially alter the Arg/Arg
frequency among the groups nor the significant linear trend. Our results confirm the initial findings of Storey
and co-workers, as well as the data of the Brazilian and the recent European study, but do not accord with
those of the other aforementioned studies. Variations in ethnic background, laboratory performance,
verification of the HPV status, definition of controls, and sample size are the most plausible explanations for
this controversy. In all our samples, the distribution of the p53 alleles fits the Hardy-Weinberg equilibrium and
the 0.48 frequency of the Pro allele in our controls accords well with the percentages previously reported for
different ethnic groups as characteristic of the assumed north-south cline. Some authors assert that the
discrepancy in the results could not be attributed to differences in the methods; however, the Brazilian study
emphasized the effect of inter-laboratory variation in detecting the association between p53 polymorphism
and cervical cancer. Regarding the control group, our samples were only from women with a cytologically and
colposcopically benign cervical epithelium. We think that simply choosing 'normal volunteers' for collecting
control DNA blood samples without knowing the status of their cervical epithelium is indeed a possible source
of bias. Finally, it is very unlikely that loss of heterozygosity at the p53 locus could be a factor interfering with
the allelotype distribution. Our present small study results, which suggest a biologically relevant association,
provide strong evidence that homozygous arginine at codon 72 of p53 may confer a higher susceptibility to
HPV-associated intra-epithelial and invasive cervical neoplasia.
PMID: 10830578
40
Bronchodilatory responses to formoterol, ipratropium, and their combination in patients with stable COPD.
Sichletidis L, Kottakis J, Marcou S, Constantinidis TC and Antoniades A
Int J Clin Pract. 1999 Apr-May;53(3):185-8.
We studied 27 patients with stable chronic obstuctive pulmonary disease (COPD) in a randomised, singleblind, within-patient, placebo-controlled clinical study. Each patient was assigned on six separate days to
receive one of the following drug regimens in random order: A. 40 micrograms ipratropium bromide (Atrovent
MDI, 20 micrograms/puff) plus 2 puffs placebo; B. 12 micrograms formoterol fumarate (Foradil MDI, 12
micrograms/puff) plus 3 puffs placebo; C. 80 micrograms ipratropium; D. 24 micrograms formoterol plus 2
puffs placebo; E. 12 micrograms formoterol plus 40 micrograms ipratropium plus 1 puff placebo; F. 4 puffs
placebo. On each study day, spirometric indices and vital signs were measured at 5, 10, 15 and 60 minutes,
and hourly thereafter up to and including 12 hours after study drug administration. Mean peak FEV 1 change
(primary endpoint) was maximum with the administration of the combination of ipratropium and formoterol
(335.2 ml, SE 24.6), and it differed significantly from the observed peak changes following single
administration of the two tested doses of ipratropium (p < 0.05 and p < 0.05 respectively). Safety and
tolerability were satisfactory throughout the study.
PMID: 10665129
41
Occupational hepatitis B virus infection in sewage workers.
Arvanitidou M, Constantinidis TC, Doutsos J, Mandraveli K and Katsouyannopoulos V
Med Lav. 1998 Sep-Oct;89(5):437-44.
In a cross-sectional study the employees of a Sewage Company were tested for hepatitis B virus (HBV)
markers --HBsAg, anti-HBs, anti-HBc-- to determine the prevalence of HBV infection and assess the risk of
exposed sewage workers becoming infected, so as to evaluate the necessity for appropriate vaccination. The
overall prevalence of HBV markers was 43.9% and 6.6% of the employees were HBsAg carriers. In the
univariate analysis the prevalence of past and current infection was significantly associated with exposure to
45
sewage (p < 0.001), age (p < 0.001) and with educational level (p < 0.001). However, the logistic regression
analysis confirmed that only exposure to sewage was independently associated with positivity for HBV
infection (p < 0.001). Workers exposed to sewage should therefore be considered for vaccination against
hepatitis B virus.
PMID: 10064948
42
The occurrence of Listeria spp. and Salmonella spp. in surface waters.
Arvanitidou M, Papa A, Constantinidis TC, Danielides V and Katsouyannopoulos V
Microbiol Res. 1997 Dec;152(4):395-7.
Listeria ssp., mainly Listeria monocytogenes as well as Salmonella spp. are recognized as significant human
pathogens. The purpose of this study was to examine the occurrence of Listeria spp. and Salmonella spp. in
surface waters of Northern Greece and to investigate the correlation of these pathogens with the standard
indicator bacteria. A total number of 128 water samples from four rivers and one lake were examined for the
presence of Listeria, Salmonella, total coliforms, faecal coliforms and faecal streptococci. For isolating Listeria,
250 ml of water were filtered through 0.45 microns pore size membrane, that was transferred in 10 ml listeria
enrichment broth and after incubation for 24 h at 30 degrees C, a second enrichment in FDA and Fraser
broths was followed. After 24 hour incubation, an amount of 0.1 ml was streaked out onto listeria selective
medium. The typical colonies were further biochemically and serologically examined. Salmonella spp. were
isolated after preenrichment in BPW, enrichment in Rappaport-Vassiliadis and selenite cysteine broths and
identified from BGD and SS agar plates by biochemistry and serology. Listeria monocytogenes was isolated
from five (3.9%) and Salmonella spp. from eight (6.2%) samples. Mean log values of the standard indicator
bacteria did not significantly differ between listeria and salmonella positive and negative samples.
PMID: 9468661
43
The occurrence of Salmonella, Campylobacter and Yersinia spp. in river and lake waters.
Arvanitidou M, Stathopoulos GA, Constantinidis TC and Katsouyannopoulos V
Microbiol Res. 1995 May;150(2):153-8.
In order to assess Salmonella, Campylobacter and Yersinia spp. occurrence in surface waters and to compare
it with the standard faecal indicator bacteria, 86 river and lake samples, from eight sampling sites in Northern
Greece were examined for the presence of these pathogens in parallel to total and faecal coliforms and faecal
streptococci. A total of 17 Salmonellae, 14 Campylobacters and 9 Yersiniae were isolated. Only in Salmonella
positive samples the geometric means of total and faecal coliforms were found significantly higher (p < 0.01)
than in the negative samples, whereas the presence of Campylobacters and Yersiniae may not be predicted
by the standard indicator bacteria.
PMID: 7600009
44
Epidemiology of human papillomavirus infection in Greek asymptomatic women.
Agorastos T, Bontis J, Lambropoulos AF, Constantinidis TC, Nasioutziki M, Tagou C and
Katsouyiannopoulos V
Eur J Cancer Prev. 1995 Apr;4(2):159-67.
In an attempt to estimate the prevalence of human papilloma virus (HPV) positivity among asymptomatic,
cytologically normal Greek women, and the possible associations between HPV infection and other
demographic, sexual, behavioural and sociological parameters, we undertook an epidemiological study of 226
clinically normal women from an outpatient gynaecological clinic in Northern Greece. The polymerase chain
reaction was used for detection of HPV DNA and dot blot hybridization analysis for HPV typing (only for the
high-risk types 16 and 18). Eighty-two of the 226 women examined (36.3%) were positive for HPV DNA, 6.6%
(15/226) were positive for HPV-16 DNA and only 1.3% (3/226) were positive for HPV-18 DNA. From all
46
epidemiological correlates, age and residence showed a negative correlation with risk of HPV infection,
whereas use of contraceptive intrauterine device, class II or III result of the last Papanicolaou cytological
examination, history of painful inflammatory disease of inner genitals and frequent washing of the genital area,
particularly during the menstrual period, were positively correlated with increased risk of HPV infection. No
association was found between HPV DNA positivity and other well-known risk factors for cervical cancer,
confirming the observations of other authors that sexual behaviour, a significant risk factor for cervical cancer,
is not inevitably correlated with risk of HPV infection.
PMID: 7767242
45
Growth of exclusively breastfed and self-weaned children of Greece aged 0-36 months.
Patsourou A, Konstantinides T, Mantadakis E, Tsalkidis A, Zarras C, Balaska A, Simopoulos K and
Chatzimichael A
Breastfeed Med. 2012 Dec;7(6):521-5. doi: 10.1089/bfm.2011.0154. Epub 2012 Sep 10.
Oblective: Breastfeeding is recognized as an important public health issue with substantial social and
economic implications. Moreover, the growth of exclusively breastfed babies differs from that of their formulafed counterparts. The purpose of this study was to evaluate the physical growth of exclusively breastfed and
self-weaned boys and girls of Greece 0-36 months of age.
Sublects and Methods: The physical growth of children was monitored from birth up to 36 months of age.
Body weight, length/height, and head circumference were recorded. The study population included 101 boys
and 105 girls who were recruited consecutively from a private breastfeeding clinic in the second largest city of
Greece and through La Leche League groups throughout the country during 2000 to 2005. All infants were
exclusively breastfed for ≥ 6 months. Anthro software ( www.who.int/childgrowth/software/en/index.html) was
used to compare the data of our study population and the World Health Organization standards for weight,
length/height, and head circumference for age.
Results: Male and female infants at 12 months had almost tripled their weight (192% and 190% increase,
respectively) and had increased their length (height) by 48% and 47%, respectively, and head circumference
had increased by 35% and 33%, respectively. In both sexes the relative length/height and the head
circumference-for-age increase rates were higher from the first to the second month of life than at any other
period.
Conclusions: Long-term exclusively breastfed infants grow normally. Hence, no recommendations for the
interruption of lactation and/or supplementation with formula are justified.
PMID: 22963461
46
Influence of sleep disturbance on quality of life of patients with epilepsy.
Piperidou C, Karlovasitou A, Triantafyllou N, Terzoudi A, Constantinidis T, Vadikolias K, Heliopoulos I,
Vassilopoulos D and Balogiannis S
Seizure. 2008 Oct;17(7):588-94. doi: 10.1016/j.seizure.2008.02.005. Epub 2008 Apr 8.
The frequency of sleep disturbances in patients with epilepsy and their impact on quality of life (QoL) have
been documented in a few reports, and the results are conflicting. We identified 124 consecutive epilepsy outpatients who visited the epilepsy out-patient clinics at the University Hospital of Alexandroupolis, the AHEPA
Hospital in Thessaloniki and the Aeginitio Hospital in Athens. We measured excessive daytime sleepiness
(EDS) with the Epworth Sleepiness Scale (ESS), obstructive sleep apnea (OSA) with the Sleep Apnea scale
of the Sleep Disorders Questionnaire (SA-SDQ), and insomnia with the Athens Insomnia Scale (AIS). We
evaluated quality of life by the Quality of Life in Epilepsy Inventory (QOLIE-31). EDS was found in 16.9%
(21/124) of epileptic patients, OSA in 28.2% (35/124), and insomnia in 24.6% (30/122). In multivariate
analysis, we found that insomnia was an independent negative factor for Total score (p<0.001), Overall QoL
(p=0.002), Emotional well-being (p<0.001), Energy/fatigue (p<0.001), Cognitive functioning (p=0.04) and
Social functioning (p=0.03), and OSA only for Cognitive functioning (p=0.01). According to our findings, EDS,
47
OSA, and insomnia are frequent in epileptic patients. Epileptic patients with sleep disturbance, mainly
insomnia, have significant QoL impairment.
PMID: 18396419
47
Sleep-disordered breathing and quality of life of railway drivers in Greece.
Nena E, Tsara V, Steiropoulos P, Constantinidis T, Katsarou Z, Christaki P and Bouros D
Chest. 2008 Jul;134(1):79-86. doi: 10.1378/chest.07-2849. Epub 2008 Mar 17.
Background: Sleep-disordered breathing (SDB) and especially obstructive sleep apnea (OSA) are associated
with daytime sleepiness and an increased risk for motor vehicle crashes. Previous studies have assessed the
prevalence of OSA among professional drivers, but no study so far has focused on railway drivers. The aim of
this study was to assess the prevalence of SDB among Greek railway drivers, and correlate it with daytime
sleepiness, quality of life, and symptoms.
Methods: The following three different questionnaires were anonymously answered by 226 train drivers: a
general questionnaire on their demographics and sleep habits; the Greek version of the Epworth sleepiness
scale (ESS); and the Medical Outcomes Study 36-item short form (SF-36). Of the 226 drivers, 50 underwent a
sleep study, a physical examination, and an assessment of their respiratory function.
Results: Participants were all men, had a mean (±SD) age of 46.9±3.9 years, were overweight (mean body
mass index - BMI, 28.7±3.7 kg/ m2), and were smokers (59.7%). Snoring was reported by 69.9% of them, and
apneas by 11.5%. The mean ESS score was 5.4±3.2. SF-36 scores were similar to those of the Greek
population. The mean apnea-hypopnea index (AHI) was 11±14 events per hour, and the mean pulse
oximetric saturation was 93.2±2.5%. According to AHI severity, they were divided into the following three
groups: group 1, normal breathing function in sleep (n=19; AHI, <5 events per hour); group 2, mild OSA
(n=20; AHI, 5.1 to 15 events per hour); group 3, moderate/severe OSA (n=11; AHI, >15 events per hour).
Conclusions: The majority of the Greek railway drivers are overweight and smokers. The most common
reported symptom in the questionnaires is snoring, without significant daytime impairment, while sleep studies
show a potentially higher prevalence of OSA.
PMID: 18347205
48
Adeno-associated virus infection and cervical neoplasia: is there a protective role against human
papillomavirus-related carcinogenesis?
Agorastos T, Chrisafi S, Lambropoulos AF, Mikos T, Constandinides TC, Schlehofer JR, Schlehofer B,
Kotsis A and Bontis JN
Eur J Cancer Prev. 2008 Aug;17(4):364-8. doi: 10.1097/CEJ.0b013e3282b6fd2e.
The aim of this study was to investigate whether adeno-associated virus (AAV) infection can be associated
with a reduced risk for human papillomavirus (HPV)-related cervical neoplasia. The study was a prospective
descriptive analysis of the prevalence of AAV and HPV DNA sequences in women with and without neoplastic
cervical lesions. The study population consisted of 373 women aged 19-65 years old who attended the
outpatient colposcopy clinic of a tertiary university center. Cytologic and colposcopic examination, as well as
AAV-DNA and HPV-DNA detection and typing were performed in all individuals; biopsies (histological
verification) and treatment were performed as appropriate. Women with normal Papanicolaou smear test and
normal colposcopic findings served as the control group (n=280). Those with histologically proven cervical
pathology were categorized into three groups: (a) women with grade 1 cervical intraepithelial neoplasia (CIN
1) (n=31), (b) women with grades 2 and 3 cervical intraepithelial neoplasia (CIN 2, 3) (n=45), and (c) women
with invasive cervical cancer (n=17). AAV infection was confirmed in 63 (16.80%) women. AAV detection was
not statistically different between HPV (-) and HPV (+) controls (p=0.06). In the disease groups, however, the
prevalence of AAV was statistically significantly lower in the HPV (+) relative to the HPV (-) patients
(p=0.0009, P=0.00001, and p=0.0225, for women with low-grade cervical lesions, for women with high-grade
cervical lesions, and for women with cervical cancer, respectively). No difference in the prevalence of AAV
DNA between HPV-positive and HPV-negative unaffected (control) women is observed. Nevertheless, our
48
results indicate that HPV-infected individuals are less likely to develop cervical neoplasia if AAV is present,
and that AAV probably demonstrates a protective role against the pathogenic consequences of HPV infection.
PMID: 18562963
49
Early decreases in plasma lipid transfer proteins during weight reduction.
Tzotzas T, Dumont L, Triantos A, Karamouzis M, Constantinidis T and Lagrost L
Obesity (Silver Spring). 2006 Jun;14(6):1038-45.
Oblective: To determine the effect of short-term weight loss in obese women on concentrations of plasma
cholesteryl ester transfer protein (CETP) and phospholipid transfer protein (PLTP), two new risk factors for
cardiovascular disease.
Research methods and procedures: Plasma CETP and PLTP mass concentrations were measured in 38
obese, non-diabetic women before and after a moderate, 4% weight loss that was obtained by a 1250 kcal/d
diet for 4 weeks. Anthropometric and biological parameters were measured before and after weight loss.
Results: Plasma CETP concentration decreased substantially after weight loss (2.76±0.79 before and
2.31±0.69 mg/L after; p = 0.000), and the same was true for plasma PLTP concentration (9.01±2.44 mg/L
before vs. 8.34±2.57 after; p = 0.043). The HDL profile shifted toward the small-sized range, with significant
decreases in the relative abundance of HDL(2b) and HDL(2a) at the expense of HDL(3b) after weight loss. A
significant, positive correlation between CETP and PLTP mass concentrations is reported for the first time in
obese patients (r = 0.43, p = 0.004), and weight reduction was accompanied by early, concomitant, and
parallel decreases in plasma CETP and PLTP levels (r = 0.47, p = 0.003). The significant relationship between
CETP and PLTP levels was lost after the dietary intervention (r = 0.27; p = 0.11).
Discussion: CETP and PLTP correlate positively and significantly in obese patients. The hypocaloric dietary
manipulation constitutes a relevant intervention to reduce rapidly and simultaneously plasma levels of CETP
and PLTP. The impact of reduced PLTP activity on HDL size appeared to be more prominent than the impact
of concomitant reduction in CETP activity.
PMID: 16861609
50
Prevalence of overweight and obesity among children and adolescents in Thessaloniki-Greece and KayseriTurkey.
Krassas GE, Tsametis C, Baleki V, Constantinidis T, Unluhizarci K, Kurtoglu S, Kelestimur F and
Balkan Group for the Study of Obesity
Pediatr Endocrinol Rev. 2004 Aug;1 Suppl 3:460-4.
The aim of this study was to investigate the prevalence of overweight and obesity among children and
adolescents in the city of Thessaloniki, Greece and in the Kayseri area of Turkey and compare the results. For
this purpose, data concerning the weight and height of 2458 Greek school children aged 6-17 years (1226 610 years, 1232 11-17 years) and 3703 Turks (1032 6-10 years, 2671 11-17 years) were collected. BMI was
calculated. The prevalence of overweight Greek schoolchildren was 22.2% while that of Turks was 10.6%.
The obesity prevalence was 4.1% and 1.6%, respectively (total overweight and obese children 26.3% and
12.2%, respectively). In the analyses, the estimations of the prevalence of overweight and obesity are based
on the international BMI percentile curves and cut-off points in subjects aged 2-18 years recently established.
A significant gender difference was found, males being more overweight and obese compared to females.
Finally, the prevalences for both Greeks and Turks were higher in children when compared to adolescents. In
conclusion, Greece (as represented by the Thessaloniki area) has one of the highest prevalences of
overweight schoolchildren recorded in Europe while Turkey (as represented by Kayseri area) one of the
lowest recorded among developed and developing countries. Differences in lifestyle and socioeconomic
status in the two regions are most probably responsible for these results.
PMID: 16444175
49
51
Resistin levels in hyperthyroid patients before and after restoration of thyroid function: relationship with body
weight and body composition.
Krassas GE, Pontikides N, Loustis K, Koliakos G, Constantinidis T and Panidis D
Eur J Endocrinol. 2005 Aug;153(2):217-21.
Background: Resistin is a recently discovered peptide hormone that belongs to a family of tissue-specific
resistin-like molecules. To date, very few studies have reported on resistin concentrations in hyperthyroid
patients, and they present controversial results.
Objectives: To undertake a controlled, prospective study to investigate resistin concentrations in
hyperthyroidism before and after restoration of euthyroidism and to correlate the results with body weight,
body fat, waist circumference and body mass index (BMI).
Patients and methods: A total of 43 hyperthyroid patients were investigated, in addition to 23 controls.
Anthropometric parameters and resistin concentrations were measured. All the patients commenced taking
antithyroid drugs and 3-4 months later the same investigations were performed in 36 of the 43 individuals.
Results: Hyperthyroid patients exhibited increased resistin concentrations in comparison with controls.
Normalization of thyroid hormones was accompanied by a significant decrease in resistin concentration. A sex
difference was also found, men showing a significant decrease in resistin concentrations, whereas in women
no such difference was found. Resistin concentrations did not correlate with different anthropometric
parameters, age and thyroid hormones, either before or after treatment.
Conclusions: This study demonstrates for the first time that, although resistin concentrations are increased in
hyperthyroidism, they are not associated with body weight, body fat, waist circumference or BMI, which makes
it unlikely that resistin plays a crucial part in thermogenesis and energy homeostasis in thyrotoxic patients.
PMID: 16061827
52
Prolonged use of gonadotropin-releasing hormone agonist and tibolone as add-back therapy for the treatment
of endometrial hyperplasia.
Agorastos T, Vaitsi V, Paschopoulos M, Vakiani A, Zournatzi-Koiou V, Saravelos H, Kostopoulou E,
Constantinidis T, Dinas K, Vavilis D, Lolis D and Bontis J
Maturitas. 2004 Jun 15;48(2):125-32.
Objectives: To investigate the response of the various hyperplastic disorders of the endometrium to a
prolonged treatment with leuprolide acetate, a gonadotropin-releasing hormone agonist (GnRH-a), plus
tibolone, as add-back therapy, and further to study if the tibolone addition reduces the hypoestrogenic actions
of the GnRH-analogue.
Methods: We treated 26 women with histologically confirmed simple (n=9), complex (n=15) or atypical (n=2)
endometrial hyperplasia (EH) for 12 months with monthly injections of 1Ampulle/3.75 mg of leuprolide acetate,
followed by tibolone, 2.5mg per day per os. Every woman underwent a hysteroscopic evaluation and biopsy of
the endometrium after 3 (in cases with atypical EH), 6 and 12 months of treatment, as well as after 12 and 24
months of follow-up. The clinical, paraclinical and laboratory course of the disease was followed-up by using
of a climacteric scoring system and by testing of various parameters.
Results: The histopathologic evaluation of the endometria revealed regression of EH in all women after 12
months of treatment, however, during the first 2 years of follow-up EH reappeared in four women (4/21, 19%).
Bone mineral density and serum parameters did not show significant changes during treatment, whereas only
a mild suffering from hypoestrogenic side-effects was noted.
Conclusions: It seems that the combined GnRH-a/tibolone treatment in women with EH is a potent alternative,
so far as the endometrial status and the clinical course of the disease are concerned, whereas tibolone
appears to act sufficiently as add-back therapy to prolonged GnRH-a treatment. The probability of relapse of
the disease during the follow-up period makes the close monitoring of the endometrium after cessation of the
treatment absolutely necessary.
PMID: 15172086
50
53
Esophageal and small bowel obstruction by occupational bezoar: report of a case.
Pitiakoudis M, Tsaroucha A, Mimidis K, Constantinidis T, Anagnostoulis S, Stathopoulos G and
Simopoulos C
BMC Gastroenterol. 2003 Jun 9;3:13.
Background: Phytobezoar may be a cause of bowel obstruction in patients with previous gastric surgery. Most
bezoars are concretions of poorly digested food, which are usually formed initially in the stomach. Intestinal
obstruction (esophageal and small bowel) caused by an occupational bezoar has not been reported. Case
presentation: A 70-year old male is presented suffering from esophageal and small bowel obstruction, caused
by an occupational bezoar. The patient has worked as a carpenter for 35 years. He had undergone a
vagotomy and pyloroplasty 10 years earlier. The part of the bezoar, which caused the esophageal obstruction
was removed during endoscopy, while the part of the small bowel was treated surgically. The patient
recovered well and was discharged on the 8th postoperative day.
Conclusions: Since occupational bezoars may be a cause of intestinal obstruction (esophageal and/or small
bowel), patients who have undergone a previous gastric surgery should avoid occupational exposures similar
to the presented case.
PMID: 12795814
54
Detection of myocardial ischemia in the elderly versus the young by stress thallium-201 scintigraphy and its
relation to important coronary artery disease.
Psirropoulos D, Efthimiadis A, Boudonas G, Papadopoulos I, Papadopoulos G, Ekklisiarchos D,
Parthenis M, Constantinidis T and Lefkos N
Heart Vessels. 2002 May;16(4):131-6.
The prevalence and severity of coronary atherosclerosis increase dramatically with age, so that more than half
of all deaths in persons aged over 65 are due to coronary arterial disease (CAD) and about three fourths of all
deaths from CAD occur in the elderly. The aims of our study were, first, to detect myocardial ischemia
development in elderly versus younger patients undergoing treatment for known CAD through the use of both
conventional treadmill testing and 201T1 scintigraphy, and second, to determine the relationship between the
above non-invasive tests and angiographically confirmed important coronary artery disease (iCAD). A
database of 606 patients (355 men and 251 women) who had undergone coronary angiography, exercise
ECG testing (ETT) using the treadmill Bruce protocol, and 201T1 scintigraphy, was reviewed retrospectively.
All patients had displayed clinical expression of CAD with or without the existence of an old myocardial
infarction (MI). The patients were from both sexes (440 men and 252 women) and divided into two groups,
according to age. Group A was composed of 265 patients aged over 65 (170 men, 95 women, mean age =
70.3±5.3 years). Group B was composed of 341 patients aged under 65 (185 men, 156 women, mean age
54.4±9.1 years). Patients with uncontrolled arterial hypertension, hypertrophic cardiomyopathy, severe valve
diseases, severe chronic obstructive lung diseases, severe anemia, peripheral atherosclerosis, orthopedic
problems, or Parkinson's disease were excluded from the study. The term "important coronary artery disease"
(iCAD) covers the following patterns of coronary anatomy: (a) left main stem stenosis > or = 50% with or
without disease elsewhere, (b) proximal three-vessel disease, (c) three-vessel disease including the proximal
left anterior descending artery (LAD), (d) proximal two-vessel disease including LAD, and (e) two-vessel
disease including the proximal LAD. Biostatistical characteristics such as sensitivity, specificity, and predictive
values of ETT-201T1 were estimated. Analyzing our results we concluded that: the biostatistical parameters in
predicting important CAD in elderly and younger patients by means of exercise test and thallium scintigraphy
need to be redefined through more closely scheduled and prospective studies; in elderly coronary patients,
the appearance of positive results in both parameters of ETT-201T1 indicates a significant possibility of iCAD
existence; in coronary patients younger than 65 years, the appearance of negative results in both parameters
of ETT-201T1 almost excludes iCAD, in contrast to elderly patients, who display a significant proportion of
iCAD; in elderly coronary patients, the appearance of equivocal results in both tests indicates a significant
possibility of the existence of iCAD, in contrast to younger patients.
PMID: 12224783
51
55
Tibolone therapy in breast cancer survivors: a retrospective study.
Goutzioulis M, Vavilis D, Agorastos T, Konstantinidis T, Pantazis K, Goutzioulis A, Goulis DG,
Makedos G and Bontis JN
J Obstet Gynaecol Res. 2007 Feb;33(1):68-73.
Aim: To investigate a possible relationship between tibolone therapy and recurrence or mortality in breast
cancer survivors.
Methods: In a retrospective study, data from files of 247 patients who had been treated for breast cancer were
analyzed. Twenty women were treated with tibolone because of menopausal symptoms (Group 1: mean
duration of tibolone use 37.1 months). One hundred and one women who did not take tibolone were selected
as the control group (Group 2). All women were followed up in our Department on our standard protocol
(mean follow up: 73.4 months in Group 1, 67.4 months in Group 2). Comparison of the survival curves was
applied with the Wilcoxon (Gehan) statistic. Cox regression analysis was also applied in order to identify
significant coefficients in the survival curve.
Results: Recurrence of breast cancer was observed in two (10%) Group 1 women versus 21 (21%) Group 2
women (P = NS). Two Group 1 women died (one from breast cancer recurrence) versus 15 Group 2 women
(14 from breast cancer recurrence).
Conclusions: Despite of the inherent limitations of this small retrospective study, it seems that tibolone does
not reveal an apparent negative impact on breast cancer outcome when given to breast cancer survivors.
PMID: 17212669
56
Factors associated with body mass index in adults from Northern Greece.
Tzotzas T, Konstantinidis T, Bougoulia M and Krassas GE
Hormones. 2004 Apr-Jun;3(2):111-9.
The aim of this large scale epidemiological cross-sectional study was to investigate potential factors, such as
age, gender, socioeconomic status (measured as educational level and profession), smoking habits and
physical activity, that could influence Body Mass Index (BMI) in a large sample of Greeks of Central
Macedonia. Overall, 4032 adults (1296 males and 2736 females), age: 44.3±14.5 y (mean±SD) participated
in this study. Candidates were contacted by phone and provided self-reported data about their age, weight,
height, socioeconomic status, smoking habits and physical activity. Our results showed that the mean BMI
value was 26.2±5 (x±SD). Factors associated with BMI were age (positively), physical activity and education
level (negatively) in both genders and smoking habits (negatively) only in women. Obesity prevalence was
higher in females, and in middle age, in civil employees, less educated and non-smoking subjects of both
genders while overweight prevalence was higher in males, and in old age, in less educated and non-smoking
subjects of both genders. In conclusion, several environmental factors were found to be associated with
obesity or overweight indices in our sample of Greek individuals.
PMID: 16982585
57
Prevalence of chronic obstructive pulmonary disease and rhinitis in northern Greece.
Sichletidis L, Tsiotsios I, Gavriilidis A, Chloros D, Kottakis I, Daskalopoulou E and Konstantinidis T
Respiration. 2005 May-Jun;72(3):270-7.
Background: Chronic obstructive pulmonary disease (COPD) constitutes one of the main factors responsible
for morbidity and mortality worldwide. Rhinitis has a high prevalence, but its relationship to COPD has not
been determined.
Objectives: To estimate the prevalence of COPD and rhinitis in northern Greece and to examine their
correlation.
Patients and methods: Of a total of 8,151 subjects (aged 21-80 years, from three regions of northern Greece)
invited to participate in the study, 6,112 (75%) were included. The regions studied were: (a) Thessaloniki
(1,733 study participants, 52.7±18.6 years old), an urban area with particulate air pollution frequently
52
exceeding the acceptable limit, (b) Eordea (3,537 study participants, 51.4±15.5 years old), a typical industrial
area with particulate air pollution with daily values exceeding the acceptable limit and (c) Grevena (842 study
participants, 55.6±15.4 years old), a mountainous area without pollution. The study participants filled in the
questionnaire on respiratory symptoms of the Committee on Environmental and Occupational Health of the
Medical Research Council and underwent spirometry and rhinomanometry tests.
Results: The prevalence of COPD was 5.6% (8.2% in men and 2.5% in women) and that of rhinitis 24.7%
(27.4% in men and 21.4% in women). COPD and rhinitis are related to common predisposing factors
(smoking, age and sex). Moreover, rhinitis is related to particulate air pollution levels.
Conclusions: The prevalence of COPD and rhinitis in northern Greece does not differentiate from that found in
other industrial countries. A functional relationship between upper and lower airways is speculated.
PMID: 15942296
58
Deaths from neoplasms and detection of radionuclides in excised human lungs in the Eordea Basin, Greece.
Sichletidis LT, Tsiotsios I, Gavriilidis A, Chloros D, Konstantinidis T, Psarrakos K, Koufogiannis D,
Siountas A and Filippou D
Arch Environ Health. 2003 Dec;58(12):789-93.
Lignite contains various trace-metal natural radioactive contaminants. In the Eordea Basin, the most important
lignite field in Greece, the authors conducted a proportional mortality ratio (PMR) study that compared the
mortality rates of individuals who lived in the basin vs. a control group who resided in the city of Kilkis, over a
30-yr period. The following information was used in the study: (a) municipal registrations of deaths from
neoplasms during the period from 1971 to 2000, and (b) detection of radioactive substances in samples
obtained from excised lungs of individuals living in Eordea Basin who suffered from neoplasm. The
corresponding registrations of deaths from neoplasm of the inhabitants of Kilkis, a city located outside the
Eordea Basin, formed the control group. A diachronic increase of the PMR was detected as a result of
neoplasms and, particularly, as a result of lung cancer in Eordea Basin. However, the above ratio did not
exceed the corresponding PMR recorded in Kilkis. In 20 lung samples obtained from patients who had lived in
Eordea Basin, and in 19 lung samples from patients in Kilkis, the activity of the radionuclides of uranium and
thorium radioactive decay series, potassium-40, and cesium-137 was not higher than expected. No
statistically significant difference was found between the inhabitants of the 2 regions, thus it was concluded
that the increase in respiratory-system neoplasms was likely associated with the high prevalence of smoking
among the regions' inhabitants. In future studies, a longer observation period and examination of more cases
will be necessary to further investigate a possible association between radionuclides and lung neoplasms in
the Eordea Basin.
PMID: 15859514
59
The role of somatostatin analogues in complete antiandrogen treatment in patients with prostatic carcinoma.
Vainas G, Pasaitou V, Galaktidou G, Maris K, Christodoulou K, Constantinidis C and Kortsaris AH
J Exp Clin Cancer Res. 1997 Mar;16(1):119-26.
Somatostatin analogues (SMS-A) have been found to inhibit the growth of experimental tumors, as of prostate
cancer, via several mechanisms as antihormonal and direct antimitogenic actions. It was demonstrated also
that several SMS-A induce greater prostatic tumor regression with more pronounced histological changes if
combined with LHRH analogues or in association with complete androgen blockade (CAB). In a phase II
clinical trial we administered, in addition to CAB, SMS-A octreotide in 14 patients with stage D2 (group B)
prostate cancer-8 previously hormonally treated (PHT) and 6 without any previous hormone treatment
(NPHT); 4 other patients, 3 NPHT and one PHT, were treated with CAB only (group A). Antiandrogen and
antitumoral activity followed assaying a) plasma testosterone b) prostatic specific antigen (PSA) c) prostatic
acid phosphatase (PAP) levels and d) objective (o) and subjective (s) clinical improvement according to WHO
criteria. Somatostatin activity was evaluated assaying Insulin like Growth Factor-1 (IGF-1) and Epidermal
53
Growth Factor (EGF). In group B we observed 3 responses, with the best quality of response (oPR/sCR)
among the 6 NPHT-patients (50%) and 3 responses among the PHT-patients (37,5%), two of them with an
incomplete PHT. In group A, 2 out of 3 NPHT-patients had a response (oPR/sPR). Among group B patients
we observed long symptom-free survival, when they responded (17 months), in comparison to group A
patients (12 months), but almost the same total duration of survival in the two groups, 18.5 and 18 months,
respectively. EGF and IGF-1 serum levels showed a distinct drop parallel to the decrease of PSA serum
levels, among the patients with response vs. nonrespondent patients of group B during the treatment.
Although our results showed that octreotide in small doses, in addition to CAB, having mild toxicity, enhance
number, quality and perhaps the duration of symptom-free responses in patients with stage 2 prostate cancer,
the therapeutic efficacy of this combined treatment remains to be ascertained in wider and better randomized
clinical trials.
PMID: 9148872
60
Increasing fear of adverse effects drops intention to vaccinate after the introduction of prophylactic HPV
vaccine.
Sotiriadis A, Dagklis T, Siamanta V, Chatzigeorgiou K, Agorastos T, Lysistrata Study Group
Collaborators: Agorastos T, Athanatos D, Bili E, Chatzigeorgiou K, Constantinides T, Dagklis T,
Dampala K, Goulis D, Karagkouni D, Kyrou D, Lambropoulos A, Mikos T, Salonikidou E, Siamanta V,
Sotiriadis A, Tantsis A, Togaridou E, Tympanidis I, Vavilis D and Zafrakas M
Arch Gynecol Obstet. 2012 Jun;285(6):1719-24. doi: 10.1007/s00404-011-2208-z. Epub 2012 Jan 14.
Purpose: The purpose of this study was (1) to explore for socio-demographic factors that could potentially
affect the intention of women to vaccinate themselves, their 13-year-old daughter and their 13-year-old son
against HPV, and (2) to investigate the main reasons for declining vaccination.
Methods: A structured questionnaire was used in participants of the project (N = 5,249). Logistic regression
analysis was applied in order to examine the correlation between vaccine acceptability and a list of potential
predictors. In women declining vaccination, the reported reasons for decline were analyzed.
Results: Residence in rural areas and low to medium tiers of family income were the most constant factors in
favor of intention to vaccinate. Receiving information from a healthcare professional was found to positively
affect vaccine acceptability for the woman herself, but it did not affect her intention to vaccinate her daughter
or her son. The acceptance rates decreased significantly after the vaccine became available, both for the
women themselves and for their daughters or sons. During the same year, a shift was noted in the reason for
declining vaccination; the self-perception of insufficient knowledge significantly decreased and the fear of
adverse effects significantly increased in all three cases.
Conclusion: Apart from demographic factors which may favor or disfavor vaccine acceptability, the intention to
vaccinate decreased significantly and the proportion of women rejecting vaccination for safety concerns
increased significantly after the introduction of the vaccine, coinciding with isolated cases of negative publicity
and highlighting the potential of misinformation by the media.
PMID: 22246478
61
p53 codon 72 polymorphism and correlation with ovarian and endometrial cancer in Greek women.
Agorastos T, Masouridou S, Lambropoulos AF, Chrisafi S, Miliaras D, Pantazis K, Constantinides TC,
Kotsis A and Bontis I
Eur J Cancer Prev. 2004 Aug;13(4):277-80.
The polymorphism of codon 72 in the p53 tumour suppressor gene has been associated in the last decade
with the risk of developing various neoplasias. An influence of this polymorphism on ovarian and endometrial
cancer has also been suggested. We examined the genotype frequency of this polymorphism in archival
samples from 56 patients with endometrial neoplasias and 51 patients with ovarian neoplasias. Cervical
smears from 30 healthy, human papillomavirus (HPV)-negative women with normal cytology and colposcopy,
54
served as control sample. Women with ovarian neoplasias, especially adenocarcinomas, had Arg/Arg more
often than healthy controls [odds ratio (OR) 4.16 at p = 0.0058]. No statistically significant difference was
found between women with endometrial cancer and controls. Differentiation of ovarian tumours did not appear
to be associated in a statistically significant manner with the genotype, whereas a positive linear trend of
Arg/Arg towards poor differentiation was noted in endometrial malignancies (mainly endometrioid
adenocarcinomas). Our results suggest that homozygous arginine at codon 72 of p53 may represent a risk
factor for developing ovarian malignancies and may affect the differentiation of endometrial cancer. Further
studies need to be carried out in order to establish the clinical use of this polymorphism for risk assessment
and possibly outcome prediction of ovarian and endometrial neoplasias.
PMID: 15554555
62
The occurrence of fungi in hospital and community potable waters.
Arvanitidou M, Kanellou K, Constantinides TC and Katsouyannopoulos V
Lett Appl Microbiol. 1999 Aug;29(2):81-4.
The prevalence of fungi was investigated in 126 potable water samples (84 hospital and 42 community
samples), in parallel with the standard pollution indicator micro-organisms. Filamentous fungi were isolated
from 104 of 126 (82.5%) samples and yeasts from 14 (11.1%), whereas their mean counts were 36.6 and 4.4,
respectively. Fungi were isolated from 95.2% of community and 76.2% of hospital water samples, with the
difference being statistically significant (P < 0.05), while yeasts were isolated from 9.5 and 11.9%,
respectively. Prevailing genera were Penicillium spp., isolated from 64, Aspergillus spp., from 53, and
Candida, from nine of the examined samples. Colony-forming units of yeasts were significantly correlated with
those of total and faecal coliforms, whereas the counts of filamentous fungi were significantly correlated with
total heterotrophic bacteria counts. These results suggest that tap water is a potential transmission route for
fungi both in hospitals and the community in the examined region and may pose a health hazard mainly for
the immunocompromised host.
PMID: 10499294
63
Growth and other factors affecting peak expiratory flow in Greek children.
Aivazis V, Hatzimichail A, Stavridis J, Bourli E, Konstantinidis TH and Katsougiannopoulos V
Minerva Pediatr. 2005 Apr;57(2):83-9.
Aim: The estimation of peak expiratory flow (PEF) in children is a very easy and practical way to check lung
function and helps in the diagnosis, treatment follow-up and evaluation of the development of chronic
obstructive pulmonary disease.
Methods: Using a Mini-Wright flowmeter (Clement Clarke International Ltd, England), we studied the Peak
Expiratory Flow (PEF) of 7,067 healthy Greek children of age range 6-17 years. All the children have a height
ranging between mean value±2 Standard Deviations for age and sex.
Results: The results were correlated with age, weight, height and triceps skinfold thickness. The mean value
of PEF was higher in boys than in girls at all ages, except from the age of 12-13 years. Our results have
shown a very strong relationship between PEF and age up to the age of 11 years (p<0.005) but we didn't find
such a relationship in older children as regards PEF and height (p<0.001). No positive correlation between
PEF and weight or between PEF and triceps skinfold, was found (p > or = 0.05). Moreover, a considerable
difference in PEF values was found in the various groups of every age and sex according to height.
Conclusions: These results indicate that height should always be considered in order to estimate PEF value.
The values of this study (mean and percentiles) were compared to those of other studies. Finally, we
recommend that the results of this study should be used as standards for Greek children.
PMID: 15986000
55
64
The effect of environmental pollution on the respiratory system of lignite miners: a diachronic study.
Sichletidis L, Tsiotsios I, Chloros D, Daskalopoulou E, Ziomas I, Michailidis K, Kottakis I,
Konstantinidis TH and Palladas P
Med Lav. 2004 Nov-Dec;95(6):452-64.
Background: It is not known whether working in surface lignite mines can cause x-ray lesions or disorders of
respiratory function.
Objectives: The aim of the study was to investigate the diachronic impact of environmental pollution on the
respiratory system of lignite miners at mines in Eordea, Greece.
Methods: Cases of 199 workers (Group A) residing permanently in the Eordea valley and 151 (Group B) living
outside the Eordea valley were studied during Phase I and then re-examined after three years (Phase II).
These cases were compared to those of 71 office workers living in Eordea valley (Group C) and to 96 living in
Grevena, a region without pollution (Group D). The study included the completion of the MRC questionnaire
for the detection of respiratory diseases, pulmonary function tests, measurement of diffusion capacity,
otorhinolaryngologic examination, rhinomanonetry as well as chest and paranasal cavity X-rays.
Results: Chronic bronchitis was reported by 26.8%, 24.8%, 17.9% and 10.6% respectively of the subjects of
groups A, B, C and D according to the answers of the questionnaire (p<0.001). The spirometry and diffusion
capacity findings presented no considerable differences either in the 4 groups or between phases I and II of
the study. The main problems were detected in the upper airways. A very high prevalence of severe nasal
obstruction (73%, 71.2%, 55.7% and 19.3% in Groups A, B, C and D respectively) was detected. Furthermore,
a high percentage of atrophic rhinitis (14%) was detected both among workers (Groups A and B) and subjects
living in the Eordea valley who participated as controls (Group C). From the X-rays, hypertrophy of nasal
turbinates-cartilage and polyposis was observed as follows: Group A: 53.9%, Group B: 48.1%, Group C:
46.5% and Group D: 20.3% (p<0.001). The findings related to the upper respiratory system may be due to
excessive pollution by airborne particles (fly ash) pollution in the region and particularly to chromium, nickel,
cobalt and lead found at high concentration levels in airborne dust. A marked association between the total
air-flow in the nose and the mid-expiratory flow (p<0.01) was detected.
Conclusions: We conclude that subjects working in lignite mines under conditions of excessive pollution by
airborne contaminants have a high prevalence of atrophic rhinitis and, in addition to other standard
examinations, should undergo rhinomanometry testing and X-ray imaging of the paranasal cavities.
PMID: 15736306
65
Growth hormone, insulin growth factor-1, and igf binding protein-3 axis relationship with bone mineral density
among healthy men.
Krassas GE, Papadopoulou P, Koliakos G, Konstantinidis T and Kalothetou K
Arch Androl. 2003 May-Jun;49(3):191-9.
The aim of this study was to investigate serum levels of growth hormone (GH), insulin growth factor-I (IGF-I),
and insulin growth factor binding protein-3 (IGFBP-3) in 363 healthy caucasian men with and without
decreased bone density, who had never experienced fractures. Mean age was 51±8.7 years. Height and
weight were measured and BMI was calculated using the formula weight (kg)/height (m(2)). Bone mineral
density (BMD) was assessed: in 4 skeletal sites (lumbar spine [LS], femoral neck [FN], Ward's triangle [WT],
and trochanter [T]) using dual-energy X-ray absorpsiometry (DEXA). After an overnight fasting, blood samples
were taken at 8:00 a.m. Serum concentrations of GH, IGF-I, and IGFBP-3 were measured using the
immunofunctional (GH) and IRMA (IGF-I and IGFBP-3) methods. The BMD at the 4 skeletal sites is expressed
as mean value±SD in g/cm(2) and T score. Forty-four men (11%) had bone mineral density (BMD)<-2.5 SD (T
score). Mean GH, IGF-I, and IGFBP-3 levels were 0.2±0.1, 186.1±177.3, and 4990±1460 ng/mL,
respectively. There were no significant differences between men with normal BMD and men with reduced
BMD concerning GH, IGF-I, and IGFBP-3 measurements. In normal men (319), mean GH, IGF-I, and IGFBP3 levels were 0.4±0.1, 192±87, and 4960±1530 ng/mL, respectively. In the subgroup with reduced BMD (44),
56
mean GH, IGF-I and IGFBP-3 levels were 0.2±0.1, 179±72 and 5230±1270 ng/mL, respectively. An agedependent attenuation of GH, IGF-I, and IGFBP-3 levels was also found. No correlation was revealed
between BMD and GH in the 4 skeletal sites tested. On the contrary, a positive correlation was established
between BMD and IGF-I levels in 3 skeletal sites (LS, FN, T). The same was true between BMD and IGFBP-3
in 2 skeletal sites (LS, FN). In conclusion, 11% of Greek healthy males had decreased bone density. No
fractures were demonstrated in any individuals. No significant differences were found between men with
normal and reduced BMD, with regards to serum GH, IGF-I, and IGFBP-3, although these levels decreased
with age. No correlation was found between BMD and GH levels in the 4 skeletal sites. A positive correlation
was found between BMD and IGF-I levels in 3 skeletal sites and IGFBP-3 in 2 skeletal sites.
PMID: 12746097
66
Age-related changes in bone density among healthy Greek males.
Krassas GE, Papadopoulou FG, Doukidis D, Konstantinidis TH and Kalothetou K
J Endocrinol Invest. 2001 May;24(5):326-33.
Osteoporosis in men is increasingly recognized as a problem in clinical medicine, but it has received much
less attention than its counterpart in women. It is termed idiopathic if no known cause of bone disease can be
identified clinically or in the laboratory. The true incidence of idiopathic osteoporosis (IO) in males is difficult to
estimate because population characteristics and referral patterns differ so widely. The aim of this study was to
investigate the incidence of IO in healthy Greek male volunteers by measuring bone mineral density (BMD) at
four skeletal sites and examining the relations among age, BMI, and bone status. This type of information has
not yet been published. We considered osteoporosis to be present when the BMD was less than or equal to 2.5 SD from the average value for healthy young men. Three hundred and sixty-three normal male volunteers
were investigated. The mean age was 51.3±8.7 yr, and BMI was 27.5±3.7 kg/ m2. In all subjects BMD at four
skeletal sites - lumbar spine (LS), femoral neck (FN), Ward's triangle (WT), and finally trochanter (T) - was
measured using dual-energy X-ray absorptiometry (DEXA). T-score, Z-score and g/cm2 values were
estimated. Forty-four subjects (11%) had BMD< or =-2.5 SD (T-score). The mean age and BMI for the men
with decreased BMD was 54.8±6.4 yr and 26.3±3.3 kg/ m2, whereas mean age and BMI for those with normal
BMD was 51.0±8.9 yr and 27.6±3.6 kg/ m2, respectively. These differences were statistically significant
(p<0.001 and p<0.05, respectively). A positive correlation was found between BMI and bone density (g/c m 2)
at three skeletal sites: LS (r=0.235, p<0.001), WT (r=0.126, p<0.001) and FN (r=0.260, p<0.001). A positive
correlation was also found between BMI and T-score at all skeletal sites studied: LS (r=0.276, p<0.001), WT
(r=0.133, p<0.05), FN (r=0.233, p<0.001), and T (r=0.305, p<0.001). Finally, a positive correlation was also
found between BMI and Z-score: LS (r=0.256, p<0.001), WT (r=0.117, p<0.005), FN (r=0.240, p<0.001), and
T (r=0.187, p<0.001). A negative correlation was found between age and bone density (g/c m 2) at FN (r=0.157, p<0.01) and WT (r=-0.183, p<0.001). The same was true between age and T-score at FN only
(r=0.137, p<0.05). Furthermore, a similar correlation was found between age and Z-score at LS (r=0.174,
p<0.001). When ANOVA one-way analysis was used, a significant difference was found between the different
age groups and BMD (g/cm2) at FN, T and WT (p<0.001 for all sites). For T-score, a significant difference
between age groups was found only at FN (p<0.005). Finally, a significant difference in Z-score was found at
FN (p<0.001) and LS (p<0.005). When multiple regression analysis was applied, it was found that BMD
(g/cm2) at two sites, FN and WT, independently correlated with age and BMI (FN: p<0.001 for both, WT:
p<0.01 and p<0.05, respectively). Finally, we found an accelerated trend toward decreased BMD (g/cm 2),
when the odds ratio was applied. Moreover, BMD was positively correlated with BMI and negatively correlated
with age. Currently available data are sparse and much more research is needed to increase our
understanding concerning the etiology of this condition as well as illuminating the relationship between bone
density and fracture.
PMID: 11407652
57
67
Is psychopathology related to children's unintentional injury?
Glania T, Lialiaris T, Tripsianis G, Papadakis N and Constandinidis TC
Int J Adolesc Med Health. 2010 Oct-Dec;22(4):567-73.
This research aimed to study children's psychopathology and unintentional accidents in Thrace, northern
Greece. We examined whether there was a correlation between each risk factor of the research and the
dependent variables: 1) minor accidents, 2) serious accidents that required Emergency Room attendance (ER
accidents), 3) serious accidents that led to hospital admission (admission accidents). High school children (n =
1,516) completed an anonymous questionnaire regarding the cause of their accident, as well as the
"Strengths and difficulties questionnaire" (SDQ) by Goodman. The results indicate that sex, conduct disorders,
hyperactivity, and abnormal score in SDQ were important risk factors for minor injuries and continued to be
important risk factors for ER accidents. Sex, conduct disorders, hyperactivity, peer-problems, and abnormal
score in SDQ were important risk factors for the most serious accidents (admission accidents). Because major
accidents can result in serious health problems or disability, attention should be paid to the risk factors found.
PMID: 21404887
68
Socio-demographic risks of child injury in a Greek region.
Glania T, Lialiaris T, Tripsianis G and Constandinidis TC
Int J Adolesc Med Health. 2010 Apr-Jun;22(2):263-70.
Introduction: Child injuries are a growing global public health problem and the aim of this research was to
study child accidents, their causes and risk factors in a northern part of Greece, Thrace.
Methods: 1,516 high school children completed an anonymous questionnaire regarding the cause, type,
activity before the accident, and result of their accident.
Results: The Chi square method showed a high correlation between accidents and variables such as gender
(OR .55, 95% CI: .437-.687, p < .001), grade (p < .05), maternal education level (p < .001), paternal education
level (p < .001), and social group each child belongs to (P < .001). The odds ratio was 3.3 (95% CI: 1.7606.296) for Non-natives compared with Native Christians and Native Muslims. The latter had half odds in
comparison with Native Christians (OR .4, 95% CI: .328-.545).
Conclusions: Young boys (7th grade), non-natives, and children whose parents received higher education
were at greater risk of being injured.
PMID: 21061927
69
Reduction in cotton dust concentration does not totally eliminate respiratory health hazards: the Greek study.
Boubopoulos NJ, Constandinidis TC, Froudarakis ME and Bouros D
Toxicol Ind Health. 2010 Nov;26(10):701-7. doi: 10.1177/0748233710377773. Epub 2010 Jul 16.
A number of epidemiological studies have shown that byssinosis is associated with exposure to high levels of
cotton dust. In this first survey, the prevalence of respiratory symptoms in cotton workers under low
concentration of cotton dust was investigated. A respiratory questionnaire consisting of 47 questions was
given to 443 cotton workers. Their lung function was measured with spirometry. Breathing zone cotton dust
concentration was measured by personal samplers and static sampling was used to define the level of the
work area concentration. Workers with abnormalities in the pulmonary function parameters, including forced
expiratory volume in 1 second (FEV₁), forced vital capacity (FVC) and peak expiratory flow rate (PEFR), were
5.9%. In this group of operatives 7.7% had symptoms compatible with byssinosis, 65.4% of them were
smokers, 69.2% of them had symptoms of allergic rhinitis, while 72.2% of them were smokers. Asthma, which
appeared after the age of 30, was reported by 57.7%, while 60% of them were smokers. Mean breathing zone
cotton dust concentration was 0.16 mg/m³ and the mean work area cotton dust concentration 0.14 mg/m³.
Despite the reduction in cotton dust concentration, byssinosis symptoms, allergic rhinitis, asthma and impaired
58
pulmonary function are the most common findings in our cotton workers depending on the duration of
exposure, whether they are smokers or not and the nature of the cotton dust.
PMID: 20639277
70
Prevalence and clinical characteristics of obesity hypoventilation syndrome among individuals reporting sleeprelated breathing symptoms in northern Greece.
Trakada GP, Steiropoulos P, Nena E, Constandinidis TC and Bouros D
Sleep Breath. 2010 Dec;14(4):381-6. doi: 10.1007/s11325-010-0360-5. Epub 2010 May 22.
Introduction: Evidence suggests that obesity hypoventilation syndrome (OHS) is underrecognized and
undertreated. Aim of this study was to evaluate the prevalence and clinical characteristics of OHS among
patients reporting sleep-related breathing disorders in northern Greece.
Materials and methods: Individuals (n=276) who consecutively underwent an attended night
polysomnography, for possible obstructive sleep apnea syndrome, were recruited. OHS was defined as a
combination of obesity (body mass index 30 ≥ kg/m2), daytime hypercapnia (PaCO(2) ≥ 45 mmHg), and sleepdisordered breathing, without any other known cause of hypoventilation. Anthropometric and sleep
characteristics, daytime sleepiness, spirometry, and arterial blood gases' analysis in awake, were compared
between OHS and non-OHS patients.
Results: OHS was identified in 38 of the 276 subjects (13.8%). Among study population, OHS patients were
older, more obese, and more somnolent. They did not differ significantly in terms of pulmonary function in
awake, whereas they differed, as expected, in arterial blood gases values in awake (PaO (2), PaCO(2)).
Furthermore, OHS patients displayed lower average and minimum SpO (2) during sleep and spent more time in
SpO(2) < 90% than non-OHS patients. The most common comorbidities were arterial hypertension, diabetes
mellitus, and congestive heart failure.
Conclusions: In our study population, OHS was accounted for a significant percentage of the patients with
reported breathing disorders in sleep. As obesity has become an international epidemic, it is crucial that
physicians have the ability to recognize and treat obesity-associated diseases.
PMID: 20495963
72
A phase I clinical trial of dextromethorphan in intractable partial epilepsy.
Kimiskidis VK, Mirtsou-Fidani V, Papaioannidou PG, Niopas I, Georgiadis G, Constadinidis TC and
Kazis AD
Methods Find Exp Clin Pharmacol. 1999 Dec;21(10):673-8.
We conducted an open-label pilot study of dextromethorphan (DM) in intractable partial epilepsy with the
following objectives: a preliminary evaluation of the drug's safety and efficacy in the epileptic patient and a
definition of a concentration range which can be safely achieved in future studies. Sixteen patients with drugresistant, localization-related epilepsies entered the trial. After an 8-week baseline period, DM was added to
the existing antiepileptic drugs at a dose of 40 and 50 mg every 6 h (160 and 200 mg/day). Each treatment
period lasted 8 weeks. Seizure control improved after administration of DM, especially in the group of
intermediate and slow metabolizers. Two patients, however, experienced increased seizure frequency and
withdrew from the study. Adverse effects during DM administration were mild and transient. DM was well
tolerated even in patients with high plasma levels of the drug (up to 15020 ng/dl). Our results indicate that DM
is safe and effective in the treatment of comedicated patients with intractable partial epilepsies.
PMID: 10702964
71
Analysis of risk factors for ventilator-associated pneumonia in a multidisciplinary intensive care unit.
Sofianou DC, Constandinidis TC, Yannacou M, Anastasiou H and Sofianos E
Eur J Clin Microbiol Infect Dis. 2000 Jun;19(6):460-3.
A prospective study was conducted to determine the incidence, risk factors and pathogens of ventilatorassociated pneumonia (VAP) in 198 patients requiring mechanical ventilation for more than 48 hours. VAP
59
occurred in 67 (33.8%) patients. Risk factors associated with VAP were admission APACHE II score >20
(odds ratio [OR] 4.77, 95% confidence interval [CI] 2.04-11.27, P<0.001), mechanical ventilation > 10 days
(OR 44.4, 95% CI 2.16-26.7, P< 0.0001), ICU length of stay >10 days (OR 9.4, 95% CI 3.55-25.65, P<
0.0001), and admission PaO2/FiO2 ratio <200mmHg (OR 3.4, 95% CI 1.00-11.41, P<0.05). Logistic
regression analysis showed a relationship between VAP and length of stay in ICU, duration of fever and
presence of catheter-related infection. The pathogens isolated were predominantly gram-negative bacteria
(83.2%), with a high proportion of Acinetobacter spp. (35%) resistant to commonly used antimicrobial agents.
The mortality rate was not influenced by VAP.
PMID: 10947222
73
Sort-term administration of orlistat reduced daytime triglyceridemia in obese women with the metabolic
syndrome.
Tzotzas T, Samara M, Constantinidis T, Tziomalos K and Krassas G
Angiology. 2007 Feb-Mar;58(1):26-33.
The objective of this prospective, controlled, randomized study was to evaluate the effect of orlistat
administration for 10 days on daytime capillary triglyceridemia in obese women with metabolic syndrome
(MetSyn). Thirty-two obese, nondiabetic women with MetSyn were evaluated. The presence of MetSyn was
defined according to the National Cholesterol Education Program (NCEP)-Adult Treatment Panel III (ATP III)
criteria. Patients were randomized into 2 similar groups: group A (orlistat), mean age 50.1±8.2 years, received
a low-calorie diet combined with orlistat 120 mg tid for 10 days and group B (control), mean age 51.2±9.1
years, received only the low-calorie diet for the same period of time. Anthropometric, lipids, and parameters of
insulin resistance were measured before and after 10 days of intervention. Capillary triglycerides (TGc) were
measured at 6 different time points during the day and daytime triglyceridemia was expressed as area under
the curve of TGc (AUC-TGc). Most anthropometric measurements (body weight, body mass index, waist
circumference, and percentage of fat mass) and most metabolic parameters (total cholesterol [TC], fasting
venous triglycerides [TGfv], high-density lipoprotein cholesterol [HDL-C] levels, fasting glucose [FG], fasting
insulin [FI], and homeostasis model for assessment [HOMA] for insulin resistance index) decreased
significantly in both groups, while waist-to-hip ratio (WHR) and systolic (SBP) and diastolic blood pressure
(DBP) did not change significantly in both groups and low-density lipoprotein cholesterol (LDL-C) levels
decreased only in the orlistat group. Following minimal weight loss, TGc at most time points and AUC-TGc
were significantly reduced only in group A. In group A, AUG-TGc decreased by 17% from 36.4 ±11.8 to 30.2
±9.9 mmol/Lxh(-1) (p < 0.001), and this reduction was significantly greater compared with the control group (p
< 0.05) and remained significant after percentage of weight loss was taken into account. This decrease of
AUC-TGc significantly correlated with the decrease of HOMA index (p < 0.05, r = 0.39) and the decrease of
TGfv (p < 0.001, r = 0.62). The tolerability of orlistat was very good and side effects were transient and of
minimal intensity. In conclusion, short-term administration of orlistat significantly reduced daytime
triglyceridemia in obese, nondiabetic women with MetSyn. This reduction could offer cardiovascular benefits in
these high-risk patients. Long-term studies with more patients are needed to reach definite conclusions.
PMID: 17351155
74
Determinants of body mass index in Greek children and adolescents.
Krassas GE, Tzotzas T, Tsametis C and Konstantinidis T
J Pediatr Endocrinol Metab. 2001;14 Suppl 5:1327-33; discussion 1365.
The aim of this study was to investigate the determinants of body mass index (BMI) among Greek children
and adolescents, such as parental age and BMI, number of family members in the household, parents'
educational status and occupation, physical activity and hours of television viewing and playing computer
games by children per day. This cross-sectional study included 2,495 children aged 6-17 years from primary
and high schools of Thessaloniki, capital of Northern Greece. Data were collected by questionnaires
concerning age, height and weight of the parents, number of family members, and socioeconomic status as
determined by occupation and educational status of the parents. Our results revealed that overweight in
60
Greek children and adolescents is influenced positively by several determinant factors, such as parental age
and obesity, hours of television viewing, and negatively by a high parental educational level. No significant
association was found between children's BMI and physical activity. Intervention and prevention measures
should be targeted at the reduction of sedentary activities, especially television viewing, and promotion of
physical activity. These measures should be directed at families that are affected and/or concerned with
obesity.
PMID: 11964030
75
Prevalence and trends in overweight and obesity among children and adolescents in Thessaloniki, Greece.
Krassas GE, Tzotzas T, Tsametis C and Konstantinidis T
J Pediatr Endocrinol Metab. 2001;14 Suppl 5:1319-26; discussion 1365.
Obesity is the most prevalent nutrition-related problem in Western societies. Childhood obesity is rapidly
emerging as a global epidemic that will have profound public health consequences, as overweight children
become overweight adults. The aim of this study was to investigate the prevalence of overweight and obesity
among children and adolescents in the city of Thessaloniki, and evaluate the trends in Greece by comparing
our results to those of other cross-sectional studies. Data concerning the height and weight of 2,458
schoolchildren aged 6 to 17 years (1,226 6-10 years, 1,232 11-17 years) of 27 primary and secondary public
schools were collected. BMI was calculated from the two measurements. In the analyses, the estimations of
the prevalence of overweight and obesity are based on recently established international BMI percentile
curves and cut-off points from 2-18 years. To investigate the secular trends in obesity in Greece, data of
schoolchildren from four successive surveys were used. In the younger group (6-10 yr), the prevalence of
overweight and obesity were 25.3% and 5.6%, while for adolescents (11-17 yr) they were 19.0% and 2.6%,
respectively. The prevalence was 25.9% and 5.1% for all males, and 19.1% and 3.2% for all females,
respectively. As far as trends are concerned, an increase of BMI was found among males when the results of
our survey were compared with those of the previous three. However, the trends for girls are different. An
increase was found when the results of our study were compared with 1942. A decrease of BMI at most ages
was found when the results of our study were compared with those of the 1982 survey, while an increase was
recorded only for younger girls below 13 years compared to the 1984-5 study. This study demonstrates that
the prevalence of overweight and obesity among schoolchildren is 22.2% and 4.1%, respectively, and has
been increasing in the last decades, especially among boys.
PMID: 11964029
76
Survey of the curricula of public health training programs across Bulgaria and Greece: opportunities for future
collaboration.
Athanasakis K, Pavi E, Konstandinides T, Hristov J, Vodenicharov T, Tchamov K, Papathanasiou J and
Kyriopoulos J
Folia Med (Plovdiv). 2010 Apr-Jun;52(2):72-7.
Increased communication between neighboring countries may bring to the foreground the common health
hazards of the populations but it also creates opportunities for joint actions, especially in the field of public
health where knowledge and expertise are critical factors for effective collaboration. In this light, a
questionnaire based survey on the curricula of public health training programs in Bulgaria and Greece was
conducted in order to investigate any similarities and discrepancies. The survey focused on the various
characteristics of the institutions that provide training in public health, e.g., the structure and duration of each
course and the evaluation procedures. The results showed that the principal subjects such as public health,
epidemiology, biostatistics and health promotion are present both in the Greek and Bulgarian curricula.
Similarities are observed in other subjects as well, but differences exist as to whether these subjects are core
or elective. The Greek curricula are more flexible (greater number of elective subjects) whereas Bulgarian
curricula are structured around a wider core. Differences were observed in the duration of the programs, the
teaching methodology and the issues of evaluation/accreditation. Collected data can serve as a basis for
61
establishing a fruitful dialogue and contribute to the achievement of consensus in public health policy planning
and actions for both neighbouring countries.
PMID: 20836401
77
Nationwide collaborative study of HLA class II associations with distinct types of juvenile chronic arthritis (JCA)
in Greece.
Pratsidou-Gertsi P, Kanakoudi-Tsakalidou F, Spyropoulou M, Germenis A, Adam K, Taparkou A,
Siamopoulou A, Drakou C, Konstantinidis T, Prieur AM and Stavropoulos-Giokas C
Eur J Immunogenet. 1999 Aug;26(4):299-310.
The aim of this study was to investigate the association of different groups and subgroups of juvenile chronic
arthritis (JCA) with HLA class II (DR, DP, DQ) alleles and/or haplotypes. Groups and subgroups were mainly
distinguished on the basis of the type of onset, the course and complications of the disease, and some
predefined disease markers according to the criteria proposed by the ILAR Standing Committee (Chile, 1994).
On the basis of these criteria the following five JCA groups and their subgroups were included in the study: (1)
define systemic onset (n = 25) and systemic progressing to persistent arthritis (n = 14); (2) JCA of oligoarthritis
onset (O-JCA, n = 124) and of oligoarthritis onset and course (n = 98), O-JCA of early (< 6 years) or late (> 6
years) onset (EOO-JCA n = 71 and LOO-JCA n = 44), O-JCA with ANA positive (n = 69) or negative (n = 55)
and O-JCA progressing to extended arthritis (n = 22); (3) JCA of polyarthritis onset (P-JCA) with rheumatic
factor (RF) negative (n = 29), and P-JCA RF negative with antinuclear antibodies (ANA) positive (n = 13) or
negative (n = 16); (4) JCA complicated with chronic anterior uveitis (CAU, n = 32); (5) juvenile psoriatic
arthritis (n = 20). To assess the HLA allele frequencies in the above 223 Greek children with JCA, these
frequencies were compared to those of 98 age-matched and 250 adult controls. The main findings were the
following. A common HLA-DRB1* allele was not involved in the JCA groups and subgroups studied; on the
other hand, the DQA1*0501 allele was found to be associated with different JCA groups/subgroups (O-JCA,
P-JCA RF-negative ANA-positive, JCA with CAU), probably suggesting a closer relationship of this locus with
the immunogenetic background of JCA. The DPB1*0201 allele was associated with the development of either
EOO-JCA or CAU. Susceptibility to CAU was stronger when the DPB1*0201 was combined with the presence
of DRB1*13. Another allele, DQB1*0301, was also associated with O-JCA and CAU. Finally, no specific HLA
class II allele was found to be related to the presence of ANA or psoriatic lesions or to the severity of the
arthritis. Our findings suggest that the wide clinical and laboratory spectrum of JCA is associated with an
immunogenetic background that is linked with HLA alleles of more than one locus. Some of them, such as the
DPB1*0201 allele, confer susceptibility to certain clinical onsets and courses or complications of the disease.
The rapidly advancing techniques of typing of DNA profiles may lead to more definite conclusions.
PMID: 10457895
78
Leptin concentrations during oral glucose tolerance test (OGTT) in obese and normal weight women.
Bougoulia M, Tzotzas T, Efthymiou H, Koliakos G, Konstantinidis T, Triantos A and Krassas GE
Int J Obes Relat Metab Disord. 1999 Jun;23(6):625-8.
Objective: To examine possible changes of leptin concentrations after the acute administration of glucose
orally (OGTT).
Design: Seventy-five grams of glucose were administered per os in one group of obese and normal weight
individuals and concentrations of glucose, insulin and leptin were measured at 0, 30, 60, 90 and 120 min. In
an age matched control group of individuals with similar BMI water was given and leptin concentrations were
measured before and after 30, 60, 90 and 120 min.
Subjects: Twenty-seven obese women aged 34±1.57 y with BMI 37.1±0.8 kg/ m2 and 16 normal weight
women, aged 32±1.13 y with BMI 23.6±0.3 kg/ m2 formed the experimental group, while 10 obese and 10
normal weight females with similar age and BMI were used as controls.
Measurements: Weight, height, BMI, body fat, glucose, insulin and leptin at baseline and during OGTT.
Variations of the above parameters were calculated from the area under the curve (AUC).
62
Results: Fasting leptin concentrations and AUC were higher in obese than in normal weight women. In obese
women, leptin increased significantly in comparison to its basal concentrations 30 and 60 min after the
glucose loading. Insulin was also increased, as expected. No correlation was found between insulin and leptin
concentrations after glucose loading. Basal concentrations of leptin did not correlate with those of glucose and
insulin. No changes in leptin concentrations were found in normal weight women after OGTT. However, a
significant positive correlation was found between insulin and basal leptin. Finally, leptin concentrations did
not change in obese and normal weight controls after water administration.
Conclusion: A significant increase in leptin concentrations was found 30 and 60 min after glucose loading in
obese individuals. No such increase was found in normal-weight women.
PMID: 10411236
79
Higher prevalence of Alternaria spp. in marine and river waters than in potable samples.
Arvanitidou M, Kanellou K, Constantinidis T and Katsouyannopoulos V
Microbiol Res. 2000 Apr;155(1):49-51.
Alternaria species have been recognized as important cause of allergic diseases and are considered
opportunistic pathogens for immunocompromised individuals. In order to assess the contribution of waters to
the spread of Alternaria, we examined 390 water samples of various origin for the presence of these
microorganisms in parallel with the standard pollution indicator bacteria, i.e. total coliforms, faecal coliforms
and enterococci. Alternaria spp. were isolated from 42 out of 196 (21.4%) marine water samples, from 13 out
of 68 (19.1%) river samples, whereas out of 126 potable waters only two (1.6%) were found positive. The
incidence of Alternaria was significantly higher (p < 0.001) in marine and river samples than in potable waters.
The mean values of the colony-forming units of the pollution indicator bacteria did not significantly differ
between Alternaria-positive and Alternaria-negative samples.
PMID: 10830900
80
Changes in lipoprotein(a) levels in overt and subclinical hypothyroidism before and during treatment.
Tzotzas T, Krassas GE, Konstantinidis T and Bougoulia M
Thyroid. 2000 Sep;10(9):803-8.
The aim of this prospective, follow-up study was to examine the influence of overt hypothyroidism (OHP) and
subclinical (SHP), before and during thyroxine (T4) treatment, on lipoprotein(a) [Lp(a)], other lipoproteins, and
apolipoproteins. Twenty-four patients (17 females, 7 males) with OHP, aged 54±11.1 years (group A) and 23
patients (females) with SHP aged 50.1±13.2 years (group B) were evaluated and compared to 34 and 38
controls, respectively. All patients received T4 therapy in a stepwise fashion until euthyroidism was reached.
Thyrotropin (TSH), free thyroxine (FT4), and total triiodothyronine (TT3) levels were measured before T4
therapy and repeatedly every 4 weeks after the initiation of treatment until the euthyroid state was reached.
Levels of Lp(a), total cholesterol (TC), triglycerides (TG), low-density lipoprotein cholesterol (LDLc), highdensity lipoprotein cholesterol (HDLc), apolipoprotein A1 (apoA1) and apolipoprotein B (apoB) were measured
before and 4 months after the achievement of euthyroidism. Additionally, body mass index (BMI) was also
evaluated. We found that in OHP patients, levels of TC, LDLc, and apoB were elevated before treatment and
decreased significantly after the return to the euthyroid state. BMI and levels of triglycerides also decreased
significantly; Lp(a) was higher in OHP patients in comparison with controls and decreased significantly by
14.56% (25.29% in men and 10.34% in women) during T4 treatment. In SHP patients, levels of all common
lipoproteins, apolipoproteins, and Lp(a) did not differ significantly from controls before treatment and did not
change after the euthyroid stage was reached. It is concluded that in overt hypothyroidism, Lp(a) levels and
most of the lipoproteins were elevated before treatment and decreased significantly. In subclinical
hypothyroidism, lipoproteins and Lp(a) levels were normal at baseline and did not change during treatment.
PMID: 11041458
63
81
Socioeconomic evaluation of the treatment of ureteral lithiasis.
Rombi T, Triantafyllidis A, Fotas A, Konstantinidis T and Touloupidis S
Hippokratia. 2011 Jul;15(3):252-7.
Background and aim: This study attempts to estimate the socioeconomic differences between three major
alternatives for the management of upper and lower ureteral lithiasis.
Material and methods: Two hundred and forty patients with upper and lower ureteral lithiasis, have been
studied retrospectively, divided in six equal groups of forty. These patients have been treated either by
extracorporeal shockwave lithotripsy (SWL), or with ureteroscopy with semirigid ureteroscope and the use of
pneumatic lithoclast, or with ureteroscopy with flexible ureteroscope and the use of Holmium YAG Laser. For
cost calculation, the reimbursement fee paid by insurance to the hospital was taken into account. For the
estimation of the social burden, the length of hospital stay and the number of outpatient visits have been
included as countable parameters.
Results: The percentage of effective stone removal for upper ureter was 81.0% for SWL, 62.5% for
ureteroscopy with semirigid ureteroscope and the use of pneumatic lithoclast and, 82.5% for ureteroscopy
with flexible ureteroscope and the use of Holmium YAG Laser. The same percentages for lower ureter were
82.5%, 92.5% and 97.5% respectively. The cost of stone removal for both the upper and lower ureter using
extracorporeal lithotripsy was significantly higher compared to the other two procedures (median cost for
upper ureter 828 € vs 474.50 € and 396 € respectively, and for lower ureter 826 € vs. 396 € and 271 €,
p<0.001). Regarding the social aspect, SWL is mainly an outpatient procedure, requiring a short hospital stay
(for upper ureter 1.63 vs 2.48 and 2.45 respectively and for lower ureter 1.35 vs 2.43 and 2.13days), but
needing more and prevailing clinic visits (for upper ureter 1.43 vs 1.45 and 1 respectively and for lower ureter
1.45 vs 1.15 and 0.55 visitsgive numbers, compare), both in outpatient and in accident and emergency (A&E)
department.
Conclusion: The increase in the expenses with regard to health management indicates the necessity of cost
accounting the health programs including the medical procedures as a means to improve the relation between
cost and benefit.
PMID: 22435024 PMCID: PMC3306033
82
A 26-year-old male with mesothelioma due to asbestos exposure.
Zarogoulidis P, Orfanidis M, Constadinidis TC, Eleutheriadou E, Kontakiotis T, Kerenidi T, Sakkas L,
Courcoutsakis N and Zarogoulidis K
Case Rep Med. 2011;2011:951732. doi: 10.1155/2011/951732. Epub 2011 Jul 12.
Mesothelioma is a malignancy with poor prognosis, with an average 5-year survival rate being less than 9%.
This type of cancer is almost exclusively caused by exposure to asbestos. A long exposure can cause
mesothelioma and so can short ones, as each exposure is cumulative. We report a case of a 26-year-old male
who was exposed to asbestos during his primary school years from the age of 6 to 12. Although the tumor
mainly affects older men who in their youth were occupationally exposed to asbestos, malignant
mesothelioma can also occur in young adults. A medical history was carefully taken and asbestos exposure
was immediately mentioned by the patient. We conducted biopsy on the right supraclavicular lymph node. The
patient was not a candidate for surgery, and chemotherapy treatment was initiated. While patient's
chemotherapy is still ongoing, no other similar cases of students or teachers have been traced up to date from
his school. The school building was demolished in January 2009.
PMID: 21776278 PMCID: PMC3138115
64
83
Factor V Leiden and prothrombin G20210A mutations in pregnancies with adverse outcome.
Agorastos T, Karavida A, Lambropoulos A, Constantinidis T, Tzitzimikas S, Chrisafi S, Saravelos H,
Vavilis D, Kotsis A and Bontis J
J Matern Fetal Neonatal Med. 2002 Oct;12(4):267-73.
Background: Inherited thrombophilia has been associated with obstetric complications through mechanisms
that are not yet fully elucidated. The aim of this study was to investigate the relationship between specific
obstetric adverse outcomes and factor V Leiden and prothrombin G20210A mutations.
Methods: Forty-five women with adverse pregnancy outcome defined as severe pre-eclampsia, abruptio
placentae, intrauterine growth restriction and stillbirth, were tested for factor V Leiden and prothrombin
G20210A mutations. The control group comprised 100 women with at least one normal pregnancy and no
history of thrombosis.
Results: Overall, 13 women with one or more of the above-mentioned pregnancy complications (28%) had
either thrombophilic mutation, as compared with six in the control group (6%) (p < 0.001, odds ratio (OR) 6.1;
95% confidence interval (CI) 1.9-20). The factor V Leiden mutation was detected in ten of the women with
complicated pregnancies (22%) and in four of the controls (4%) (p < 0.001, OR 6.6; 95% CI 1.7-27.2). The
prothrombin G20210A mutation was detected in three women in the group with complications (6%) and in two
of the controls (2%) (p = 0.17, OR 3.4; 95% CI 0.4-30.5). Compared to controls, the prevalence of the factor V
Leiden mutation was significantly higher in the subgroups of severe pre-eclampsia, abruptio placentae and
fetal growth restriction. The prevalence of the prothrombin G20210A mutation does not appear to be
significantly different from that in the controls in any of the groups studied.
Conclusions: Our data suggest that inherited thrombophilia, and specifically the factor V Leiden mutation, may
be associated with adverse pregnancy outcome. The role of the prothrombin G20210A mutation remains to be
elucidated.
PMID: 12572596
84
Imbalance of mononuclear cell infiltrates in the placental tissue from foetuses after spontaneous abortion
versus therapeutic termination from 8th to 12th weeks of gestational age.
Lambropoulou M, Tamiolakis D, Venizelos J, Liberis V, Galazios G, Tsikouras P, Karamanidis D,
Petrakis G, Constantinidis T, Menegaki M and Papadopoulos N
Clin Exp Med. 2006 Dec;6(4):171-6.
Placental macrophages (Hofbauer cells) are located close to trophoblastic cells and foetal capillaries, which
make them perfect candidates for involvement in regulatory processes within the villous core. Their capacity of
producing several cytokines and prostaglandin-synthesising enzymes, and expressing vascular endothelial
growth factor, indicate a possible role in placental development and angiogenesis in order to support
pregnancy. Common cells to Hofbauer macrophages sharing similar cell surface markers (HLA-A, -B, -C and
leukocyte common antigen) have been reported in the stroma, decidua and amnion, indicating additional
foetal protection. Yet this is not always the case. Most spontaneous abortions occur before 12 weeks'
gestation, and most are due to chromosomal errors in the conceptus. Relatively few truly spontaneous
abortions take place between 12 and 20 weeks' gestation. Thereafter, between 20 and 30 weeks, another
type of premature spontaneous termination becomes prevalent, which is due to ascending infection. The
numbers of cells expressing the various markers of the monocytemacrophage lineage change throughout
pregnancy. In the present study, we investigated the immunohistochemical expression of mononuclear
infiltrations in paraffin-embedded placentas, from foetuses after spontaneous abortion (8th, 10th and 12th
weeks of gestational age), and those after therapeutic abortion at the same time, using a panel of monoclonal
antibodies for the identification of leukocytes (CD45/LCA), B-lymphocytes (CD20/L-26), T lymphocytes
(CD45RO/UCHL1), CD68 and CD14 cells. Immunologic factors in human reproductive failure are plausible
mechanisms of infertility and spontaneous abortion. Approximately 25% of cases of premature ovarian failure
appear to result from an autoimmune aetiology. Unfortunately, current therapeutic options for these women
are limited to exogenous hormone or gamete substitution. Local inflammations at the sites of endometriosis
implants are postulated to mediate the pain and reduced fecundability associated with this clinical syndrome.
65
The recruitment of immune cells, particularly monocytes and T-cells, neovascularisation around foci of
invading peritoneal lesions, and the possible development of antiendometrial autoantibodies support an
immunologic basis of this disorder. To date, treatment of pain and infertility associated with endometriosis is
primarily surgical, although immune-based adjuvants are theoretical possibilities for the future. Finally,
although hypotheses supporting immunologic mechanisms of recurrent pregnancy loss have been popular
over the past decade, most clinical investigations in this area do not provide compelling evidence for this
position. Reputable specialists in reproductive medicine use experimental immunotherapies judiciously in
selected cases of repetitive abortion. For example, the use of anticoagulation therapy can be beneficial in
cases with documented antiphospholipid antibodies. At present, however, efficacious immunotherapy
protocols for general application have not been established. Despite these caveats, continued strides in our
understanding of human reproductive immunology should yield considerable future progress in this field.
During the physiological changes that occur in the first and in the beginning of the second trimester of
pregnancy, spiral arteries of the placental bed are converted into the uteroplacental arteries. The essence of
this conversion consists of losing the muscular elements in the vessel walls, making them unable to respond
to vasomotor influences. Cells that infiltrate the walls of spiral arteries and replace their normal elements are
called migratory, non-villous or intermediate trophoblastic cells. Besides infiltrating and replacing the anatomic
structures of spiral arteries, intermediate trophoblastic cells also penetrate into the lumina of these vessels
forming endovascular plugs. These plugs are one of the reasons why early uteroplacental blood flow cannot
be visualised, even with transvaginal ultrasound, during the first 12 weeks of gestation. In uncomplicated
pregnancies, the endovascular trophoblast is bound to disappear by the end of the second trimester of
pregnancy, but the literature on this topic is scarce. Here we describe the detection, isolation and
characterisation of CD45RO-, L26- and CD68/CD14-positive cells from human early pregnancy deciduas.
These cells were found in close vicinity to endometrial glands, with preference to the basal layer of the
decidua. Cconcluded that (1) maternal cells, apparently CD45RO/UCHL1-positive cells, cross the
maternofoetal barrier and participate in spontaneous (involuntary) abortions, and (2) a small proportion of
maternal cells (approximately 30%), apparently CD68/CD14-positive cells, also cross the maternal-foetal
barrier and cause growth delay and recurrent reproductive failure. Further investigation of involvement of the
intercellular adhesion molecules 1 and 2, platelet endothelial cell adhesion molecule, vascular cell adhesion
molecule and E-selectin in leukocyte accumulation will be needed to support the passage of maternal cells to
the foetus. The results were statistically significant (P<0.0001, Student's t-test).
PMID: 17191109
85
Concentrations of main serum opsonins in early infancy.
Drossou V, Kanakoudi F, Diamanti E, Tzimouli V, Konstantinidis T, Germenis A, Kremenopoulos G and
Katsougiannopoulos V
Arch Dis Child Fetal Neonatal Ed. 1995 May;72(3):F172-5.
The evolution of the main serum opsonins in neonates and infants of varying gestational age was investigated
to provide reference values for these opsonins in early infancy. Serum concentrations of immunoglobulins,
IgG subclasses, C3, C4 and fibronectin were serially measured from birth until the age of 6 months in term
and preterm infants. Measurements were performed by rate nephelometry. Five hundred and sixty six
neonates (gestational age 26-41 weeks) were examined at birth, 233 at 1 month, 218 at 3 months, and 147 at
6 months, respectively. The same measurements were performed in 54 pairs of neonatal/maternal samples
and in 230 apparently healthy adults. Gestational age had a significant impact on serum IgG, IgG subclasses,
C3 and C4 up till the third month, and on fibronectin until the first month. No such impact was observed for IgA
and IgM. Sixteen per cent of the neonates had IgM concentrations higher than 0.2 g/l at birth, suggesting that
the critical concentration of serum IgM at birth for suspected intrauterine infection should be reconsidered.
Concentrations of all opsonins at birth were significantly lower than adult reference values. They only
approached or even reached adult values by the third or the sixth month. Data from analysis of the neonatal
and the corresponding maternal sera indicate that there is a preferential active transplacental transport of IgG
subclasses in the order of IgG1, IgG3, IgG2 and IgG4. These results show that concentrations of
66
immunoglobulins, C3, C4 and fibronectin undergo changes during the first months of life, depending not only
on the infants' postnatal age but also on gestational age.
PMID: 7796232
86
Serum concentrations of 10 acute-phase proteins in healthy term and preterm infants from birth to age 6
months.
Kanakoudi F, Drossou V, Tzimouli V, Diamanti E, Konstantinidis T, Germenis A and Kremenopoulos G
Clin Chem. 1995 Apr;41(4):605-8. Comment in: Clin Chem. 1995 Nov;41(11):1673.
Aiming to define the evolution pattern of 10 acute-phase proteins in early infancy, we measured
nephelometrically the serum concentrations of albumin, prealbumin, retinol-binding protein, transferrin,
ceruloplasmin, hemopexin, haptoglobin, alpha 1-acid glycoprotein, alpha 2-macroglobulin, and alpha 1antitrypsin in 395 term and preterm infants (gestational ages 26-41 weeks). Measurements were performed
within 24 h after birth and then at the end of 1 (n = 171), 3 (n = 155), and 6 (n = 90) months afterwards. Data
obtained from 250 healthy adults were used as adult reference values. All proteins increased progressively
with postnatal age, except for alpha 1-antitrypsin, which remained stable from birth to the 6th month.
Concentrations of almost all measured proteins were significantly lower in preterm than in term infants in the
first 3 months. Compared with adult values, alpha 2-macroglobulin and alpha 1-antitrypsin were higher in
infants throughout the 6 months. The other proteins were significantly lower at birth than adult values but after
6 months, only albumin, prealbumin, retinol-binding protein, and alpha 1-acid glycoprotein still remained lower
in infants. Thus both gestational and postnatal age should be considered when interpreting concentrations of
these proteins in early infancy.
PMID: 7536645
87
Accuracy of anthropometric measurements in predicting symptomatic SGA and LGA neonates.
Drossou V, Diamanti E, Noutsia H, Konstantinidis T and Katsougiannopoulos V
Acta Paediatr. 1995 Jan;84(1):1-5.
Mid-arm circumference, mid-arm circumference/head circumference ratio, ponderal index and skinfold
thickness at five sites (biceps, triceps, quadriceps, subscapular and flank) were measured in 91 small-forgestational-age (SGA) and 101 large-for-gestational-age (LGA) neonates to investigate their accuracy in
identifying neonates at high risk of complications resulting from disturbed intrauterine growth. Thirty-one of 91
SGA and 19 of 101 LGA neonates who developed hypoglycaemia and/or polycythaemia were regarded as
symptomatic. Mean values of all of the anthropometric parameters differed significantly between symptomatic
and asymptomatic SGA or LGA neonates. The quadriceps skinfold thickness was the most sensitive index in
predicting symptomatic SGA and LGA neonates (sensitivity 0.93 and 0.95, respectively). The mid-arm
circumference was also a very sensitive index in predicting symptomatic SGA neonates (sensitivity 0.94) but
its specificity was extremely low (0.20). The rest of the parameters showed lower sensitivity than quadriceps
skinfold thickness associated with similarly low specificity and validity. The findings of this study indicate that
the quadriceps skinfold thickness is the most reliable index for use as a screening test for clinical evaluation of
SGA and LGA neonates who are likely to develop complications as a result of disturbed intrauterine nutrition.
PMID: 7734886
88
Treatment of endometrial hyperplasias with gonadotropin-releasing hormone agonists: pathological, clinical,
morphometric, and DNA-cytometric data.
Agorastos T, Bontis J, Vakiani A, Vavilis D and Constantinidis T
Gynecol Oncol. 1997 Apr;65(1):102-14.
On the basis of the recently reported observation that gonadotropin-releasing hormone agonists (GnRH-a)
can affect endometrial cell proliferation, both indirectly, through the hormonal axis, and directly, by acting on
the GnRH-a receptors, we investigated how far GnRH-a can be used as a new treatment mode for
67
endometrial hyperplasias. Forty-two women, aged 28-60 years, with histologically confirmed simple (n = 30) or
complex (n = 12, 2 with atypias) hyperplasia of the endometrium were involved in the study. According to the
protocol they were treated for 6 months with GnRH-a (leuprolide acetate or triptorelin), and each patient
underwent uterine curettage in the third and the sixth month of treatment, and 6 and at least 12 months after
cessation of the treatment, for histological examination and morphometric and DNA-cytometric evaluation of
the endometrium (mean pathological follow-up, 19.2 months; mean clinical follow-up, 30.7 months). During
treatment, most of the women first revealed endometrial atrophy, and, after cessation of the treatment, again
an atrophic or mainly functional endometrium; in 7 women, all with initial diagnosis of simple hyperplasia, the
endometrial hyperplasia reappeared, which led in all 7 cases to hysterectomy. The mean values of almost all
morphometric and DNA-cytometric parameters during and after treatment showed statistically significant
changes in relation to pretreatment values, indicating a decrease in the proliferative activity of the endometrial
cells; the GnRH-a antiproliferative effect was still active for a long time after cessation of the therapy. Our
results, based for the first time not only on histological but also on serial nuclear morphometric and DNAcytometric examinations of the endometrial cells and on the longest follow-up time, support the view that in
cases of endometrial hyperplasia, especially of complex type, the use of GnRH agonists, which decrease the
proliferative tendency of endometrial cells, could represent an alternative conservative therapeutic approach,
which, however, requires close monitoring of the endometrium.
PMID: 9103399
89
Adenomyosis at hysterectomy: prevalence and relationship to operative findings and reproductive and
menstrual factors.
Vavilis D, Agorastos T, Tzafetas J, Loufopoulos A, Vakiani M, Constantinidis T, Patsiaoura K and
Bontis J
Clin Exp Obstet Gynecol. 1997;24(1):36-8.
In order to estimate the frequency and risk factors for adenomyosis, the clinical records of 594 women
undergoing hysterectomy were retrieved. Data were collected on indications for the intervention, age at
surgery, age at menarche, parity, abortions, mode of delivery, abnormal uterine bleeding, dysmenorrhea, and
menopausal status at surgery. Adenomyosis was found in 116 of the 594 patients (19.5%). A pathologic
condition was present in 63 patients with fibroids (20.5%), 11 with genital prolapse (25.6%), 11 with benign
ovarian tumors (17.8%), six with endometrial hyperplasia (13.6%), two with cervical cancer (18.2%), ten with
endometrial cancer (16.1%), and 13 with ovarian cancer (21.3%). No relationship was found between
adenomyosis and endometriosis. On the contrary, a strong relationship was found between adenomyosis and
parity, cesarean section, induced abortions, dysmenorrhea, abnormal uterine bleeding, and late age at
menarche. These results show that adenomyosis is a common pathologic finding, significantly related to
reproductive and menstrual characteristics of the patients.
PMID: 9107456
90
Microbiological quality of water and dialysate in all haemodialysis centres of Greece.
Arvanitidou M, Spaia S, Katsinas C, Pangidis P, Constantinidis T, Katsouyannopoulos V and Vayonas
G
Laboratory of Hygiene, Medical School, University of Thessaloniki, Greece.
Nephrol Dial Transplant. 1998 Apr;13(4):949-54.
Background: Bacterial contamination of treated water and dialysate comprises an important problem for
patients undergoing haemodialysis. Both the progressive reduction of the thickness of cellulose membranes
and the expanding use of high-flux membranes probably enhance the risk of pyrogenic reactions, therefore
increasing the need for atoxic water and non-pyrogenic dialysis fluid.
Methods: Samples of tap water, treated water, and effluent dialysate in all 85 haemodialysis centres in Greece
were examined for total heterotrophic bacteria counts employing the pour plate method, total and faecal
coliforms, faecal streptococci and pseudomonas spp. using the membrane filter technique, and sulphite-
68
reducing clostridia applying the most probable number method. Overall 255 paired samples were tested from
January to March 1997.
Results: For total heterotrophic bacteria, the overall compliance of treated water and dialysate to the American
Association of Medical Instrumentation standards (<200 c.f.u./ml for water and <2000 c.f.u./ml for dialysate)
was 92.6 and 63.7% respectively, whereas the compliance of tap water samples to our national standards
(total heterotrophic bacteria < 10 c.f.u./ml and absence of the other indicator bacteria) was 80.7%. The most
commonly isolated bacteria were pseudomonas spp., found in 22.2% of treated water and 59.5% of dialysate
samples, whereas the respective frequencies were 12.3 and 36.2% for total coliforms, 8.6 and 30.0% for
faecal coliforms, 14.8 and 28.7% for faecal streptococci, and sulphite-reducing clostridia were isolated in 5.8%
of dialysate samples only. Haemodialysis centres equipped with storage tanks for treated water experienced
lower levels of total heterotrophic bacteria, but higher counts of total and faecal coliforms, faecal streptococci,
and pseudomonas spp., although the difference was statistically significant only for faecal streptococci counts,
(P<0.05). Sixty-seven haemodialysis centres were equipped with bacterial filters, but mean values of all the
examined microorganisms were not statistically different from those of the other centres. Faecal streptococci
counts in treated water samples were positively correlated with ageing of both haemodialysis centres
(P<0.005) and purification system (P<0.05), whereas pseudomonas counts were significantly correlated with
ageing of the purification system (P<0.05).
PMID: 9568856
91
Greek version of the Epworth Sleepiness Scale.
Tsara V, Serasli E, Amfilochiou A, Constantinidis T and Christaki P
Sleep Breath. 2004 Jun;8(2):91-5.
Background: The Epworth Sleepiness Scale (ESS) questionnaire is widely used for the assessment of
daytime sleepiness in patients with sleep apnea-hypopnea syndrome (SAHS). The aim of this study was to
develop a Greek version of ESS, bearing in mind that language is a barrier for application in non-English
speaking populations.
Methods: The forward and backward translation method by bilinguals was applied. The Greek version of ESS
(ESSgr) was then administered to 130 healthy age-matched controls and 211 patients with SAHS with various
levels of severity. Reproducibility of ESSgr and also the sensitivity after continuous positive airway pressure
(CPAP) treatment were tested.
Results: Patients' and controls' ESS score was 11.3±5.1 and 5.6±3.2, respectively ( p < 0.001). Total score
and individual item score were correlated in both groups. ESSgr score was correlated with body mass index
and apnea-hypopnea index ( p < 0.001) but not with age. Reproducibility was tested in 29 subjects, revealing
no significant difference. A significant reduction was revealed (14.1±4.7 vs. 6.4±3.5; p < 0.001) in 37 patients
who were evaluated after CPAP treatment.
Conclusions: Our data validate the ESS for application in Greek-speaking populations. Despite relevant
influences of language and cultural background, ESSgr is a valuable tool for clinical management and
research.
PMID: 15211393
92
Human papillomavirus testing for primary screening in women at low risk of developing cervical cancer. The
Greek experience.
Agorastos T, Dinas K, Lloveras B, de Sanjose S, Kornegay JR, Bonti H, Bosch FX, Constantinidis T
and Bontis J
Gynecol Oncol. 2005 Mar;96(3):714-20. Comment in: Gynecol Oncol. 2006 Dec;103(3):1169; author reply
1169-70.
Oblective: To compare the performance of human papillomavirus (HPV) DNA detection against routine
Papanicolaou smear for the detection of low- and high-grade cervical intraepithelial neoplasia in a low-risk
population.
69
Material and Methods: A cross-sectional study was performed involving 1296 women attending six outpatient
clinics in Northern Greece (Thessaloniki, Thermi, Mihaniona, Corfu, Veria, and Serres). Women underwent a
gynecological examination, including collection of exfoliated cervical cells for Papanicolaou cytology and HPV
DNA detection. Cytology was processed according the conventional routine manner, and HPV DNA was
determined using the polymerase chain reaction technique. In positive cases of either method, a complete
colposcopic evaluation was performed with directed biopsies. Tests (HPV DNA, cytology, and colposcopy)
performance characteristics were determined using the histopathologic diagnosis as the reference standard.
Results: HPV DNA testing showed a significantly better sensitivity than the Papanicolaou smear in detecting
cervical intraepithelial neoplasia (75% versus 50% for high-grade lesions and 81.2% versus 50% for lesions of
any grade, respectively). Specificity, and positive and negative predictive values did not significantly differ.
Even after dividing women in younger or older than 30 years, the sensitivity of the HPV DNA test was greater
than cytology (100% and 70% versus 50% for cytology in both groups, respectively), with a 6.3% loss in
specificity when performed in women younger than 30 years.
Conclusion: HPV testing could be useful in screening women at low risk for cervical cancer, either as an
adjunct tool to augment existing cytology programs or as a unique test of its own.
PMID: 15721416
93
Application of image analysis cytometry in follicular fluid cells obtained from in-vitro fertilization cycles:
relationships to patient's age, oocyte maturity, fertilizability and in-vitro fertilization outcome.
Agorastos T, Bontis J, Tarlatzis B, Billi H, Constantinidis T and Mantalenakis S
Hum Reprod. 1996 Oct;11(10):2200-7.
In an in-vitro fertilization (IVF)/embryo transfer programme granulosa cells obtained from 59 individual
preovulatory follicles were analysed using multiparameter image analysis cytometry, in an attempt to
determine whether their morphometric and DNA-cytometric parameters could prove useful in assessing follicle
and oocyte maturity and in predicting fertilizability and outcome of these IVF cycles. Almost all morphometric
and DNA-cytometric parameters were not correlated with either the patient's age or oocyte maturity, and did
not predict oocyte fertilization or occurrence of a clinical pregnancy. The only possible relevant parameter
which, despite its inverse correlation to total luteinizing hormone administration, also proved to be inversely
correlated to pregnancy outcome (in the seven cases in which a pregnancy occurred), was the percentage of
granulosa cell nuclei with increased DNA content (> 5c). Finally, if granulosa cells do not reveal euploid
polyploidization in spontaneous or induced ovulatory cycles, the detected cells with increased DNA content
should be interpreted as aneuploid, i.e. with chromosomal aberrations, and so their presence could also be
discussed in connection with the hypothetical risk of prospective neoplastic transformation of the tissue.
PMID: 8943529
94
The effect of transdermal estradiol on the conjunctiva in postmenopausal women.
Vavilis D, Agorastos T, Vakiani M, Jafetas J, Panidis D, Konstantinidis T and Bontis J
Eur J Obstet Gynecol Reprod Biol. 1997 Mar;72(1):93-6.
Objective: To evaluate the effect of hormonal replacement therapy on the conjunctiva in postmenopausal
women.
Study design: A prospective clinical study in the setting of a tertiary-care university hospital. Eleven
postmenopausal women received hormonal replacement therapy (transdermal estradiol or transdermal
estradiol plus medroxyprogesterone acetate) for 4 months. Serum estradiol levels as well as vaginal and
conjunctival maturation value (a cytological parameter) were measured before and after the treatment. Data
were analysed using the Wilcoxon matched pairs signed-Rank test.
Results: A significant increase of serum estradiol levels (p < 0.01) and of vaginal maturation value (p < 0.01)
were found. Cytological maturation changes in conjunctival epithelium were also observed. These changes,
although mild, were statistically significant (p < 0.01).
Conclusion: These data support the view that the hormonal replacement therapy induces cytological
maturation changes in conjunctival epithelium in postmenopausal women.
PMID: 9076429
70
95
Maternal plasma level of thrombomodulin is increased in mild preeclampsia.
Bontis J, Vavilis D, Agorastos T, Zournatzi V, Konstantinidis T and Tagou K
Eur J Obstet Gynecol Reprod Biol. 1995 Jun;60(2):139-41.
The purpose of this study was to determine if plasma thrombomodulin levels, a glycoprotein found on the
surface of the endothelial cell, are elevated in pregnant women with mild preeclampsia and if these levels
correlated with other features of disease severity. Parameters were compared in three groups of women: (I)
30 pregnant women with mild preeclampsia, (II) 30 normotensive pregnant women of similar lengths of
gestation, and (III) 30 normotensive healthy young women. Thrombomodulin levels were significantly elevated
in women with preeclampsia as compared with those of gestation-matched pregnant and non-pregnant
controls. There was no correlation between plasma thrombomodulin levels and creatinine and uric acid blood
levels. It is thus suggested that plasma thrombomodulin levels are elevated in preeclampsia, even in its mild
stage, reflecting a vascular endothelial damage.
PMID: 7641965 97
96
Detection of Chlamydia trachomatis in asymptomatic women: relationship to history, contraception, and
cervicitis.
Bontis J, Vavilis D, Panidis D, Theodoridis T, Konstantinidis T and Sidiropoulou A
Adv Contracept. 1994 Dec;10(4):309-15.
The presence of Chlamydia trachomatis antigen was examined in 400 endocervical samples collected from an
equal number of asymptomatic sexually active women. The overall prevalence was found to be 4%, using the
enzyme-linked immunosorbent assay. Chlamydia infection was correlated with younger age (5.8%, p < 0.05),
a history of pelvic inflammatory disease (30%, p < 0.0001), and more than four lifetime sexual partners (7.9%,
p < 0.01). Women who used oral contraception had more infections (9.7%), than did women who used the
intrauterine contraceptive device (4.8%, p > 0.05), condom (0%, p < 0.01) or no contraception (3.1%, p <
0.05). Infection was strongly associated with cervical erythema (8.2%, p < 0.0001), ectopy (7%, p < 0.05),
friability (20%, p < 0.0001), and endocervical discharge (100%, p < 0.0001). These results support the view
that Chlamydia trachomatis infection is associated with younger age, intense sexual life, and use of oral
contraceptives. Given that the majority of infected women revealed cervical pathology, the detection of
chlamydia in the high-risk female population with cervical changes seems to be essential.
PMID: 7740997
97
Normal peak nasal inspiratory flow rate values in Greek children and adolescents.
A Papachristou, E Bourli, D Aivazi, E Futzila, Th Papastavrou, Th Konstandinidis, E Maratou, G Ilonidis
and V Aivazis
Hippokratia. 2008 Apr-Jun; 12(2): 94-97. PMCID: PMC2464304
Background and aim: Peak Nasal Inspiratory Flow Rate (PNIFR) is a clinical trial that has been instituted in
clinical practice in order to determine the extent of nasal airway patency and it is used to assess the degree of
nasal obstruction. This study attempts to provide tables referring to normal values of PNIFR in children and
adolescents.
Patients and Methods: Three thousand one hundred and seventy pupils aged between 5 - 18 years, were
selected to enter the study. Children with acute or chronic upper airway obstruction, such as acute obstructive
pulmonary disease or allergic rhinitis and children below the 3rd percentile for weight and/or height were
excluded from the study. All children that took part in the study were subjected to PNIFR measurements by
using a portable Youlten Peak Flow meter.
Results: A continuous increase of PNIFR values for boys and girls in relation to age increase was recorded.
PNIFR values were higher in boys compared to girls and this difference was statistically significant until the
age of 12.
71
Conclusion: Normal ranges for PNIFR standards are of great importance for the study of nasal patency,
evaluation of the degree of nasal obstruction and application of treatment. This is the first time that a detailed
description of PNIFR standards becomes available for the Greek population of children and adolescents.
PMID: 18923655 PMCID: PMC2464304
98
Smoking and pollution cause an increase in expired carbon monoxide in kiosk workers.
Sichletidis L, Chloros D, Konstantinidis T, Tsiotsios A, Melas D, Petrakakis M and Kelesis A
Med Lav. 2007 Jul-Aug;98(4):296-301.
Background: The measurement of expired carbon monoxide (CO) is a direct and non-invasive method for the
detection of exposure to CO.
Objective: Our aim was to investigate the impact ofatmospheric pollution and smoking on expired CO in kiosk
workers in Thessaloniki, Greece.
Methods: Twenty kiosks were selected in the commercial centre of city. The workers were all men aged
30.5±5.5 years. Measurements of expired CO and environmental CO were carried out twice per day, during
two different seasons of the year, summer and winter. Expired CO was measured via a MicroCOMeter
equipped with a fuel cell type electrochemical sensor. The CO levels in ambient air were determined using the
method of Non-Dispersive Infra-Red analysis.
Results: Ambient CO levels were 2.11±0.64 ppm at h. 17:00 and 3.64±1.45 at h. 21:00 in winter and
1.26±0.17 ppm at h. 17:00 and 1.73±0.22 at h. 21:00 in summer. Expired CO in non-smokers was 3.2±2.7
ppm at h. 17:00 and 4.2±3.2 at h. 21:00 in winter and 1.3±1 ppm at h. 17:00 and 2.2±1.4 at h. 21:00 in
summer. In smokers it was±5.2 ppm at h. 17:00 and 13.9±7.5 at h. 21:00 in winter and 10±4.8 ppm at h.
17:00 and 18±7 at h. 21:00 in summer. All these differences were statistically significant. The concentrations
of expired CO were significantly correlated with the number of the cigarettes smoked.
Conclusions: The levels of expired CO in kiosk workers increase mainly due to smoking and to a lesser
degree due to environmental pollution.
PMID: 17679342
99
Resistin levels are normal in hypothyroidism and remain unchanged after attainment of euthyroidism:
relationship with insulin levels and anthropometric parameters.
Krassas GE, Pontikides N, Loustis K, Koliakos G, Constantinidis T and Kaltsas T
J Endocrinol Invest. 2006 Jul-Aug;29(7):606-12.
The aim of this controlled prospective study was to investigate resistin levels in hypothyroidism before and
after restoration of euthyroidism and correlate the results with body weight (BW), body fat (BF), waist
circumference (WC), body mass index (BMI) and serum insulin levels. Fifty-three hypothyroid patients with
Hashimoto's disease (6 males, 47 females) and 30 controls matched for age, BMI and BF were investigated.
Anthropometric parameters, resistin and insulin levels were measured. All patients were started on
levothyroxine treatment and 4 to 5 months after initiation of treatment the investigations were repeated.
Hypothyroid patients exhibited normal resistin values, which were no different from controls (mean±SD
7.4±4.0 vs 5.1±3.5 ng/ml, p=0.063). Normalization of circulating thyroid hormone levels produced no
significant change in resistin levels (7.4±4.0 vs 6.8±4.2 ng/ml, p=ns) and post-treatment resistin levels did not
differ from euthyroid controls. Furthermore, no gender difference was demonstrated in resistin levels either
before (6.4±3.7 for males vs 7.6±4.1 ng/ml for females, p=ns) or after therapy (7.9±4.3 vs 6.7±4.3 ng/ml, for
males and females respectively, p=ns), nor was there a difference in resistin levels in either sex induced by
treatment of hypothyroidism (6.4±3.7 vs 7.9±4.3 ng/ml for males, p=ns, and 7.6±4.1 vs 6.7±4.3 ng/ml for
females, p=ns). However, a small but significant difference in resistin levels was found between female
patients and female controls (7.6±4.1 vs 5.0±4.0 ng/ml, p=0.047). Insulin levels and homeostasis model
assessment insulin resistance (HOMA-IR) index did not differ before and after treatment in hypothyroid
patients (13.0±10.2 vs 12.6±11.8 microU/ml, 22.7±1.4 vs 21.8±1.3, respectively, p=ns for both) or between
patients and controls. In conclusion, our results demonstrate that resistin levels are normal in hypothyroidism
72
and remain within normal range after attainment of euthyroidism. Resistin is not associated with serum insulin
and HOMA-IR index, as well as BMI, BF, WC and BW.
73
Αλλες αγγλόφωνες δημοσιεύσεις που δεν περιλαμβάνονται στο PubMed
1. Maria Malliarou, Pavlos Sarafis, Sofia Zyga and Theodoros C Constantinidis, The Importance of
Nurses Hand Hygiene. International Journal of Caring Sciences 2013 (Article in Press).
2. Konstantinidis Theocharis, Cassimos Dimitrios, Gioka Theodora, Tsigalou Christina, Parasidis
Theodoros, Alexandropoulou Ioanna, Nikolaidis Christos, Kampouromiti Georgia,
Constantinidis Theodoros and Panopoulou Maria. Can procalcitonin in cerebrospinal fluid be a
diagnostic tool for meningitis? Journal of Clinical Laboratory Analysis. 2013 (accepted Manuscript ID:
JCLA-13-144).
3. Theocharis G. Konstantinidis, Christina Tsigalou, Alexandros Bisiklis, Gioulia Romanidou,
Eleni Konstantinidou, Theodore Parasidis, Theodora Gioka, Georgia Kampouromiti, Theodore
C. Constantinidis and Dimitrios C. Cassimos, Autoantibodies in patients with asthma: is there a link
between asthma and autoimmunity? Int. J. Immunological Studies. 2012, 1(4):376-387.
4. Christos Nikolaidis, Raphael M. Guimarães and Theodore C. Constantinidis, Rural/urban
disparities in cancer mortality: a case-study from northeast Greece. Cad. Saúde Colet., Rio de
Janeiro, 2012,20 (3): 336-40.
5. Maria Karayannopoulou, Anna Fytianou, Nikolaos Assaloumidis, Dimitra Psalla, Theodoros C.
Constantinidis, Eleni Kaldrymidou and Alexander F. Koutinas, Lipid peroxidation and αtocopherol level in the blood and neoplastic tissue of dogs with malignant mammary tumors.
Veterinary Clinical Pathology. (accepted Manuscript ID VCP-12-1877.R3, 2012).
6. M. Ollandezos, Theodoros Constantinidis and John Kyriopoulos, Avoidable mortality from
malignant neoplasms in Greece 1980-2007: Issues of concern. In: John Kyriopoulos and Donka
Dimitrova (eds.), Public Health and Health Care in Greece and Bulgaria: the Challenge of the Crossborder Collabaration in Times of Financial Crisis. pp. 403-412. Ed. Papazissis Publishers. Athens,
2011.
7. Μ. Orfanidis and T.C. Constantinidis, Disability aspects of chronic fatigue and fibromyalgia
syndrome. In: John Kyriopoulos and Donka Dimitrova (eds.), Public Health and Health Care in Greece
and Bulgaria: the Challenge of the Cross-border Collabaration in Times of Financial Crisis. pp. 443449. Ed. Papazissis Publishers. Athens, 2011.
8. Denissa Theocharidou and T.C. Constantinidis,Human malaria as a public health issue. In: John
Kyriopoulos and Donka Dimitrova (eds.), Public Health and Health Care in Greece and Bulgaria: the
Challenge of the Cross-border Collabaration in Times of Financial Crisis. pp. 105-117. Ed. Papazissis
Publishers. Athens, 2011.
9. Maria Malliarou, Panagiota Sourtzi, Theodoros C. Constantinidis and Emmanouil Velonakis,
Injuries and their Relationship with Occupational Accidents in Greek Army Personnel. Balkan Military
Medical Review 2011, 14(1): 38-52.
10. T. Glania, T. Lialiaris, G. Trypsianis, N. Papadakis and T.C. Constantinidis, Intensifiers of
unintentional injury leading to hospital. In: John Kyriopoulos and Donka Dimitrova (eds.), Public
Health and Health Care in Greece and Bulgaria: the Challenge of the Cross-border Collabaration in
Times of Financial Crisis. pp. 429-435. Ed. Papazissis Publishers. Athens, 2011.
11. Ollandezos M, Constantinidis Th, Athanasakis K, Lionis Ch and Kyriopoulos J, Trends of
mortality in Greece 1980-2007: a focus on avoidable mortality. Ippokratia 2011, 15(4): 330-334.
74
12. T.C. Constantinidis, P. Zarogoulidis, M. Orfanidis and K. Zarogoulidis, European comparisons of
lung cancer mortality in Greek population, according to cigarette consuption, during the time period
1970-2008. In: K. Zarogoulidis (ed.), International Prostgraduate Symposium on Lung Cancer. pp. 95106. Ed. Pulmonary Clinic of Medical School of Aristotle University of Thessaloniki. Samos, 2010.
13. Malliarou Maria, Sarafis Pavlos, Moustaka Eleni, Kouvela Thamme and Constantinidis T.C.
Greek Registered Nurses’ Job Satisfaction in Relation to Work-Related Stress. A Study on Army and
Civilian Rns. Global Journal of Health Science 2010, 2(1):44-59.
14. Bakas E, Constantinidis T, Christacopoulos P and Kekos D. Bacteriological quality of the potable
water supply sources in the area of Samothrace island. International Journal of Environmental
Sciences. 2010, 2(1): 1783-1786.
15. Εleni Moustaka and Theodoros C Constantinidis, Sources and effects of Work-related stress in
nursing. Health Science Journal 2010, 4(4):210-216.
16. Evangelia Nena, Paschalis Steiropoulos, Theodoros C. Constantinidis and Demosthenes
Bouros. Beyond pneumonoconiosis: Recently described occupational interstitial lung diseases.
Pneumon. 2010, 23(3):297-300
17. Triantafillia T Glania, Theodoros Lialiaris, Grigorios Tripsianis and Theodoros C
Constandinidis, Risk factors in children’s accidents leading to emergency treatment in hospital.
Journal of Environmental Health Research. 2009, 9 (2): 111-120.
18. Maria M. Malliarou, Eleni C. Moustaka and Theodoros C Konstantinidis. Burnout of nursing
personnel in a regional university hospital. Health Science Journal. 2008, 2(3):140-152.
19. L. Sichletidis, D. Chloros, T.C. Constantinidis, A. Tsiotsios, D. Melas, M. Petrakakis and A.
Kelesis, Smoking and polllution cause an increase in expired carbon monoxide in kiosk workers.
Medicina del Lavoro. 2007, 98 (4): 296-301.
20. M.G. Papazahariadou, E.G. Papadopoulos, S.E. Frydas, Ch. Mavrovouniotis, T.C.
Constantinidis, K. Antoniadou-Sotiriadou and A.E. Siochu. Prevalence of gastrointestinal
parasites in the Greek population: local people and refugees. Annals of Gastroenterology. 2004,
17(2):194-198.
21. Α. Basilakis, K. Kiprouli, S. Mantzouranis, T.C. Constantinidis, M. Dionisopoulou, J.M. Hackl
and D. Balogh, Nutritional study in Greek-Orthodox Monasteries-Effect of a 40-day religious fasting.
Aktuel Ernaehr Med. 2002, 27 (2): 250-255.
22. N. Sotirakopoulos, T. Tsitsios, M. Stambolidou, S. Papanastasiou, T.C. Constantinidis and Κ.
Μavromatidis, The survival rate of hemodialysis patients with autosomal dominant polycystic kidney
disease: A multicenter study. Dialysis and Transplantation. 2001, 30 (11): 740-745.
23. T. Agorastos, V. Zournatzi, T.C. Constantinidis, M. Vakiani, K. Dinas, D. Vavilis, G. Fraggidis, N.
Argyriadis and J.N. Bontis, Serum tumor markers and cervical intraepithelial neoplasia. Geburtsh
Frauenheilk. 2000, 60 (1): 125-129.
24. M. Arvanitidou, K. Kanellou, T.C. Constantinidis and V. Katsouyannopoulos, A survey on the
occurrence and significance of fungi in potable waters. Proccedings of 6th International Conference
on Environmental Science and Technology. pp. 459-464. Pythagorion, Samos, 2000.
75
25. Α. Benos, S. Kadare, M. Gruffyd, S. Giannakopoulos, T.C. Constantinidis and V.
Katsouyannopoulos, Cancer control activities integrated into the health services reforms. An urgent
need for the Balkan countries. In: 2nd Balkan Congress on Oncology. pp. 113-118. Ed. Monduzzi.
Bologna, 1999.
26. D. Divanoglou, A. Orologas, S. Iliadis, V. Nathanael, T.C. Constantinidis and A. Milonas,
Pharmacokinetic behaviour of carbamazepine and its main metabolite 10-11 epoxide of
carbamazepine in monotherapy or in combination with other antiepileptic drugs. European Journal of
Neurology. 1998, 5 (4): 397-400.
27. Μ. Αrvanitidou, T.C. Constantinidis, J. Doutsos and V. Katsouyannopoulos, Prevalence of
hepatitis A virus infection among the employees of a sewerage company. Scientific Annals of the
Medical Faculty. 1998, 25(2):81-86.
28. K. Zarogoulidis, P. Hatziapostolou, T.C. Constantinidis, P. Tsiagga, A. Papagiannis and Ch.
Vamvalis, Clinical prognostic factors and survival in small cell lung cancer. In: B. Perin and T. Zikic
(eds.), Lung cancer. Limitations and perspectives. pp. 75-79. Ed. University of Novi Sad. School of
Medicine. Institute of Lung Diseases. Novi Sad, Yugoslavia, 1997.
29. T.C. Constantinidis, K. Zarogoulidis, P. Hatziapostolou, Ch. Vamvalis and V.
Katsouyannopoulos, Lung cancer mortality in Greece during the period 1961-1993. Journal of
B.U.ON. 1997, 4 (2): 309-320.
30. Μ. Αrvanitidou, A. Tsakris, T.C. Constantinidis and V. Katsouyannopoulos, Transferable
antibiotic resistance among Salmonella strains isolated from surface waters. Water Research. 1997,
31 (1): 1112-1116.
31. Μ. Αrvanitidou, T.C. Constantinidis and V. Katsouyannopoulos, Searching for Escherihia coli
O157 in drinking and recreational waters in Northern Greece. Water Research. 1996, 30 (2): 493-494.
32. Μ. Αrvanitidou, T.C. Constantinidis and V. Katsouyannopoulos, A survey on Campylobacter and
Yersinia spp occurrence in sea and river waters in Northern Greece. The Science of the Total
Environment. 1995, 171 (2): 101-106.
76
Περιλήψεις άλλων αγγλόφωνων δημοσιεύσεων που δεν περιλαμβάνονται στο PubMed
01
The Importance of Nurses Hand Hygiene.
Malliarou M, Sarafis P, Zyga D and Constantinidis TC
International Journal of Caring Sciences. 2013 (Article in Press).
Introduction: Nurses are aware of the rationale for hand hygiene procedures. Nurses represent a large
working group that performs the greatest amount of direct patient care in Health Services. Hand hygiene is
one of the most effective measures to prevent hospital acquired infections.
Aim: To point out the importance of nurses’ hand hygiene.
Method: A review of articles with key words “hand, hygiene, hand, contamination, nurse, and guideline”.
Results: Infectious diseases are a particular risk to the very young, the elderly, those with a preexisting
disease, and people with a compromised immune system. Nurses washing their hands not only prevent them
from getting sick, but it also reduces the risk of infecting others.
02
Can procalcitonin in cerebrospinal fluid be a diagnostic tool for meningitis?
Konstantinidis Theocharis, Cassimos Dimitrios, Gioka Theodora, Tsigalou Christina, Parasidis
Theodoros, Alexandropoulou I, Nikolaidis C, Kampouromiti G, Constantinidis TC and Panopoulou M
Journal of Clinical Laboratory Analysis. 2013 (accepted Manuscript ID: JCLA-13-144).
Introduction: Meningitis, abides a universal health problem. The laboratory plays a key role for the diagnosis
of the disease and subsequently for the appropriate treatment. Nevertheless, there is no test with 100 %
sensitivity and specificity for early diagnosis of bacterial meningitis (BM). Infection is usually accompanied by
a different degree of inflammation.
Materials and Methods: The study group consisted from 58 patients that were recruited from Intensive Care
Unit, Internal Medicine, Neurology, Hematology and Pediatric, Departments of General University Hospital of
Alexandroupolis. The patients were divided into 3 groups: Group 1 with bacterial meningitis (n=19), Group 2
with viral meningitis (n=11) and Group 3 control group, with non infectious diseases (n=28).
Results: The commonest causative bacteria of BM were: Streptococcus pneumoniae in 6 subjects and
Neisseria meningitidis in 5. Other causes included S. aureus, H. influenze and Acinetobacter baumannii. The
isolated viral species, by Real Time PCR, were enteroviruses in all 11 subjects with VM. Parameters such as
leukocyte count and CRP showed significant difference (p<0.01) between BM, VM and controls, whereas
glucose was significantly decreased (p<0.001) in BM cases. There was no gender difference detected,
regarding PCT’s concentration in CSF in all groups. The mean value of PCT was significantly higher in
patients with BM in comparison to the control group and patients with VM (BM: 4.714±1.59 ng/ml, VM:
0.1327±0.03 ng/ml, Control group: 0.0925±0.02 ng/ml) with statistical significant difference between the BM
group and the VM (p<0.001), as well as between thee BM and the control group (p<0.001). We also found
that PCT concentrations in CSF were related with age, in patients with BM, with significantly higher
measurements in adult patients in comparison to children (mean 3.196±0.76 vs 6.331±2.74 ng/ml, p=0.0315).
Conclusion: PCT can be a tool for the clinician, with the diagnostic enigma of BM and a prognostic marker of
the disease’s final outcome. Further studies with larger study groups need to be constructed in order to
establish cut off levels for different ages of patients with BM.
03
Autoantibodies in patients with asthma: is there a link between asthma and autoimmunity?
Konstantinidis TG, Tsigalou C, Bisiklis A, Romanidou G, Konstantinidou E, Parasidis T, Gioka T,
Kampouromiti G, Constantinidis TC and Cassimos DC
Int. J. Immunological Studies. 2012, 1(4):376-387.
The objective of this study was to measure autoantibodies and the mean individual immune reactivity (IR) in
children with asthma. The study group consisted of ten children with asthma and the control group of ten age-
77
matched healthy subjects. In all patients IR and 24 autoantibodies (aAb) type G were measured by ELISA
(Immunculus, Russia). The IR in asthmatics was 42% and was statistically significantly higher than this of
control group 9% (p < 0.005). The level of aAbs (LuM, LuS, CoM and dsDNA) was also raised in the
asthmatics. Anti-Adr aAbs was higher in one patient who required intense treatment for asthma with frequent
use of corticosteroids. Anti-HMMP, insulin and IR aAbs were significantly lower in comparison to the control
group (p < 0.05). This study confirms the high level of immunological activation in patients with asthma. The
presence of autoantibodies implies that autoimmunity might have a role in the pathogenesis of asthma.
04
Rural/urban disparities in cancer mortality: a case-study from northeast Greece.
Christos Nikolaidis, Raphael M. Guimarães and Theodore C. Constantinidis
Cad. Saúde Colet., Rio de Janeiro. 2012,20 (3): 336-40.
A descriptive epidemiological approach was undertaken in order to address the issue of rural/urban disparities
in cancer mortality at northeast Greece. The direct standardization method was used to control for differences
in the age-group distribution between the two regions. Region A was highly urbanized (>90%) and region B,
predominantly agricultural. Registering of cases was carried out according to the World Health Organization
ICD-10 protocol. Statistically significant findings emerged for prostate cancer mortality, which was 86% higher
in rural as opposed to urban males (RR=1.86, 95%CI 1.10–3.14). In other cancer types (e.g. stomach cancer)
a cohort effect may be present, thus necessitating further research into the hypothesis. Socioeconomic
inequalities, such as access to health care and education are key factors for the eradication of rural/urban
disparities in cancer mortality. Interventions should focus in health promotion and awareness, especially
addressing the importance of early cancer screening and diagnosis.
05
Lipid peroxidation and α-tocopherol level in the blood and neoplastic tissue of dogs with malignant mammary
tumors.
Maria Karayannopoulou, Anna Fytianou, Nikolaos Assaloumidis, Dimitra Psalla, Theodoros C.
Constantinidis, Eleni Kaldrymidou and Alexander F. Koutinas
Veterinary Clinical Pathology. (Accepted manuscript ID VCP-12-1877.R3, 2012).
Background: Overproduction or inadequate removal of reactive oxygen species (oxidative stress), and the
ensuing lipid peroxidation, is believed to be involved in mammary cancer pathogenesis.
Objective: To evaluate the extent of lipid peroxidation as evidenced by thiobarbituric acid-reactive substances
(TBARS) formation, and the concentration of α-tocopherol that inhibits lipid peroxidation, in the blood and
neoplastic tissue of dogs with malignant mammary tumors. Any correlation between the degree of tumor
infiltration by inflammatory cells and the lipid peroxidation markers measured was also evaluated.
Methods: Sixteen intact female dogs with mammary cancer, and 12 clinically healthy and age/weight-matched
controls, were included in the study. In all dogs, serum TBARS, α-tocopherol, total cholesterol and
triglycerides measurements were performed. For tissue TBARS and α-tocopherol measurements in the 16
affected dogs, one cm3 of neoplastic tissue, and a 1 cm3 sample from an adjacent, ipsilateral, normal
mammary gland, were obtained. The degree of tumor infiltration by inflammatory cells was evaluated
histologically.
Results: TBARS were significantly higher whereas α-tocopherol was significantly lower in neoplastic
compared to normal mammary tissue of the affected dogs, but no correlation between inflammatory cells
infiltration score and TBARS or α-tocopherol concentration in neoplastic tissue was found. In serum, no
statistically significant differences in the variables evaluated were found between affected and control dogs.
Conclusion: The increased lipid peroxidation demonstrated in neoplastic tissue of female dogs with malignant
mammary tumors is suggestive of oxidative stress induction. This oxidative burst could not be attributed to
inflammatory cells infiltrating the tumors.
78
06
Avoidable mortality from malignant neoplasms in Greece 1980-2007. Issues of concern.
M. Ollandezos, Theodoros Constantinidis and John Kyriopoulos
In: John Kyriopoulos and Donka Dimitrova (eds.), Public Health and Health Care in Greece and Bulgaria: the
Challenge of the Cross-border Collabaration in Times of Financial Crisis. pp. 403-412. Ed. Papazissis
Publishers. Athens, 2011.
Avoidable mortality refers to deaths from certain conditions considered avoidable given timely and effective
health care. Avoidable mortality rates in Greece between 1980 and 2007 were examined in order to
investigate the extent to which health care has contributed to the decline in mortality rates in Greece over
recent decades and detect possible shortcomings in the Greek healthcare system. Trends in Avoidable
mortality in Greece between 1980-2007 were similar to those of other European countries, with Greece
performing particularly well with respect to treatable mortality. Although the decline in Avoidable mortality may
also reflect changes in factors that influence mortality, such as disease occurrence, environment and
socioeconomic conditions, they are suggestive of the health care system being an important determinant of
health improvements in Greece during the recent decades. Further studies are needed in order to access the
quality of care and to examine the structure and adequacy of health care in Greece.
07
Disability aspects of chronic fatigue and fibromyalgia syndrome.
Μ. Orfanidis and T.C. Constantinidis
In: John Kyriopoulos and Donka Dimitrova (eds.), Public Health and Health Care in Greece and Bulgaria: the
Challenge of the Cross-border Collabaration in Times of Financial Crisis. pp. 443-449. Ed. Papazissis
Publishers. Athens, 2011.
Chronic fatigue syndrome (CFS) is a disorder, or group of disorders, which continues to cause considerable
difficulties for the occupational clinician or any other Health Care Professional (HCP), due to the absence of
clear causative factors, the lack of precise case definition and variable and uncertain natural history. Since the
terms “myalgic encephalopyelitis” and :post-viral fatigue syndrome” both carry implications relating to
causation, the generic term CFS is preferred. Chronic fatigue syndrome (CFS) is a controversial area of
medicine which over the the years has attracted extremes of opinion on various issues such as causation,
diagnosis, management and prognosis. Fibromyalgia is characterized by pain and stiffness of the tissues,
such as muscles, ligaments and tendons. There are local areas of tenderness referred to as “trigger points”.
The cervical and thoracic areas are affected most often, but the pain may be located in the arms, shoulders,
low back or legs. It is more common in women tha in men. Anxiety procipitates to condition by causing
licalised arterial spasm that interferes with perfution of oxygen in the affected areas. Pain results, with
associated symtoms of anxiety, fatigue and inability to sleep because of the pain. Fibromyalgia might be
present in CFS, a well as in depressive disorders. The diagnosis is made after excluding rheumatic disease or
hypothyroidism, according to the 1990 American College of Rheumatology Criteria for the Classification of
Fibromyalgia.
08
Human malaria as a public health issue.
Denissa Theocharidou and T.C. Constantinidis
In: John Kyriopoulos and Donka Dimitrova (eds.), Public Health and Health Care in Greece and Bulgaria: the
Challenge of the Cross-border Collabaration in Times of Financial Crisis. pp. 105-117. Ed. Papazissis
Publishers. Athens, 2011.
Malaria has been eliminated from Europe since 1975, however sporadic cases are reported to travelers
returning from endemic countries (imported cases). Although Northern America and Europe are considered to
be malaria free regions, anopheles mosquitoes able to host plasmodium species still exist, and can transmit
the disease in case they are exposed to infected population. About 125 million travelers visit malaria endemic
areas annually, among those 30 thousands fall ill soon after returning to their country, and 1-4% of P.
79
falciparum cases have a mortal outcome. The vast majority of nonimmune patients, such as tourists and
occupational travelers, present fever (the hallmark of malaria) during the first semester after their return. A
history of travel to an endemic country is the major diagnostic tool. Taking into account those figures WHO
suggests that a patient presenting with fever during the first semester after his return from the tropics should
be assessed as a medical emergency, receive special treatment and if positive the case should be reported.
However many cases are still misdiagnosed, because western doctors are unfamiliar with the disease‟s
clinical findings and there may be unavailable effective antimalarial drugs, resulting to severe malaria and high
fatality rates. Furthermore, travelers who fall ill during their journey to the tropics may find it difficult to seek
medical care in the foreign country.
09
Injuries and their Relationship with Occupational Accidents in Greek Army Personnel.
Maria Malliarou, Panagiota Sourtzi, Theodoros C. Constantinidis and Emmanouil Velonakis
Balkan Military Medical Review. 2011, 14(1): 38-52.
Background: Injuries are important in terms of loss of time from work and training and decreased military
eadiness. Injuries are the leading cause of death, hospitalizations, disabilities, outpatient visits, and manpower
losses in the military. Despite tremendous progress over the past decades, injuries remain the greatest health
problem for members of the Greek Armed Forces.
Aim: The aim of this epidemiological study was to estimate size of the injury problem and identify risk factors.
of accidents at work in Greek Armed Forces.
Method: This is a case-control study. The participants were military personnel of Evros perfecture. Cases
(Ν=250) were defined as enlisted personnel having had an accident at work. The control (Ν=300) series
comprised of a simple random sample, stratified by age from the army population. The analysis was limited in
those events within the ‘injury event’ and included the injuries that happened during: (1) schemes and
exercises, (2) scheduled training, (3) on-duty. Demographic variables examined in this analysis were age,
education and military grade. The analysis was made with SPSS 17.
Results: Although the occupational duties performed by military personnel predispose them to risk factors
such as intense physical activity, use of heavy machinery and vehicles, dangerous environments, and harmful
substances, the leading cause of injury was falls, causing the most lost workdays i.e. 1.115 hospitalization
days and 4.500 sick days. Fractures accounted for the highest number of lost duty days. Professional status
(p<0.001), educational level (p=0.019) and age (p<0.001) were the demographic characteristics that were
found to correlate statistically significant between cases and controls. Total military education until now
(p<0.001) and previous experience in the present unit (p=0.038) were also those factors that play a significant
role for the occupational accident to happen.
Conclusions: Military staff is exposed to various factors that are responsible for injuries because of accidents
at work. Although elimination is not possible, when accidents are investigated in detail, it is possible that the
predisposing factors could be recognised and controlled. Appropriate training of all personnel could be a
major factor for minimising accidents.
10
Intensifiers of unintentional injury leading to hospital.
T. Glania, T. Lialiaris, G. Trypsianis, N. Papadakis and T.C. Constantinidis
In: John Kyriopoulos and Donka Dimitrova (eds.), Public Health and Health Care in Greece and Bulgaria: the
Challenge of the Cross-border Collabaration in Times of Financial Crisis. pp. 429-435. Ed. Papazissis
Publishers. Athens, 2011.
Introduction: Each occupational environment exposes workers to factors that could drive them in an
occupational accident if appropriate preventive measures are not in place. Determination of factors that are
related to occupational accidents and their evaluation has as a target their elimination.
Purpose: To study the factors that are directly or indirectly responsible for the occurrence of occupational
accidents in the military sector.
80
Material and Methods: The study used a survey design. Data collection was made using a purpose designed
self-report questionnaire from June 2008 to February 2009. It was distributed to every hospitalized worker with
an occupational accident and the response rate was 94,8%. Descriptive statistics were used for data analysis
and here preliminary results are presented.
Results: A number of 37 occupational accidents were recorded. 62,2% of them affected soldiers and the rest
military personnel. 75% had secondary education and 25% higher. Soldiers were serving at the same military
unit that the accident happened for 1-18 months, while the military personnel from 6 to 35 months. 56,8%
answered that they were informed about the risks of their occupational environment and 35% were trained to
confront them. 24,3% had falls from height, 10,8% had slipped falls and 18,9% had an accident because of
fallen objects. 27% had a strain, 16,2% had a fracture and 8,1% had a brain injury. 32,4% thought that the
task process was responsible for their accident while 21,6% pointed out that the inexistence of supportive
measures was the main reason for the cause of their accident.
Conclusions: Over the years a growing political and media attention had been given to occupational accidents
and their consequences. The preliminary results of this study do not allow us to have definitive conclusions on
the factors that are relate to recorded accidents, although it seems that the type of and reasons for accidents
in the military sector do not differ from other occupational sectors.
11
Trends of mortality in Greece 1980-2007: a focus on avoidable mortality.
Ollandezos M, Constantinidis Th, Athanasakis K, Lionis Ch and Kyriopoulos J
Ippokratia. 2011, 15(4): 330-334.
Background: Avoidable mortality (AM) refers to deaths from certain conditions considered avoidable given
timely and effective health care. AM rates in Greece between 1980 and 2007 were examined in order to
investigate the extent to which health care has contributed to the decline in mortality rates in Greece over
recent decades and detect possible shortcomings in the Greek healthcare system.
Methods: Mortality data from the General Secretariat of the National Statistic Service were used. The list of
avoidable conditions was the basis of the analysis in which avoidable deaths were classified into conditions
amenable to medical care (treatable avoidable mortality) and conditions responsive to health policy
(preventable avoidable mortality). Ischaemic heart disease (IHD) was examined separately following relevant
studies. Age standardized mortality rates were calculated according to the European Community standard
population.
Results: A steady decline of the percentage of AM over all-cause mortality was documented (1980-1984:27%;
2000-2007: 22.9%). AM rate fell by 30.5% (1980-1984: 217.4/100,000 population; 2000-2007:
151.1/100,000). Treatable mortality rate fell by 48.1%, marking the largest contribution to the decline in AM
(1980-1984: 110.9/100,000, 2000-2007: 57.5/100,000). Ischaemic heart disease death rate fell by 13.1%
(1980-1984: 52.7/100,000, 2000-2007: 45.8/100,000). Preventable mortality rates fell by 11%, marking a
modest contribution to the decline in AM (1980-1984: 53.7/100,000, 2000-2007: 47.8/100,000).
Conclusions: Trends in AM in Greece between 1980-2007 were similar to those of other European countries,
with Greece performing particularly well with respect to treatable mortality. Although the decline in AM may
also reflect changes in factors that influence mortality, such as disease occurrence, environment and
socioeconomic conditions, they are suggestive of the health care system being an important determinant of
health improvements in Greece during the recent decades. Further studies are needed in order to access the
quality of care and to examine the structure and adequacy of health care in Greece.
12
European comparisons of lung cancer mortality in Greek population, according to cigarette consuption, during
the time period 1970-2008.
T.C. Constantinidis, P. Zarogoulidis, M. Orfanidis and K. Zarogoulidis
In: K. Zarogoulidis (ed.), International Prostgraduate Symposium on Lung Cancer. pp. 95-106. Ed. Pulmonary
Clinic of Medical School of Aristotle University of Thessaloniki. Samos, 2010.
81
Lung cancer mortality in the Greek population have been studied in this paper, based in tha data of mortality
bill, as they are given from the Greek ministry of health and social solidarity and tha National Statistic Agency,
tha in turn are posted to the World Health Organization. The comparisons are focuced between Greece and
the whole of European Union countries, further divided into two subgroups according to the EU expansion
(members states before and after May 2004) and the independent democracies of the former USSR, again
divided into two subgroups, those with relatively higher financial state and the remaining ones. Clearly a rise in
the diachronic inclination of lung cancer mortality for the whole of the Greek population and up to the early
1990’s has been noticed, though for thw next decade are fixed and in the following period these is a mild
decrease. The comparison with the data of the whole EU countries, shows a significant decline, even though
the figures are higher from those of the Greek population. Concerning the democracies of the former USSR
following the rise of figures until the beginning of 1990’s, the decline is clearly observed and characterized by
an intense pace, though for the female population a distinctive increase occurs. The tobacco consumption
data shows an ntense increase for Greece, with figures doubled when compared with the remaining countries
in the middle of the first half of the 20th century. Regarding the Greek relevant background, there is no
noticeable decline and contrary to the compared group of countries, where a mild decrease in tobacco
consumtion is seen.
13
Greek Registered Nurses’ Job Satisfaction in Relation to Work-Related Stress. A Study on Army and Civilian
Rns.
Malliarou Maria, Sarafis Pavlos, Moustaka Eleni, Kouvela Thamme and Constantinidis T.C.
Global Journal of Health Science. 2010, 2(1):44-59.
Background: Job satisfaction and work-related stress effect, job turnover, and patient satisfaction in nursing.
Aim: To present the views of Greek Army Registered Nurses and Civilian Registered Nurses on job
satisfaction and job stress and why they are lead to seeking employment elsewhere.
Methods: A descriptive, cross-sectional study was undertaken by questionnaire on a random sample of 117
Registered Nurses (77 Army RNs vs. 40 Civilian RNs), (Response rate 42%). The Warr-Cook-Wall job
satisfaction scale was used to measure overall job satisfaction. Job related tension index was used to
measure nurses’ levels of stress. The association between relationship factors and organizational outcomes
such as job satisfaction, turnover intentions and organizational commitment were assessed. The analysis was
made with the use of SPSS (version 15).
Results: Mean score of stress was for Army Registered Nurses (RNs) m=31.61 (SD 9.041 min=21 max=75)
while for Civilian Registered Nurses was m=29.38 (SD 7.117 min=12 max=46) The most frequently mentioned
source of job stress for civilian RNs is not having a say on the appearance and structure of their work
environment (p=0.017). Not being appreciated and not treated as equal to other health professionals
(p<0.0001). Civilian RNs’ occupational stress leads to their leaving the workplace (p=0.004). Results of the
regression analysis when performing Pearson correlation coefficients (correlation significance at the level 0.05
two-tailed) showed that the increase in job satisfaction of Army RNs was predicted by older nurses p= 0.001,
r= 0.363, by more experienced ones with more years at work p= 0.004, r= 0.326.
Conclusions: A nursing career is fulfilling when the nurse is given the opportunity to provide input on decisions
in the workplace, is treated as an equal to other health professionals and is given recognition for
accomplishments. The current shortage of nurses highlights the importance of understanding the impact of
low moral and stress in the workplace and the need to implement innovative programs that respect the
nursing profession.
14
Bacteriological quality of the potable water supply sources in the area of Samothrace island.
Bakas E, Constantinidis T, Christacopoulos P and Kekos D
International Journal of Environmental Sciences. 2010, 2(1): 1783-1786.
A report of microbiological characteristics of the potable water samples taken from the region of Samothrace
island during 2009-2010 is presented here. During the study a number of samples from selected
82
samples sites at regular intervals was examined. Conclusions relative to the water quality of springs,
water tanks and supply network, as well as the possible reasons for water quality problems are
presented in the study. The water is easily infected during its transportation from the source to the
internal water supply network and finally to the consumer. The condition of the water supply networks is a
factor which contributes to the water quality.
15
Sources and effects of Work-related stress in nursing.
Εleni Moustaka and Theodoros C Constantinidis
Health Science Journal. 2010, 4(4):210-216.
Introduction: The working environment is one of the most important recourses of occupational stress. The
importance of management of occupational stress is recognized, besides all by Occupational health and
safety since it has been found to be related not only with loss of productivity and loss of working hours but
with the arousal of diseases and occupational accidents.
Purpose: The aim of this systematic review was the examination of the sources and consequences of
occupational stress on nurses’ adequacy, productivity, efficiency.
Material –method: A systematic review was made in “European Agency for Safety and Health at Work”,
“National Institute for Occupational Safety and Health (NIOSH)”, “Job Stress Network” web sites for various
publications and abstracts around the exact theme and the “Occupational and Environmental Medicine
Journal” using as key words «stress, occupational stress, and Nursing».
Results: A number of aspects of working life have been linked to stress. Aspects of the work itself can be
stressful, namely work overload and role-based factors such as lack of power, role ambiguity, and role conflict.
Threats to career development and achievement, including threat of redundancy, being undervalued and
unclear promotion prospects are stressful. Stress is associated with reduced efficiency, decreased capacity to
perform, a lack of concern for the organisation and colleagues.
Conclusions: During last decade there has been increasing recognition of the stress experienced by hospital
nursing staff . Although some stressful situations are specific to a particular type of hospital unit, nurses are
subject to more general stress which arises from the physical, psychological, and social aspects of the work
environment. High levels of stress result in staff burnout and turnover and adversely affect patient care.
Interventions that are targeted at sources of occupational stress seem to be required in order to support
nurses.
16
Beyond pneumonoconiosis: Recently described occupational interstitial lung diseases.
Evangelia Nena, Paschalis Steiropoulos, Theodoros C. Constantinidis and Demosthenes Bouros
Pneumon. 2010, 23(3):297-300.
Recent technological innovations have resulted in the introduction of new substances in different
manufacturing procedures. Unfortunately, lack of knowledge of the adverse effects of some novel substances
has led to the development of interstitial lung disease (ILD) among exposed workers. Exposure to diacetyl can
cause bronchiolitis obliterans (“popcorn lung”), while exposure to nylon flock, Acramin-FWN, indium-tin oxide,
biomass fuels or nanoparticles is associated with ILD. In addition, hypersensitivity pneumonitis can occur after
exposure to additives in animal feed. Finally, new applications of substances already known to be hazardous
can result in the occurrence of ILD in exposed workers.
17
Risk factors in children’s accidents leading to emergency treatment in hospital.
Triantafillia T Glania, Theodoros Lialiaris, Grigorios Tripsianis and Theodoros C Constandinidis
Journal of Environmental Health Research. 2009, 9 (2): 111-120.
The aim of the study was the children’s accidents and compare sexes’ accidents in a northern part of Greece,
Thrace. Specifically, it examined whether there was a correlation between each risk factor that was used in
83
the research, and the dependent variables: 1. minor accidents, 2. serious accidents that required Emergency
Room attendance (ER accidents), 3. serious accidents that lead to hospital admission (admission accidents).
1,516 high school children completed an anonymous questionnaire regarding the cause, the activity before
the accident, the place, and result of their accident. The results indicated that sex, grade, mother’s studies,
father’s studies and nationality were important risk factors for minor injuries. It appears that young boys (7th
grade), immigrants and the children whose parents received higher education were at greater risk of having
minor injuries. Sex (girls had OR: .5; CI .4-.63) and nationality (immigrants had OR: 2.75; CI 1.82-4.16)
continued to be important risk factors for E.R. accidents. Only sex was an important risk factor in admission
accidents. Girls had OR .436 (CI .245-.774, p=.004). Sex and nationality were found important for ER
accidents but only sex was important for admission accidents. Although many surveys examine risk factors
and accidents, this has gone a little further examining risk factors that account for serious injuries which lead
to an E.R. or a hospital admission. As major accidents may result in serious health problems or even
disability, attention should be paid to the risk factors found.
18
Burnout of nursing personnel in a regional university hospital.
Maria M. Malliarou, Eleni C. Moustaka and Theodoros C Konstantinidis
Health Science Journal. 2008, 2(3):140-152.
Aim: Τhe investigation of the frequency of the burnout syndrome among the nursing personnel of all rungs in a
Regional University Hospital.
Methods: Τhe research was conducted in a Regional University Hospital. The questionnaire was distributed to
150 Registered Nurses (RN) and Nurses Assistants (NA) and the response rate was 42,6% (N=64). MBI
questionnaire was used in order to identify levels of burnout syndrome. The analysis was made with the use
of SPSS (version 15). Student t-test, ANOVA one way, chi-square (χ2) was performed.
Results: Generally occupational burnout appears to be in moderate levels. 9,37% of the sample experienced
a high degree of burnout while 6,24% experienced a low one. Emotional exhaustion correlates significantly
with working a rotation shift (p=0,05). Emotional exhaustion correlates significantly with resignation from
hospital (p=0,002). Depersonalization correlates significantly with the multidisciplinary cooperation (p=0,05).
Conclusions: Environmental factors such as shift work, multidisciplinary cooperation are shown to be related
with the appearance of the syndrome.
19
Smoking and polllution cause an increase in expired carbon monoxide in kiosk workers.
L. Sichletidis, D. Chloros, T.C. Constantinidis, A. Tsiotsios, D. Melas, M. Petrakakis and A. Kelesis
Medicina del Lavoro. 2007, 98 (4): 296-301.
Bakground: The measurement of expired carbon monoxide (CO) is a direct and non-invasive method for the
detection of exposure to CO.
Objective: Our aim was to investigate the impact ofatmospheric pollution and smoking on expired CO in kiosk
workers in Thessaloniki, Greece.
Methods: Twenty kiosks were selected in the commercial centre of city. The workers were all men aged
30.5±5.5 years. Measurements of expired CO and environmental CO were carried out twice per day, during
two different seasons of the year, summer and winter. Expired CO was measured via a MicroCOMeter
equipped with a fuel cell type electrochemical sensor. The CO levels in ambient air were determined using the
method of Non-Dispersive Infra-Red analysis.
Results: Ambient CO levels were 2.11±0.64 ppm at h. 17:00 and 3.64±1.45 at h. 21:00 in winter and
1.26±0.17 ppm at h. 17:00 and 1.73±0.22 at h. 21:00 in summer. Expired CO in non-smokers was 3.2±2.7
ppm at h. 17:00 and 4.2±3.2 at h. 21:00 in winter and 1.3±1 ppm at h. 17:00 and 2.2±1.4 at h. 21:00 in
summer. In smokers it was±5.2 ppm at h. 17:00 and 13.9±7.5 at h. 21:00 in winter and 10±4.8 ppm at h.
17:00 and 18±7 at h. 21:00 in summer. All these differences were statistically significant. The concentrations
of expired CO were significantly correlated with the number of the cigarettes smoked.
84
Conclutions: The levels of expired CO in kiosk workers increase mainly due to smoking and to a lesser degree
due to environmental pollution.
20
Prevalence of gastrointestinal parasites in the Greek population: local people and refugees.
M.G. Papazahariadou, E.G. Papadopoulos, S.E. Frydas, Ch. Mavrovouniotis, T.C. Constantinidis, K.
Antoniadou-Sotiriadou and A.E. Siochu
Annals of Gastroenterology. 2004, 17(2):194-198.
A total of 455 faecal samples from the Greek population and refugees was examined and 18.02% were found
to be infected with one or more species of parasites. The prevalence of infection with intestinal parasites of
the Greek (264) population was 11.36% and that of foreigners (191) originating from Europe, Africa and Asia
was 27.23%. Found were a) protozoan parasites: Blastocystis hominis, Cryptosporidium parvum, Entamoeba
coli and Giardia lamblia (found in both groups examined) and b) metazoan parasites: Enterobius vermicularis,
Taenia spp. and Strongyloides stercoralis (in both groups) and Ancylostoma duodenale, Ascaris lumbricoides,
Trichuris trichiura and Schistosoma mansoni (only in foreigners). Among the parasites found in foreigners only
the helminth species A. duodenale and S. mansoni are considered as imported parasites from tropical and
subtropical regions to European countries. The use of the multiple logistic regression showed that the odds
ratio comparing Greeks to refugees, adjusted for age and gender, was 3.8 for Africans, 3.0 for Europeans and
2.6 for Asians. No correlation was found between age, gender or symptoms (diarrhea or abdominal pain) with
the presence of parasites. The overall prevalence of infection with parasites was high in both the Greek
population and refugees and therefore a screening for parasite infection is recommended for the prevention of
further spread of the infections.
21
Nutritional study in Greek-Orthodox Monasteries-Effect of a 40-day religious fasting.
Α. Basilakis, K. Kiprouli, S. Mantzouranis, T.C. Constantinidis, M. Dionisopoulou, J.M. Hackl and D.
Balogh
Aktuel Ernaehr Med. 2002, 27 (2): 250-255.
The Mediterranean diet is acknowledged to be a very successful combination promoting longevity through a
lower rate of coronary heart disease and of cancer. The role of religious fasting in Orthodox Greece has never
been considered in this context. We therefore contacted several Greek monasteries, because their diet still
corresponds to the traditional “Mediterranean diet” and they observe a strict 40-day fast twice a year. We
wanted to answer two questions: What are the nutritionally relevant plasma levels of these nuns and monks,
and what changes are seen after a 40-day fast? Thirty-six members (25 w, 11 m, x = 42.4 a) of five Greek
monasteries were enrolled in the study. Using a structured questionnaire weight, upper arm circumference
and triceps skin fold were measured. Blood samples were taken to measure hemoglobin, hematocrit,
leucocytes, blood glucose, protein, cholesterol, HDL and LDL cholesterol, triglycerides, ferritin, iron, urea,
creatinine and CRP. All measurements were taken before and at the end of the 40-day fast. The diet was
calculated per day for calories, nutrients, fat and cholesterol content; means were calculated from seven days
of normal daily food and of the fasting diet. Statistical analysis was performed with Student's T test and
ANOVA (p < 0.01) was considered significant. Results: Total calorie intake varied strongly between the
monasteries and was reduced by x = - 20% during the fast. Regular diet contained large quantities of
cholesterol, which was reduced by more than 80% in some monasteries during fasting x = - 77%. All
anthropometric data dropped slightly, the triceps skin fold even by 10%. Before fasting plasma cholesterol
levels, particularly those in the nuns, were elevated. This was especially true for LDL cholesterol. During the
fast all study participants showed a consistent drop in plasma cholesterol, an increase in triglycerides and a
moderate drop in LDL/HDL quotient. In conclusion the drastic reduction in fat and cholesterol intake during
fasting causes a normalisation of most elevated cholesterol levels. The religious practice of a 40-day fast
brings about a pronounced improvement in plasma lipid levels, and as pious Greek orthodox people observe
such a fast twice a year the positive effect of this fast must not be underestimated.
85
22
The survival rate of hemodialysis patients with autosomal dominant polycystic kidney disease: A multicenter
study.
N. Sotirakopoulos, T. Tsitsios, M. Stambolidou, S. Papanastasiou, T.C. Constantinidis and Κ.
Μavromatidis
Dialysis and Transplantation. 2001, 30 (11): 740-745.
The aim of this study was to investigate the survival rate of hemodialysis (HD) patients suffering from
autosomal dominant polycystic kidney disease (ADPKD) who were being treated in the five renal units of
Northern Greece. Seventy-nine ADPKD patients with end-stage renal disease (ESRD), and 66 ESRD patients
suffering from glomerulonephritis (GN), were included in the study; the groups were comparable with regard to
age and sex. There were no statistical differences between the two groups with regard to the age at which
they started HD or the presence of hypertension, angina pectoris, or heart failure. There was no significant
difference in the survival rate between the two groups, and the survival rate between the two groups was
independent of the presence of hypertension, angina pectoris, or heart failure. The survival rates in the 1st,
3rd, 5th, 7th, and 9th year on HD in patients suffering from ADPKD were 98%, 82%, 54%, 35%, and 23%,
respectively, which were comparable to those of patients suffering from GN (96%, 82%, 54%, 35%, and 23%,
respectively). The primary causes of death in the two groups were cardiovascular events and electrolyte
disorders. We conclude that the survival rate ofHD patients suffering from ADPKD is not different from that of
HD patients suffering from GN, and that survival in these two groups is independent ofthe presence of
hypertension, angina pectoris, or heart failure.
23
Serum tumor markers and cervical intraepithelial neoplasia.
T. Agorastos, V. Zournatzi, T.C. Constantinidis, M. Vakiani, K. Dinas, D. Vavilis, G. Fraggidis, N.
Argyriadis and J.N. Bontis
Geburtsh Frauenheilk. 2000, 60 (1): 125-129.
Objective: To investigate the relationship between the serum levels of the tumor markers squamous cell
carcinoma antigen (SCC), carcinoma antigen (CA125) and carcinoembryonic antigen (CEA) and cytologic,
colposcopic and histologic findings in women with cervical intraepithelial neoplasia (CIN). We also assessed
whether a coefficient based on the three markers, namely the quotient (SCC × CEA)/CA125, could detect
women with histologically proven high-grade lesions missed by cytology or colposcopy.
Materials and Methods: Ninety-eight women attending our colposcopy clinic underwent cytologic and
colposcopic examination and measurement of the serum levels of the three tumor markers. Seventy women
underwent cervical biopsy and/or endocervical curettage. The cytologic, colposcopic and histologic findings
were classified according to severity. Analysis of variance, univariate analysis and multiple regression models
were used for the statistical evaluation.
Results: The cytologic results showed a statistically significant positive correlation with SCC values (p =
0.023), a negative relation with CA125 values (p = 0.050) and no correlation with CEA values. The
colposcopic findings showed no correlation with SCC values, but the values of CA125 and CEA showed
significant differences among the groups (p = 0.034 and p = 0.009, respectively). The analysis of tumor
marker levels according to histologic findings showed no significant differences for CEA while SCC and
CA125 showed the same significant correlations with the presence and grade of CIN (p = 0.005 and p =
0.040, respectively). The coefficient SCC × CEA/CA125 showed a highly significant direct correlation with the
cytologic (p = 0.0002), colposcopic (p = 0.0018) and histologic findings (p = 0.0005). Univariate analysis
showed a positive correlation between cytology/histology and SCC (p < 0.001), a negative correlation among
all morphologic parameters and CA125 (p < 0.001), and no correlation between them and CEA. These
findings remained statistically significant in multiple regression models with cytologic, colposcopic or histologic
findings as independently correlated variables. In contrast to the individual tumor marker values the coefficient
SCC × CEA/CA125 remained in multiple regression analysis as a statistically significant variable for predicting
the underlying histologic diagnosis (p < 0.05).
86
Conclusion: Serum levels of SCC, CA125 and CEA combined as a quotient would probably allow, without
invasive procedures such as biopsies or endocervical curettages, the detection of masked high-grade
intraepithelial lesions and invasive cancers in patients with equivocal cytologic and/or colposcopic findings and
thus reduce the percentage of premalignant or malignant lesions which elude diagnosis.
24
A survey on the occurrence and significance of fungi in potable waters.
M. Arvanitidou, K. Kanellou, T.C. Constantinidis and V. Katsouyannopoulos
Ιn: Proccedings of 6th International Conference on Environmental Science and Technology. pp. 459-464.
Pythagorion. Samos, 2000.
The prevalence of fungi was investigated in 126 potable water samples in parallel with the standard pollution
indicator micro-organisms. Filamentous fungi were isolated from 104 out of 126 (82.5%) samples and yeasts
from 14 (11.1%), whereas their mean counts were 36.6 and 4.4 respectively. Prevailing genera were
Penicillium spp. isolated from sixty four, Aspergillus spp. from fifty three and Candida spp. from nine out of the
examined samples. Colony forming units of yeasts were significantly correlated with those of total and faecal
coliforms, whereas the counts of filamentous fungi were significantly correlated with total heterotrophic
bacteria counts.
25
Cancer control activities integrated into the health services reforms. An urgent need for the Balkan countries.
Α. Benos, S. Kadare, M. Gruffyd, S. Giannakopoulos, T.C. Constantinidis and V. Katsouyannopoulos
In: 2nd Balkan Congress on Oncology. pp. 113-118. Ed. Monduzzi. Bologna, 1999.
Aim of the paper is to stress upon the urgent need to intergrate concrete cancer control activities in the
ongoint in several Balkan countries reforms of the health services. An epidemiological overview of cancer
mortality trends from the most common cancers is presented based on the analysis of mortality data from
1960 to 1994 for selected Balkan and Northern European countries. The observed stabilizing or decreasing
cancer mortality rates in northern European countries are parallel with increasing cancer mortality patterns in
the Balkan countries. Under this perspective and in order to modify the increasing trends the urgent need to
implement concrete cancer control and prevention activities inbuild in the ongoing health services reforms is
documented and discussed.
26
Pharmacokinetic behaviour of carbamazepine and its main metabolite 10-11 epoxide of carbamazepine in
monotherapy or in combination with other antiepileptic drugs.
D. Divanoglou, A. Orologas, S. Iliadis, V. Nathanael, T.C. Constantinidis and A. Milonas
European Journal of Neurology. 1998, 5 (4): 397-400.
A combination of anti-epileptic drugs is used for the necessary control of seizures. This results in a modulation
of the metabolism in the epileptic patient and a concentration of the drugs and their metabolites in serum and
in the brain, the target organ. Carbamazepine-10,11 epoxide (CBZE) is the main active metabolite of
carbamazepine (CBZ). We have studied their interrelationship in concentrations in the plasma of 68 patients
receiving CBZ, either as monotherapy or in combination with phenytoin (PHT) and phenobarbital (PB). The
rate of CBZ metabolism was modulated in drug co-administration, which, depending on the grade of the
induction of cytochrome p-450, decreases or increases the concentration of CBZE. A graph plotting the
relationship between CBZ and CBZE concentrations in patients stabilized on a regime of CBZ alone is linear.
The ratio of concentrations of CBZE/CBZ in serum is 0.12 when CBZ is administered as monotherapy, rising
to 0.14 (CBZ + PB), 0.18 (CBZ + PHT) and 0.25 (CBZ + PHT + PB) when administered with the other drugs
mentioned. From this it can be hypothesized that the additive of induction activities of PHT and PB operates
on the mixed function oxidase system.
87
27
Prevalence of hepatitis A virus infection among the employees of a sewerage company.
Μ. Αrvanitidou, T.C. Constantinidis, J. Doutsos and V. Katsouyannopoulos
Scientific Annals of the Medical Faculty. 1998, 25(2):81-86.
Exposed to sewage workers of the Sewerage Company in Thessaloniki, Greece, were examined for
antibodies against hepatitis A (anti-HAV) infection markers in 1984 and in 1992. The main objective of this
study was to investigate for epidemiological evidence so as to recommend vaccination of the occupationally
exposed workers against hepatitis A. The prevalence of anti-HAV was 92,9% and 93,4% respectively. A
statistical significant difference (p<0,05) in the frequency of hepatitis A virus infection was observed between
males and females. Hpatitis A virus infection was entirely endemic (anti-HAV positive 100%) in the population
over 50 years old and in workers belonging to the highest occupational risk group. The prevalence of antiHAV was higher in less educated workers (p<0,001) and in those who were performing high risk job (p<0,05).
The prevalence of anti-HAV did not significantly differ by duration of employment, marital status, family size
and number of available bedrooms. The results of this study show that hepatitis A is still highly endemic
among the employees of the Sewerage Company and support the hypothesis tha sewage are at increased
occupational risk of acquitting hepatitis A virus infection and for this reason the should be protected by active
vaccination.
28
Clinical prognostic factors and survival in small cell lung cancer.
K. Zarogoulidis, P. Hatziapostolou, T.C. Constantinidis, P. Tsiagga, A. Papagiannis and Ch. Vamvalis
In: B. Perin and T. Zikic (eds.), Lung cancer. Limitations and perspectives. pp. 75-79. Ed. University of Novi
Sad. School of Medicine. Institute of Lung Diseases. Novi Sad, Yugoslavia, 1997.
Small cell lung cancer (SCLC) frequently presents with distant metastases, and for this reason it is considered
as systemic disease. The true extents of the disease is not always evident from the commonly used staging
investigations. This retrospective analysis included 268 patients with SCLC. Of these patients, 70 had LD, 36
had LD with locally advanced disease (LD-LA), 86 had ED without liver or bone involvement, 29 had liver
metastases, 36 bone metastases and 11 both bone and liver involvement. The main findings of this study can
be summarized as follows: Age had no significant impact on the patient survival. Although the survival of
patients with LD was signifdicantly better than that of patients with LD-LA, even when grouped these two
classes together they still had a significant survival advantage copared to patients with ED. From a prognostic
point of view, bone metastases appered to affect survival more than liver metastasaes, while the presence of
both metastatic sites had a much worse effect.
29
Lung cancer mortality in Greece during the period 1961-1993.
T.C. Constantinidis, K. Zarogoulidis, P. Hatziapostolou, Ch. Vamvalis and V. Katsouyannopoulos
Journal of B.U.ON. 1997, 4 (2): 309-320.
The objective of this study was the investigation of lung cancer mortality trends in the greek population during
the period 1961-1993, pluls the age and sex effect on lung cancer mortality during the same period. The
following epidemiological rates were computed: lunf cancer specific mortality, age adjusted mortality rated and
propotional mortality rates, due to lung cancer per year. Age and sex specific mortality rates were also
computed and finally cohort analysis was applied. Increasing rates ere observed separately during the above
period for both sexes, with values ranging between 25 to 85 deaths per 100.000 in habitants for males (at the
beginning and the end of the study period) and 6 and 14 deaths per 100.000 in habitants for females
respectively. These increasing rates were better encountered at old ages, and in every age group the male
mortality rates due to lung cancer were much higher than those of the females. A decrease mortality rates,
using the direct standardization procedure (standard population: age structure of 1971 cencus in Greece). The
age and sex specific rates of propotional mortality due to lung cancer demonstrates that up to the third decade
of life, no statistically significant differences were observed among the two sexes nor between the five year
88
age group studied. But there was an increase from fifth to sixth decade and a subsequent fall. Propotional
mortality rates increased advancing calendar time in all age groups over 30 yedars. Cohart analysis
demonstrated the increase of lung cancer mortality in younger generations in comparison to older ones, for
both sexes. The trends of age specific mortality rates due to lung cancer decreased in ages 15-34 years for
males and 15-54 years for females.
30
Transferable antibiotic resistance among Salmonella strains isolated from surface waters.
Μ. Αrvanitidou, A. Tsakris, T.C. Constantinidis and V. Katsouyannopoulos
Water Research. 1997, 31 (1): 1112-1116.
Resistance to 20 antimicrobials was tested in 79 Salmonella strains isolated from river and lake waters in
northern Greece. Of the strains, 19 (24.1%) exhibited resistance to one or more of the antibiotics while single,
double and multiple resistances were oberved in 12.7, 6.3 and 5.1% of the isolates, respectively.
Streptomycin resistance was the most common and nine different antibiotic resistance patterns were recorded
in total. All of the strains were susceptible to amoxycillin-clavulanate, cefuroxime, ciprofloxacin, colistin,
amikacin and apramycin. Among the resistant salmonellas, five (26.3%) were able to transfer R factors to the
Escherichia coli recipient. Resistance to ampicillin and ticarcillin was transferable in four cases, resistance to
chloramphenicol, trimethoprim and sulfafurazole in two cases, whereas resistance to gentamicin, tobramycin,
spectinomycin, kanamycin and tetracycline was transferable in one case. Chloramphenicol resistance, in one
of the two cases, was transferable only after mobilization with the X+ factor while streptomycin resistance,
although prevailing, was not found to be transferable even after mobilization. The geometric means of the
fecal indicator bacteria, i.e. total coliforms, fecal coliforms and fecal streptococci did not significantly differ
between samples with antibiotic sensitive and resistant Salmonella isolates.
31
Searching for Escherihia coli O157 in drinking and recreational waters in Northern Greece.
Μ. Αrvanitidou, T.C. Constantinidis and V. Katsouyannopoulos
Water Research. 1996, 30 (2): 493-494.
Escherichia coli O157:H7 has been recognized in sporadic cases and outbreaks, as an important cause of
bloody diarrhea and also a leading cause of acute renal failure in children. The purpose of this study was to
investigate the presence of E. coli O157 in drinking and recreational water samples from Northern Greece. For
this, a total of 1974 colonies of E. coli that were isolated from 1267 water samples were recultured on sorbitolMacConkey agar. Out of them 121 were found non-sorbitol fermenting, but none had the somatic O157
antigen. This finding supports the hypothesis that drinking and recreational waters should not be considered
possible routes of E. coli O157:H7 transmission in Northern Greece.
32
A survey on Campylobacter and Yersinia spp occurrence in sea and river waters in Northern Greece.
Μ. Αrvanitidou, T.C. Constantinidis and V. Katsouyannopoulos
The Science of the Total Environment. 1995, 171 (2): 101-106.
Four strains of Campylobacter jejuni and seven strains of Yersinia intermedia were isolated from 200 samples
from three bathing areas which complied with the EC directive concerning the standard values for total
coliforms, faecal coliforms and faecal streptococci during the bathing season from May to October 1990. In
the same period seven C. jejuni and five Y. intermedia strains were isolated from 41 samples from three rivers
which did not meet the criteria for the imperative values of the indicator bacteria set by the EC directive. The
geometric mean of total coliforms was significantly higher (p < 0.05) in the Campylobacter-positive than the
negative sea samples. Yersinia-positive and -negative sea samples differed in the geometric means (P <
0.05) of faecal coliforms.
89
Ελληνικές δημοσιεύσεις
1. Θ.Κ. Κωνσταντινίδης, Οι μέθοδοι ασφαλούς απομάκρυνσης του αμιάντου ως πρόβλημα δημόσιας
υγείας και δημόσιας υγιεινής. Τεχνικά. 2012, 3(19):16-17.
2. Ε. Βάγκα, Θ.Κ. Κωνσταντινίδης και Αικ. Χατζάκη, Επιπτώσεις της διαχείρισης
χημειοθεραπευτικών φαρμάκων στην υγεία των εργαζομένων στην τεχνόσφαιρα του νοσοκομείου.
Ανασκόπηση της βιβλιογραφίας. Επιθεώρηση Κλινικής Φαρμακολογίας και Φαρμακοκινητικής.
2012, 30(1):91-95.
3. Μουστάκα Ελένη, Αντωνιάδου Φωτεινή, Μαλλιαρού Μαρία, Ζάντζος Ε. Ιωάννης, Κυριακή
Κωνσταντία και Θ.Κ. Κωνσταντινίδης, Διερεύνηση εργασιακού στρες νοσηλευτικού προσωπικού συγκριτική μελέτη μεταξή νοσοκομείων πρωτεύουσας και περιφέρειας. Ελληνικό Περιοδικό της
Νοσηλευτικής Επιστήμης. 2012, 5(2):90-96.
4. Ε. Γεωργοπούλου, Θ. Καπάδοχος, Ε. Χουρίδου και Θ.Κ. Κωνσταντινίδης και Αικ. Χατζάκη,
Διερεύνηση της επαγγελματικής έκθεσης νοσηλευτικού προσωπικού στα αντινεοπλασματικά
φάρμακα. Επιθεώρηση Κλινικής Φαρμακολογίας και Φαρμακοκινητικής. 2012, 30(2):189-200.
5. Κωνσταντινίδης Θ. Γ., Νικολαΐδης Χ., Αλεξανδροπούλου Ι. και Κωνσταντινίδης Θ.Κ. Η
υγειονομική σημασία του νερού στις μονάδες αιμοκάθαρσης - τεχνητού νεφρού. Διεπιστημονική
Φροντίδα Υγείας. 2011, 3(3): 93-97.
6. Θ. Γούλα, Γ. Δρόσος, Θ.Κ. Κωνσταντινίδης και Δ. Βερέττας, Κλίμακες - Ερωτηματολόγια
αξιολόγησης της λειτουργικής κατάστασης και της μετά από θεραπεία αποκατάστασης ασθενών με
μυοσκελετικές παθήσεις. Ορθοπαιδική. 2011, 24(1):25-46.
7. Ελπιδοφόρος Σωτηριάδης, Θ. Κ. Κωνσταντινίδης, Βασίλης Δρακόπουλος και Μόρφω
Κουρουκλάρη, Υποκειμενική εκτίμηση του επαγγελματικού κινδύνου στο χώρο του οδοντιατρείου.
Οδοντιατρικά Νέα. 2011, 1(3):4-5.
8. Μουστάκα Ελένη, Χ. Κουτής, Φ. Μπαμπάτσικου, Π. Σαράφης, Μ. Μαλλιαρού και Θ.Κ.
Κωνσταντινίδης, Ψυχική ευεξία και η σχέση της με το εργασιακό στρες. Ερευνα σε νοσηλευτικό
προσωπικό. Ελληνικό Περιοδικό της Νοσηλευτικής Επιστήμης. 2011, 4(4):35-41.
9. X. Γανδάς και Θ.Κ. Κωνσταντινίδης, Η διαχείριση του αμιάντου στην Ελλάδα. Υγιεινή και Ασφάλεια
της Εργασίας. 2010, 17(2):24-27.
10. Σ. Δρίβας, Θ. Κουκουλάκη, Ε. Γεωργιάδου, Μ. Αναλυτής, Β. Δρακόπουλος και Θ.Κ.
Κωνσταντινίδης, Περί Φορέα Ασφάλισης Επαγγελματικού Κινδύνου. Κεφ. στο: Υγιεινή και
Ασφάλεια στους Χώρους Εργασίας. Εκδ. Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδος, Γενική
Διεύθυνση Απασχόλησης και Κοινωνικών Υποθέσεων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Αθήνα, 2004. σσ.
5-17.Επανεκδ. Ελληνική Εταιρεία Ιατρικής της Εργασίας και Περιβάλλοντος. Αθήνα, 2010.
11. Ευαγγελία Νένα, Πασχάλης Στειρόπουλος, Θεόδωρος Κ. Κωνσταντινίδης και Δημοσθένης
Μπούρος, Πέρα από τις πνευμονοκονιώσεις Νεοεμφανιζόμενες διάμεσες επαγγελματικές
πνευμονοπάθειες. Πνεύμων. 2010, 23(3):293-296.
12. Μ. Μαλλιαρού, Κ. Καραθανάση, Ε. Μουστάκα, Π. Σαράφης και Θ.Κ. Κωνσταντινίδης, Ποιότητα
Υπηρεσιών Υγείας σε Χώρους Εργασίας. Επιθεώρηση Υγείας. 2009, 20(118):21-26.
90
13. Λ. Σιχλετίδης, Δ. Χλωρός, Δ. Σπυράτος, Θ. Κωνσταντινίδης, Ι. Φουρκιώτου και Σ. Μάρκου,
Απεικονιστικά και σπιρομετρικά ευρήματα σε εργαζόμενους που εκτέθηκαν σε χαμηλές
συγκεντρώσεις χρυσοτίλη. Ελληνική Ιατρική. 2009, 75 (2):154-162.
14. Ε. Βάγκα, Π. Δαλλίδου, Π. Μπάστα, Μ. Παράβα, Α. Τσελίκα, Ο. Τζερεμέ, Μ. Στοϊκίδου, Φ.
Ανθούλη, Α. Χατζάκη και Θ.Κ. Κωνσταντινίδης, Γνώση και συμπεριφορά των εργαζομένων
απέναντι στους κινδύνους κατά τη μεταφορά και φύλαξη των χημειοθεραπευτικών φαρμάκων στο
χώρο του νοσοκομείου. Επιθεώρηση Κλινικής Φαρμακολογίας και Φαρμακοκινητικής. 2008,
26(2):135-140.
15. Ν.Β. Δανιηλίδου, Θ.Κ. Κωνσταντινίδης και Ι. Κυριόπουλος, Η ανταποκρισιμότητα των
δευτεροβάθμιων υπηρεσιών υγείας στην Ελλάδα. Ελληνική Ιατρική. 2008, 74(4):334-341.
16. Θ.Κ. Κωνσταντινίδης, Η αποξήρανση των Τεναγών Φιλίππων και της λίμνης Κωπαϊδας. Το διπλό
νόημα της υγειονομικής πολιτικής και κοινωνικής ανάπτυξης στο Μεσοπόλεμο. Κεφ. στο: Ι.
Κυριόπουλος (εκδ.), Δημόσια Υγεία και Κοινωνική Πολιτική: Ο Ελευθέριος Βενιζέλος και η Εποχή
του. σσ. 235-244. Εκδ. Παπαζήση. Αθήνα, 2008.
17. Β. Αϊβάζης, Α. Βασιλειάδης, Δ. Αϊβάζη, Ε. Φούντιλα, Σ. Γάκη, Θ. Κωνσταντινίδης, Ε. Μπούρλη,
Ι. Ντόπης, Μ. Σεϊζη, Δ. Χατζηγεωργίου, Σ. Φιλιππίδης και Α. Χατζημιχαήλ, Νεώτερες καμπύλες
αύξησης σε παιδιά ηλικίας 0-17 ετών της Βορείου Ελλάδος - Θεσσαλίας. Νέα Παιδιατρικά Χρονικά.
2007, 7(3):163-183.
18. Λ. Σιχλετίδης, Δ. Χλωρός, Α. Τριανταφύλλου, Β. Ευαγγελόπουλος, Δ. Σπυράτος, Α. Τσιότσιος,
Θ. Κωνσταντινίδης και Δ. Πατάκας, Διαχρονική μελέτη της επίδρασης της ρύπανσης του
περιβάλλοντος στο αναπνευστικό σύστημα των παιδιών της Πτολεμαϊδας. Ελληνική Ιατρική. 2007,
73 (4):321-327.
19. Χ. Κουτής, Θ. Κωνσταντινίδης, Μ. Ζέρβα, Κ. Τσαούλα και Δ. Μπούρχα, Η προαγωγή και αγωγή
υγείας στο χώρο του βρεφονηπιακού σταθμού. Ένα πρόγραμμα με έμφαση στην υποκειμενική
εκτίμηση κινδύνου. Κεφ. στο: Δ.-Μ. Κακανα και Γ. Σιμούλη (εκδ.), Η προσχολική εκπαίδευση στον
21ο αιώνα: Θεωρητικές προσεγγίσεις και διδακτικές πρακτικές. σσ. 172-180. Εκδ. Επίκεντρο. Αθήνα,
2007.
20. Α. Κουκουλιάτα, Δ. Τσανάκα, Α. Θώμογλου και Θ.Κ. Κωνσταντινίδης, Πνευμονική ίνωση
επαγγελματικής αιτιολογίας - Περιγραφή δύο περιτπώσεων αφορμή γιά πρόληψη και Υγιεινή και
Ασφάλεια στους χώρους εργασίας. Ελπίς. 2006, 10(1):63-74.
21. Θ.Κ. Κωνσταντινίδης, Γ. Στόϊου, Ν. Βαγιόκας, Α. Μαλαματάς και Β. Μακρόπουλος, Διαχρονικές
μεταβολές των μερικών πιέσεων O2 και CO2 στους εργαζόμενους ορυχείου της Βόρειας Ελλάδας.
Κεφ. στο: ΕΛ.ΙΝ.Υ.Α.Ε., Εργαλεία για την εφαρμογή των Ευρωπαϊκών οδηγιών στον τομέα της
υγείας. Πρακτικά. σσ. 553-556. Εκδ. ΕΛ.ΙΝ.Υ.Α.Ε. Αθήνα, 2004.
22. Θ.Κ. Κωνσταντινίδης, N. Μπουμπόπουλος και Γ.Α. Σταθόπουλος, Επιδημιολογική έρευνα για
μυοσκελετικές ενοχλήσεις σε εργαζόμενους ενός περιφερειακού νοσοκομείου. Κεφ. στο:
ΕΛ.ΙΝ.Υ.Α.Ε., Εργαλεία για την εφαρμογή των Ευρωπαϊκών οδηγιών στον τομέα της υγείας.
Πρακτικά. σσ. 238-240. Αθήνα, 2004.
23. Θ.Κ. Κωνσταντινίδης, N. Μπουμπόπουλος και Γ.Α. Σταθόπουλος, Συχνότητα παχυσαρκίας στους
εργαζόμενους του διοικητικού και νοσηλευτικού προσωπικού ενός Γενικού Περιφερειακού
Νοσοκομείου. Κεφ. στο: ΕΛ.ΙΝ.Υ.Α.Ε., Εργαλεία για την εφαρμογή των Ευρωπαϊκών οδηγιών στον
τομέα της υγείας. Πρακτικά. σσ. 633-636. Εκδ. ΕΛ.ΙΝ.Υ.Α.Ε. Αθήνα, 2004.
91
24. Λ. Σιχλετίδης, Α. Τσιότσιος, Α. Γαβριηλίδης, Α. Χλωρός, Ε. Βλαχογιάννης, Ε. Δασκαλοπούλου,
Θ. Κωνσταντινίδης, Κ. Ψαρράκος, Δ. Κουφογιάννης, Α. Σιούντας, Δ. Φιλίπου και Π. Σπύρου,
Επιπτώσεις των ραδιενεργών στοιχείων στην υγεία των κατοίκων του λεκανοπεδίου της Εορδαίας.
Ελληνική Ιατρική. 2003, 69(1):44-50.
25. Θ.Κ. Κωνσταντινίδης, Α. Μπένος και Θ. Αγοραστός, Γεωγραφικές διαφοροποιήσεις
επιδημιολογικών δεικτών του καρκίνου των γυναικολογικών οργάνων στην Ελλάδα και οι
αναγκαιότητες ανάπτυξης δικτύου καταγραφής του. Στο: Θ. Αγοραστός και Ι.Ν. Μπόντης (εκδ.),
Πρόληψη στην γυναικολογική ογκολογία. σσ. 47-63. Εκδ. University Studio Press. Θεσσαλονίκη,
2003.
26. Θ.Κ. Κωνσταντινίδης, Επιδημιολογία του εργατικού ατυχήματος. Στο: Λ. Σιχλετίδης (εκδ.), Ιατρική
της Εργασίας. Αναθεωρημένη έκδοση. σσ. 37-43. Εκδ. University Studio Press. Θεσσαλονίκη, 2002.
27. Θ.Κ. Κωνσταντινίδης, Βιομετρική μεθοδολογία σε μελέτες επαγγελματικής έκθεσης. Κεφ. στο: Λ.
Σιχλετίδης (εκδ.), Ιατρική της Εργασίας. σσ. 24-31. Εκδ. University Studio Press. Θεσσαλονίκη,
1999. Αναθεωρημένη έκδοση. σσ. 37-42. Εκδ. University Studio Press. Θεσσαλονίκη, 2002.
28. Λ. Σιχλετίδης, Ε. Δασκαλοπούλου, Ι. Τσιότσιος, Δ. Χλωρός, Χ. Ζερεφός, Ι. Ζιώμας, Κ.
Μιχαηλίδης, Θ.Κ. Κωνσταντινίδης, Π. Παλλάδας, Ο. Μαυρίδης και Λ. Σακκάς, Η επίδραση της
ρύπανσης της ατμόσφαιρας στο αναπνευστικό σύστημα των λιγνιτορύχων. Διαχρονική μελέτη.
Ελληνική Ιατρική. 2001, 67 (1): 57-65.
29. Θ.Κ. Κωνσταντινίδης και Θ. Αγοραστός, Περιγραφική επιδημιολογία του γυναικολογικού καρκίνου.
Woman’s Health. 2001 3(1):4-6.
30. Θ.Κ. Κωνσταντινίδης και Θ. Αγοραστός, Περιγραφική επιδημιολογία του γυναικολογικού καρκίνου.
Στο: Θ. Αγοραστός και Ι.Ν. Μπόντης (εκδ.), Πρόληψη και έγκαιρη διάγνωση του γυναικολογικού
καρκίνου. σσ. 65-79. Εκδ. University Studio Press. Θεσσαλονίκη, 2001.
31. Λ. Σιχλετίδης, Σ. Μάρκου, Δ. Χλωρός, Ε. Δασκαλοπούλου, Θ.Κ. Κωνσταντινίδης και Ι.
Τσιότσιος, Ο επιπολασμός του αλλεργικού άσθματος και ρινίτιδας στα παιδιά της Πολίχνης
Θεσσαλονίκης. Ελληνική Ιατρική. 2001, 67 (5-6): 274-279.
32. Ν. Σωτηρακόπουλος, Τ. Τσίτσιος, Θ.Κ. Κωνσταντινίδης, Ε. Καραγιάννη, Μ. Σταμπολίδου και Κ.
Μαυροματίδης, Παράγοντες που συμβάλλουν στην επιβάρυνση της νεφρικής λειτουργίας σε
ασθενείς με πολυκυστική νόσο των νεφρών τύπου ενηλίκων. Ελληνική Ιατρική. 2001, 67 (1): 84-89.
33. Θ.Κ. Κωνσταντινίδης, Π. Χριστάκη, Β. Τσάρα, Α. Καπετανγιώργης και Β.Χ.
Κατσουγιαννόπουλος, Επιδημιολογικοί και κλινικοί χαρακτήρες της φυματίωσης σε μετανάστες στη
Βόρεια Ελλάδα κατά τη δεκαετία του 90. Πνεύμων. 2000, 13 (1): 73-83.
34. Β. Τζιμούλη, Φ. Κανακούδη-Τσακαλίδου, Α. Γερμενής, Θ.Κ. Κωνσταντινίδης, Χ. Τσάνταλη, Β.
Δρόσου και Β.Χ. Κατσουγιαννόπουλος, Τιμές αναφοράς των συγκεντρώσεων των
ανοσοσφαιρινών και των παραγόντων του συμπληρώματος σε παιδιά ηλικίας 1 ημέρας έως 15 ετών.
Αρχεία Ελληνικής Ιατρικής. 2000, 17 (1): 12-17.
35. Θ.Κ. Κωνσταντινίδης, Επιδημιολογία του καρκίνου του αιδοίου. Στο: Θ. Αγοραστός, Δ. Βαβίλης και
Ι.Ν. Μπόντης (εκδ.), Πρωτογενής και δευτερογενής πρόληψη του γυναικολογικού καρκίνου. σσ. 8789. Εκδ. University Studio Press. Θεσσαλονίκη, 1999.
92
36. Θ.Κ. Κωνσταντινίδης, Κ. Δελίδου-Τσόγια, Μ.-Ι. Χολέβας, Α. Κώτσης και Β.Χ.
Κατσουγιαννόπουλος, Επιδημιολογικές παρατηρήσεις γιά την επίπτωση των νεοπλασμάτων στις
μεγάλες ηλικίες (άνω των 65 ετών). Ελληνική Ιατρική. 1999, 65 (4-5-6): 302-312.
37. Ν. Σωτηρακόπουλος, Τ. Τσίτσιος, Σ. Σπαΐα, Θ.Κ. Κωνσταντινίδης, Σ. Παναγούτσος, Δ.
Κανετίδης, Κ. Χατζηκωνσταντίνου, Β. Βαργεμέζης, Γ. Βαγιωνάς, Κ. Σόμπολος και Κ.
Μαυροματίδης, Επιβίωση των αιμοκαθαρόμενων ασθενών με πολυκυστική νόσο των νεφρών τύπου
ενηλίκων (ΠΚΝΕ). Συγκριτική πολυκεντρική μελέτη. Ελληνική Νεφρολογία. 1999, 11 (4): 559-565.
38. Θ.Κ. Κωνσταντινίδης, Ι. Πουρνάρας, Γ. Καπετάνος, Π.Σ. Διονέλλης και Γ. Κρασσάς, Περιγραφική
επιδημιολογία των καταγμάτων του μηριαίου στον ελληνικό πληθυσμό κατά τη χρονική περίοδο
1979-1992. Ορθοπαιδική. 1998, 11 (2): 25-39.
39. Μ. Αρβανιτίδου, Θ.Κ. Κωνσταντινίδης, Ι. Ντούτσος και Β.Χ. Κατσουγιαννόπουλος,
Οροεπιδημιολογική μελέτη της ηπατίτιδας Α σε εργαζόμενους Οργανισμού Αποχέτευσης. Δελτίο
Ελληνικής Μικροβιολογικής Εταιρείας. 1998, 43 (1): 38-43.
40. Γ.Ε. Κρασσάς, Φ. Παπαδοπούλου, Θ.Κ. Κωνσταντινίδης, Κ. Βαρσαμίδης και Θ. Καλτσάς, Ο
έλεγχος των δεικτών οστικού μεταβολισμού σε υπερθυρεοειδικούς ασθενείς πριν και μετά τη
θεραπεία. Οστούν. 1997, 8 (1): 11-19.
41. Θ.Κ. Κωνσταντινίδης, Κ. Ζαρογουλίδης, Π. Χατζηαποστόλου, Χ. Βάμβαλης και Β.Χ.
Κατσουγιαννόπουλος, Θνησιμότητα κατά ηλικία και φύλο από κακοήθη νεοπλάσματα του
πνεύμονος στην Ελλάδα κατά την περίοδο 1961-1993. Πνεύμων. 1997, 10 (3): 165-179.
42. Μ. Αρβανιτίδου-Βαγιωνά, Θ.Κ. Κωνσταντινίδης και Β.Χ. Κατσουγιαννόπουλος, Η χρήση
συμπληρωματικών διατροφικών ουσιών από φοιτητές. Στο: 3ο Μακεδονικό Συνέδριο Διατροφής και
Διαιτολογίας. Τόμος Πρακτικών. σσ. 168-171. Θεσσαλονίκη, 1997.
43. Β. Τσάρα, Α. Μανουσάκη, Α. Φιλανδριανός, Θ.Κ. Κωνσταντινίδης και Π. Χριστάκη, Μακροχρόνια
νυκτερινή μηχανική υποστήριξη της αναπνοής στη χρόνια αναπνευστική ανεπάρκεια. Πνεύμων.
1997, 10 (2): 113-119.
44. Α. Παπά, Μ. Αρβανιτίδου-Βαγιωνά, Θ.Κ. Κωνσταντινίδης και Β.Δ. Δανιηλίδης, Διασπορά της
Λιστέριας σε επιφανειακά νερά. Δελτίο Ελληνικής Μικροβιολογικής Εταιρείας. 1996, 41 (6): 575-579.
45. Ι. Πατσούρου, Δ. Βαβίλης, Θ.Κ. Κωνσταντινίδης, Κ. Αντωνιάδου, Σ. Καϊτανίδης, Θ. Αγοραστός,
Α. Λουφόπουλος και Ι. Μπόντης, Η στάση της σύγχρονης ελληνίδας απέναντι στον θηλασμό. Μιά
μελέτη στο βορειοελλαδικό χώρο. Στο: 11ο Βορειοελλαδικό Ιατρικό Συνέδριο. Τόμος Πρακτικών. σσ.
376-378. Εκδ. Ιατρική Εταιρεία Θεσσαλονίκης. Θεσσαλονίκη, 1996.
46. Φ. Παπαδοπούλου, Ν. Ποντικίδης, Θ.Κ. Κωνσταντινίδης και Γ.Ε. Κρασσάς, Μεταβολές οστικής
πυκνότητας και υπερθυρεοειδισμός. Οστούν. 1996, 7 (2): 72-78.
47. Ε. Γιάντσου, Θ.Κ. Κωνσταντινίδης, Ε. Καλαφάτη, Ε. Αμπερίδου και Χ. Τζημάκας, Η συμβολή της
ομαδικής μικροακτινογράφησης στην αποκάλυψη των πνευμονικών φυματικών αλλοιώσεων. Ερευνα
σε 11725 εργαζόμενους κατά το έτος 1995. Εκδ. Ινστιτούτο Νοσημάτων Θώρακα, Υγιεινής και
Ασφάλειας της Εργασίας. Παράρτημα Θεσσαλονίκης. Θεσσαλονίκη, 1996.
48. Κ. Μανδραβέλη, Θ.Κ. Κωνσταντινίδης, Β.Γ. Κιοσές, Ι. Ντούτσος, Ι. Δουμπόγιας και Β.Χ.
Κατσουγιαννόπουλος, Η ηπατίτιδα Β και οι χρήστες ενδοφλεβίως λαμβανομένων εξαρτησιογόνων
ουσιών στη Βόρεια Ελλάδα. Στο: 2ο Πανελλήνιο Συνέδριο Μελέτης Εξαρτησιογόνων Ουσιών. Τόμος
93
Πρακτικών. Επιμέλεια έκδοσης: Α.Γ. Παραδέλλης. σσ. 646-655. Εκδ. University Studio Press.
Θεσσαλονίκη, 1995.
49. Κ. Μανδραβέλη, Β.Γ. Κιοσές, Θ.Κ. Κωνσταντινίδης, Ι. Ντούτσος, Ι. Δουμπόγιας και Β.Χ.
Κατσουγιαννόπουλος, Η ηπατίτιδα C και οι χρήστες ενδοφλέβια εξαρτησιογόνων ουσιών στη
Βόρεια Ελλάδα. Στο: 2ο Πανελλήνιο Συνέδριο Μελέτης Εξαρτησιογόνων Ουσιών. Τόμος Πρακτικών.
Επιμέλεια έκδοσης: Α.Γ. Παραδέλλης. σσ. 473-482. Εκδ. University Studio Press. Θεσσαλονίκη,
1995.
50. Κ. Δελίδου-Τσόγια, Α. Γρηγοριάδου, Θ.Κ. Κωνσταντινίδης και Β. Κατσουγιαννόπουλος,
Κάπνισμα, χρήση καφέ και αλκοολούχων ποτών από εφήβους της Θεσσαλονίκης. Στο: 1ο
Πανελλήνιο Συνέδριο Μελέτης Τοξικομανιογόνων Ουσιών. Τόμος Πρακτικών. Επιμέλεια έκδοσης:
Α.Γ. Παραδέλλης. σσ. 631-639. Εκδ. University Studio Press. Θεσσαλονίκη, 1994.
51. Α. Γρηγοριάδου, Κ. Δελίδου-Τσόγια, Θ.Κ. Κωνσταντινίδης και Β. Κατσουγιαννόπουλος, Χρήση
παυσίπονων, ηρεμιστικών και τοξικομανιογόνων ουσιών από εφήβους και νεαρούς ενήλικες. Στο: 1ο
Πανελλήνιο Συνέδριο Μελέτης Τοξικομανιογόνων Ουσιών. Τόμος Πρακτικών. Επιμέλεια έκδοσης:
Α.Γ. Παραδέλλης. σσ. 586-592. Εκδ. University Studio Press. Θεσσαλονίκη, 1994.
52. Θ.Κ. Κωνσταντινίδης, Η συμβολή της στατιστικής μεθοδολογίας στην Ιατρική. Ελληνική Ιατρική.
1994, 60 (Παρ. 1): 27-37.
53. Α. Μπένος, Α. Αντωνοπούλου, Θ.Κ. Κωνσταντινίδης, Α. Δημητριάδου, Δ. Καραμιτοπούλου και
Β.Χ. Κατσουγιαννόπουλος, Η ικανοποίηση ασθενών - χρηστών τακτικών ιατρείων πρωτοβάθμιας
φροντίδας υγείας και νοσοκομείου. Στο: 8ο Βορειοελλαδικό Ιατρικό Συνέδριο. Τόμος Πρακτικών. σσ.
812-817. Εκδ. Ιατρική Εταιρεία Θεσσαλονίκης. Θεσσαλονίκη, 1993.
54. Θ.Κ. Κωνσταντινίδης, Τύρφη Φιλίππων, Λιγνίτες Μαυρολεύκης: Υγειονομικές και περιβαλλοντικές
επιπτώσεις από τη χρήση τους γιά ηλεκτροπαραγωγή. Δελτίο Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδας Τμήμα Ανατολικής Μακεδονίας. 1990, 1 (6): 104-108.
94
Περιλήψεις ελληνικών δημοσιεύσεων
01
Οι μέθοδοι ασφαλούς απομάκρυνσης του αμιάντου ως πρόβλημα δημόσιας υγείας και δημόσιας υγιεινής.
Θ.Κ. Κωνσταντινίδης
Τεχνικά. 2012, 3(19):16-17.
Η πολιτική της Διαχείρισης του Αμίαντου (Asbestos Management) περιλαμβάνει δύο στάδια: Το πρώτο είναι
ο εντοπισμός και η καταγραφή του αμιάντου. Το δεύτερο στάδιο είναι η οριστική απομάκρυνση του αμιάντου
με βάση τις μεθόδους ασφαλούς απομάκρυνσης. Στην Ελλάδα δεν έχει πραγματοποιηθεί ολοκληρωμένη
προσπάθεια υλοποίησης της πρώτης φάσης, ώστε να είναι γνωστές οι προτεραιότητες για απομάκρυνση του
αμιάντου. Ετσι αναδεικνύεται η αναγκαιότητα της εφαρμογής της προβλεπόμενης νομοθεσίας και της
θεώρησής της από τη σκοπιά της Δημόσιας Υγείας και Δημόσιας Υγιεινής. Συνοπτικά η εκδοχή που
παρουσιάζεται είναι ότι για ένα υλικό που είναι ύποπτο, σκόπικο είναι να υπάρχει καχυποψία.
02
Επιπτώσεις της διαχείρισης χημειοθεραπευτικών φαρμάκων στην υγεία των εργαζομένων στην τεχνόσφαιρα
του νοσοκομείου. Ανασκόπηση της βιβλιογραφίας.
Ε. Βάγκα, Θ.Κ. Κωνσταντινίδης και Αικ. Χατζάκη
Επιθεώρηση Κλινικής Φαρμακολογίας και Φαρμακοκινητικής. 2012, 30(1):91-95.
Σημαντικό μέρος της εξέλιξης της θεραπείας του καρκίνου βασίζεται στη χρήση χημειοθεραπευτικών
φαρμάκων. Η ανακάλυψη νέων δραστικών ουσιών, οι νέοι συνδυασμοί των ήδη γνωστών φαρμάκων και η
καλύτερη χρήση τους, με βάση τις γνώσεις της μοριακής βιολογίας, βοήθησαν σε σημαντική αύξηση της
πενταετούς επιβίωσης των ασθενών. Σκοπός της παρούσης ανασκοπικής εργασίας ήταν να ολοκληρωθεί μια
συστηματική ανασκόπηση, ώστε να διερευνηθούν οι επιπτώσεις στην υγεία των εργαζομένων που
διαχειρίζονται χημειοθεραπευτικά φάρμακα, με στόχο την μείωση της έκθεσης των εργαζομένων στους
κινδύνους που απορρέουν από τη διαχείριση των χημειοθεραπευτικών φαρμάκων και τη συμμόρφωση
εργαζομένων αλλά και των διοικήσεων των Νοσοκομείων, στους τρόπους, τους νόμους και τις διαδικασίες
που επιβάλλονται από τη συνεχή χρήση των χημειοθεραπευτικών. Η μεθοδολογία που ακολουθήθηκε
περιελάμβανε αναζήτηση με λέξεις κλειδιά (chemotherapy drugs, healthcare workers, administration,
occupational exposure, biological monitoring, guidelines, education), σε ηλεκτρονικές βάσεις δεδομένων
(Pubmed, Scopus), ανασκοπικών και ερευνητικών μελετών που εκπονήθηκαν σε εθνικό και διεθνές επίπεδο
και αναφέρονταν στη διαχείριση των χημειοθεραπευτικών φαρμάκων. Κριτήριο αποδοχής δεδομένων ήταν
όλες οι έρευνες οι οποίες αναδείκνυαν τις επιπτώσεις στην υγεία από την επαγγελματική έκθεση σε
χημειοθεραπευτικούς παράγοντες, ενώ τέθηκε χρονολογικός περιορισµός δεκαετίας, ώστε να
συμπεριληφθούν οι πιο πρόσφατες και ενημερωμένες έρευνες που αφορούν την συγκεκριμένη επιστημονική
περιοχή. Η διεθνής βιβλιογραφία καταδεικνύει τη σημαντικότητα της βιολογικής παρακολούθησης των
εργαζομένων, καθώς η έκθεσή τους στους χημειοθεραπευτικούς παράγοντες ενέχει κινδύνους για
τερατογενέσεις και πρόκληση καρκίνου. Επισημαίνεται πως για τη μείωση του κινδύνου της έκθεσης των
εργαζομένων, μείζονος σημασίας είναι η εκπαίδευσή τους, η ανάγκη εφαρμογής των οδηγιών για ασφαλή
διαχείριση των χημειοθεραπευτικών καθώς και η τήρηση των ασφαλιστικών δικλείδων. Επιπρόσθετα,
σημαντικό είναι παράλληλα οι διοικήσεις των Νοσοκομείων να συντάξουν και να ενστερνισθούν καλές
πρακτικές διαχείρισης στην εν γένει πολιτική τους καθώς και να επενδύσουν στην δημιουργία ασφαλούς
τεχνόσφαιρας. Συμπερασματικά οι επιπτώσεις στην υγεία των εργαζομένων που εκτίθενται σε
χημειοθεραπευτικούς παράγοντες καθώς και η αξιολόγηση και ανάδειξη νέων βιοδεικτών για την
παρακολούθηση της επαγγελματικής έκθεσης χρήζουν περαιτέρω διερεύνησης. Διαφαίνεται η ανάγκη να
προωθηθεί η έννοια της προστασίας, με την εκπαίδευση και τη δημιουργία νέων και πιο εξελιγμένων
οδηγιών. Επίσης, επιβάλλεται η δημιουργία Τμημάτων Υγιεινής και Ασφάλειας της Εργασίας στους
Νοσοκομειακούς χώρους για την αποτελεσματικότερη θωράκιση της υγείας των εργαζομένων από την
επαγγελματική έκθεση στους χημειοθεραπευτικούς παράγοντες.
95
03
Διερεύνηση εργασιακού στρες νοσηλευτικού προσωπικού - συγκριτική μελέτη μεταξή νοσοκομείων
πρωτεύουσας και περιφέρειας.
Μουστάκα Ελένη, Αντωνιάδου Φωτεινή, Μαλλιαρού Μαρία, Ζάντζος Ε. Ιωάννης, Κυριακή Κωνσταντία
και Θ.Κ. Κωνσταντινίδης
Ελληνικό Περιοδικό της Νοσηλευτικής Επιστήμης. 2012, 5(2):90-96.
Υπόβαθρο: Στην Ευρωπαϊκή Ένωση το άγχος που οφείλεται στην εργασία είναι το δεύτερο σε συχνότητα
πρόβλημα υγείας που σχετίζεται με την εργασία και επηρεάζει το 28% των εργαζομένων. Το εργασιακό
στρες αποτελεί ψυχοκοινωνικό παράγοντα κινδύνου στον εργασιακό χώρο και παρουσιάζεται όταν οι
απαιτήσεις που οφείλονται σε παράγοντες εργασίας ξεπερνούν την ικανότητα αντιμετώπισης ή ελέγχου της
κατάστασης.
Στόχοι: Η διερεύνηση του εργασιακού στρες σε νοσηλευτικό προσωπικό ενός Γενικού Πανεπιστημιακού
Νοσοκομείου της περιφέρειας και ενός Γενικού Νοσοκομείου της Αθήνας καθώς και ο προσδιορισμός τυχόν
διαφορών, στους παράγοντες που σχετίζονται με το στρες, στα δύο υπό εξέταση δείγματα.
Σχέδιο τοποθέτησης: Το δείγμα του πληθυσμού αποτέλεσαν νοσηλευτές και βοηθοί νοσηλευτών που
εργάζονται σε Γενικό Νοσοκομείο της Αθήνας και ενός Γενικού Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου της
περιφέρειας.
Συμμετέχοντες: Το δείγμα της μελέτης αποτέλεσαν 140 νοσηλευτές και βοη- θοί νοσηλευτών που επιλέχθηκαν
με την τεχνική της τυχαιοποίησης.
Μέθοδοι-Αποτελέσματα: Για την συγκέντρωση των ερευνητικών δεδομένων χρησιμοποιήθηκε: 1) Η κλίμακα
εργασιακού άγχους του Kahn et al (1964). 2) Ερωτηματολόγιο γενικών πληροφοριών. Για την στατιστική
επεξεργασία χρησιμοποιήθηκε το στατιστικό πακέτο SPSS version 15. Σύμφωνα με τα ευρήματα της έρευνας
το εργασιακό στρες των νοσηλευτών είναι υπαρκτό χωρίς να διαφοροποιείται σημαντικά μεταξύ των δύο υπό
εξέταση δειγμάτων. Στην ύπαρξη του εργασιακού στρες συμβάλουν ο αυξημένος φόρτος εργασίας καθώς και
η σύγκρουση μεταξύ επαγγελματικού και οικογενειακού ρόλου.
Συμπεράσματα: Η μελέτη των συνθηκών εργασίας και η διερεύνηση των παραγόντων εκείνων που ενδέχεται
να βλάψουν την υγεία του εργαζόμενου αποτελεί προϋπόθεση για την αποτελεσματική πρόληψή τους. Η
πρόληψη του επαγγελματικού στρες αλλά και γενικότερα των επαγγελματικών βλαπτικών παραγόντων για
την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων, πρέπει να αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της πολιτικής
διαχείρισης και των διαδικασιών παροχής και διασφάλισης ποιότητας της φροντίδας υγείας.
04
Διερεύνηση της επαγγελματικής έκθεσης νοσηλευτικού προσωπικού στα αντινεοπλασματικά φάρμακα.
Ε. Γεωργοπούλου, Θ. Καπάδοχος, Ε. Χουρίδου, Θ.Κ. Κωνσταντινίδης και Αικ. Χατζάκη
Επιθεώρηση Κλινικής Φαρμακολογίας και Φαρμακοκινητικής. 2012, 30(2):189-200.
Μελέτη για τις επιπτώσεις των φαρμάκων χημειοθεραπείας (κυτταροστατικών φαρμάκων) στην υγεία των
νοσηλευτών που τα διαχειρίζονται, στο πλαίσιο της υγιεινής και ασφάλειας της εργασίας. Το αποτελούμενο
δείγμα συνίσταται σε 16 νοσηλευτές οι οποίοι χειρίζονται κυτταροστατικά φάρμακα και σε 16 νοσηλευτές
άλλων καθηκόντων (ομάδα ελέγχου). Η μελέτη βασίστηκε στη μέθοδο του δομημένου ερωτηματολογίου το
οποίο διανεμήθη σε δείγμα 32 νοσηλευτών, εργαζόμενων στο Αττικό Νοσοκομείο το 2009. Το
ερωτηματολόγιο περιελάμβανε 57 ερωτήσεις κατανεμημένες σε ομάδες σχετικά με τις διαδικασίες
μεταφοράς/φύλαξης, διάλυσης, χορήγησης κυτταροστατικών φαρμάκων, συμβάντα ατυχημάτων καθώς και με
τις μεταβολές/διαταραχές στην κατάσταση της υγείας των νοσηλευτών. Τα επίπεδα σημαντικότητας είναι
αμφίπλευρα και η στατιστική σημαντικότητα τέθηκε στο 0,05. Τα επίπεδα σημαντικότητας ανέδειξαν
σημαντικά υψηλότερα ποσοστά διαταραχών υγείας στους χειριστές τοξικών φαρμάκων στις περιπτώσεις των
δερματικών ερεθισμών, της ξηρότητας των οφθαλμών και του βήχα (p=0,022, p=0,043 και p=0,015
αντίστοιχα). Δεν υπήρξε σημαντική διαφορά στην εμφάνιση γυναικολογικών προβλημάτων, ψυχοκοινωνικών
αντιδράσεων και εργασιακού άγχους. Τα αποτελέσματα υποδεικνύουν ως ενδεχόμενο τη βλάβη στην υγεία
από τη διαχείριση των κυτταροστατικών φαρμάκων και αποτελούν έναυσμα για περαιτέρω έρευνα σε μεγάλα
δείγματα εργαζομένων και σε πληθώρα νοσημάτων και εργαστηριακών εξετάσεων, με άξονα τις
προσεγγίσεις πρόληψης και προφύλαξης.
96
05
Η υγειονομική σημασία του νερού στις μονάδες αιμοκάθαρσης - τεχνητού νεφρού.
Κωνσταντινίδης Θ. Γ., Νικολαΐδης Χ., Αλεξανδροπούλου Ι. και Κωνσταντινίδης Θ.Κ.
Διεπιστημονική Φροντίδα Υγείας. 2011, 3(3): 93-97.
Κάθε εβδομάδα οι ασθενείς που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση εκτίθενται σε περίπου 400 λίτρα νερού, τα
οποία χρησιμοποιούνται για την παρασκευή των υγρών αιμοδιάλυσης. Η μικροβιολογική και χημική
ποιότητα του νερού που χρησιμοποιείται στις μονάδες τεχνητού νεφρού (ΜΤΝ), επομένως, πρέπει να είναι
απολύτως άρτια από υγειονομικής άποψης. Ο εργαστηριακός έλεγχος του νερού στις ΜΤΝ μπορεί να
προβλέψει τους μικροβιολογικούς και χημικούς κινδύνους και να προλάβει τις κλινικές εκδηλώσεις (π.χ.
λοιμώξεις, φλεγμονώδεις και τοξικολογικές αντιδράσεις) που σχετίζονται με την καθαρότητα των υγρών
αιμοδιάλυσης. Στην παρούσα ανασκόπηση περιγράφεται η σημασία του νερού στις ΜΤΝ, αναλύονται οι
μέθοδοι που χρησιμοποιούνται στη διασφάλιση της ποιότητας και αναδεικνύεται ο ενεργός ρόλος της
εργαστηριακής επιτήρησης στην πρόληψη των εν λόγω κινδύνων.
06
Κλίμακες - Ερωτηματολόγια αξιολόγησης της λειτουργικής κατάστασης και της μετά από θεραπεία
αποκατάστασης ασθενών με μυοσκελετικές παθήσεις.
Θ. Γούλα, Γ. Δρόσος, Θ.Κ. Κωνσταντινίδης και Δ. Βερέττας
Ορθοπαιδική. 2011, 24(1):25-46.
Η ανάδυση του βιοψυχοκοινωνικού προτύπου και ανεπαρκείς προσπάθειες για αξιολόγηση της υγειονομικής
περίθαλψης έχουν οδηγήσει στην ανάπτυξη των εκτεταμένων μετρήσεων αξιολόγησης για την υγεία.
Ονομάσθηκαν αρχικά κοινωνικοϊατρικοί δείκτες και προσπαθούν να υπολογίσουν σε ποιό βαθμό
διαταράσεται η Σχετιζόμενη με την Υγεία Ποιότητα Ζωής (HRQL). Σήμερα χρησιμοποιείται μεγάλος αριθμός
ερωτηματολογίων και κλιμάκων αξιολόγησης της HRQL. Μια μεγάλη ομάδα παθήσεων στις οποίες
αναφέρονται τα παραπάνω εργαλεία, είναι οι μυοσκελετικές παθήσεις. Η ταξινόμηση των
χρησιμοποιούμενων κλιμάκων - ερωτηματολογίων αξιολόγησης για τις μυοσκελετικές παθήσεις περιλαμβάνει
τα εξής: Ερωτηματολόγια Υποκειμενικής Αξιολόγησης που διαχωρίζονται σε Ερωτηματολόγια Χρησιμότητας
(Utility Measures), Γενικής Υγείας (General Health Questionnaires) και Ειδικής Υγείας (Disease Site Specific
Questionnaires), καθώς και στα Ερωτηματολόγια Αντικειμενικής Αξιολόγησης. Δείγμα της χρησιμότητας των
ερωτηματολογίων αξιολόγησης είναι η συνεισφορά στην επιλογή καλύτερης θεραπείας, η σύγκριση
αποτελεσματικότητας θεραπευτικών μεθόδων, η εκτίμηση αποτελεσματικότητας θεραπευτικών μεθόδων, η
εκτίμηση της ποιότητας των προσφερόμενων υπηρεσιών φροντίδας υγείας και η διεξαγωγή μελετών κόστους
- χρησιμότητας. Στη συγκεκριμένη εργασίας συγκεντρώνονται τα συχνότερα χρησιμοποιούμενα
ερωτηματολόγια και κλίμακες αξιολόγησης για τις μυοσκελετικές παθήσεις και περιγράφονται τα
σημαντικότερα και πλέον αντιπροσωπευτικά από αυτά.
07
Υποκειμενική εκτίμηση του επαγγελματικού κινδύνου στο χώρο του οδοντιατρείου.
Ελπιδοφόρος Σωτηριάδης, Θ. Κ. Κωνσταντινίδης, Βασίλης Δρακόπουλος και Μόρφω Κουρουκλάρη
Οδοντιατρικά Νέα. 2011, 1(3):4-5.
Η σημασία της ασφάλειας και υγείας στο χώρο εργασίας έχει αναγνωριστεί στις μέρες μας σε όλο τον κόσμο
γι’ αυτό και λαμβάνονται διάφορα μέτρα για την προστασία και προαγωγή της υγείας των εργαζομένων.
Ιδιαίτερα προγράμματα εφαρμόζονται στις προηγμένες χώρες όπου σε κάθε χώρο εργασίας, ανάμεσα σε
άλλα, απαιτείται να υπάρχει ο τεχνικός ασφάλειας, ενώ η υγεία των εργαζόμενων επιτηρείται από Ιατρούς
Εργασίας. Από τα προβλήματα αυτά δεν διαφεύγουν οι επαγγελματίες υγείας. Αντίθετα διάφοροι παράγοντες
κινδύνου απειλούν την υγεία τους στο χώρο εργασίας. Με σκοπό την προκαταρκτική εκτίμηση των
επαγγελματικών κινδύνων στο χώρο του οδοντιατρείου, πραγματοποιήθηκε μια έρευνα κατά το χρονικό
διάστημα από τον Μάιο μέχρι το Σεπτέμβριο 2010 ανάμεσα στα μέλη του Οδοντιατρικού Συλλόγου
Λευκωσίας - Κερύνειας. Η έρευνα αφορούσε στις γνώσεις, στάσεις και συμπεριφορές των Οδοντιάτρων
97
όσον αφορά στην εκτίμηση του επαγγελματικού κινδύνου και στα θέματα ασφάλειας και υγείας στο χώρο
εργασίας. Σε σχέση με τα μέσα ατομικής προστασίας, σχεδόν όλοι οι οδοντίατροι ανέφεραν ότι
χρησιμοποιούν πάντοτε γάντια και ποσοστό περίπου 90% ανέφερε ότι χρησιμοποιεί πάντοτε μάσκα
προσώπου και ποδιά. Ένας στους 2 οδοντίατρους χρησιμοποιεί πάντοτε επίσης γυαλιά. Όσον αφορά στα
θέματα ασφάλειας και πρόληψης του οδοντιατρείου, περίπου 2 στους 3 οδοντίατρους ανέφεραν ότι δεν
διαθέτουν φωτισμό ασφάλειας ή σήμανση ασφάλειας στο οδοντιατρείο, και 1 στους 2 οδοντίατρους ανέφερε
ότι δεν διαθέτει σύστημα πυρόσβεσης στο χώρο εργασίας. Επιπλέον, 2 στους 3 οδοντίατρους ανέφεραν ότι
υπάρχει ανάγκη για προγράμματα διαχείρισης των οδοντιατρικών αποβλήτων ενώ 3 στους 4 οδοντίατρους
επιθυμούν να συμμετάσχουν σε εκπαιδευτικό πρόγραμμα για τη διαχείριση των αποβλήτων. Για διάφορους
βλαπτικούς παράγοντες του χώρου εργασίας αναφέρθηκε ότι, περίπου 1 στους 2 οδοντίατρους μερικές
φορές ή συχνά εκτίθεται σε ψηλό θόρυβο στο οδοντιατρείο, ενώ 1 στους 2 οδοντίατρους εκτίθεται συχνά σε
ακτινοβολία. Επίσης, περίπου 1 στους 5 οδοντίατρους αντιμετωπίζει προβλήματα με τις δονήσεις και τον
εξαερισμό στο χώρο εργασίας. Ένας στους 2 οδοντίατρους (περίπου το 50%) αναφέρει ότι εκτίθεται μερικές
φορές ή συχνά σε σκόνες, διαλύτες, απορρυπαντικά και άλλες χημικές ουσίες στο οδοντιατρείο, ενώ το
ποσοστό συχνής έκθεσης σε απολυμαντικά ανέρχεται στο 77%. Σημαντικά ήταν επίσης τα ευρήματα της
έρευνας σε σχέση με τα συμπτώματα που αναφέρουν οι οδοντίατροι ότι αντιμετωπίζουν σε σχέση με το
επάγγελμά τους. Περίπου 1 στους 3 οδοντίατρους ανέφερε κούραση στα μάτια, και παρόμοιο ποσοστό
παραπονείται για μυοσκελετικά προβλήματα σε σχέση με το χώρο εργασίας όπως πόνοι στο αυχένα, στην
πλάτη, στους καρπούς και στη μέση. Σχετικά συχνές ήταν επίσης οι αναφορές για πονοκεφάλους. Επίσης, 1
στους 2 οδοντίατρους, ανέφερε ότι μερικές φορές ή συχνά αισθάνεται άγχος κατά την εργασία τους.
08
Ψυχική ευεξία και η σχέση της με το εργασιακό στρες. Ερευνα σε νοσηλευτικό προσωπικό.
Μουστάκα Ελένη, Χ. Κουτής, Φ. Μπαμπάτσικου, Π. Σαράφης, Μ. Μαλλιαρού και Θ.Κ. Κωνσταντινίδης
Ελληνικό Περιοδικό της Νοσηλευτικής Επιστήμης. 2011, 4(4):35-41.
Εισαγωγή: Σύμφωνα με έρευνες, υπάρχει μια ουσιώδης ένδειξη, ότι το επαγγελματικό στρες σχετίζεται με
χαμηλό επίπεδο αυτοαναφερόμενης σωματικής υγείας και ψυχικής ευεξίας.
Σκοπός: Ο σκοπός της παρούσας μελέτης ήταν η υποκειμενική εκτίμηση της ψυχικής ευεξίας του
νοσηλευτικού προσωπικού στην χώρα μας και η διερεύνηση της σχέσης του με το εργασιακό στρες που
αυτό βιώνει.
Υλικό και Μέθοδος: Το υλικό μας αποτέλεσαν 328 Νοσηλευτές και Βοηθοί νοσηλευτών, σε είκοσι
νοσοκομεία της πρωτεύουσας και της επαρχίας. Για τη συλλογή των δεδομένων χρησιμοποιήθηκε ανώνυμο,
αυτοσυμπληρούμενο, και σταθμισμένο ερωτηματολόγιο, διαμορφωμένο από α) Την εκτεταμένη κλίμακα
μέτρησης του στρες των Νοσηλευτών (ENSS), β) Το Ερωτηματολόγιο RAND 36-item Health Survey. Το
πρώτο μέρος του ερωτηματολογίου περιείχε ερωτήσεις καταγραφής κοινωνικό-δημογραφικών στοιχείων του
δείγματος και χαρακτηριστι- κών της εργασίας. Στο δεύτερο μέρος είχε ενσωματωθεί η Κλίμακα Μέτρησης
του Στρες στους Νοσηλευτές (Expanded Nursing stress scale) των Susan French, Rhonda Lenton, John Eyles
and Vivienne Walters. Στο τρίτο μέρος, για την αξιολόγηση της ψυχικής ευεξίας, χρησιμοποιήθηκε η
υποκλίμακα «Ψυχική ευεξία» του ερωτηματολογίου RAND 36-item Health Survey (Version 1.0).
Αποτελέσματα: Mε την στατιστική δοκιμασία Pearson, αναδείχθηκε μια αρνητική γραμμική σχέση, μεταξύ του
εργασιακού στρες και της ψυχικής ευεξίας (r = -0,347, p<0,001). Η ίδια σχέση αναδείχθηκε και μεταξύ της
ψυχικής ευεξίας και όλων ανεξαιρέτως των παραγόντων του εργασιακού στρες της κλίμακας ΕNSS, όπως
δείχνουν τα παρακάτω δεδομένα. «Φόρτο Εργασίας» (r =-0,340**, p<0,001), «Ασθενείς και οι συγγενείς
τους» (r=-0,311**, p<0,001), «Αβεβαιότητα για το θεραπευτικό αποτέλεσμα», (r=-0,293**, p<0,001),
«Διακρίσεις στον χώρο εργασίας», (r =-0,123*, p=0,028), «Διαμάχη με του γιατρούς», (r =-0,286**, p<0,001),
«Ανεπαρκής προετοιμασία για την κάλυψη των συναισθηματικών αναγκών των ασθενών και των συγγενών
τους», (r =-0,246**, p<0,001), «Προβλήματα με τους συναδέλφους», (r =-0,265**, p<0,001), «Επαφή με τον
θάνατο», (r =-0,196**, p<0,001), «Προβλήματα με τους προϊστάμενους»,(r=-0,357**,p<0,001), (* Η συσχέτιση
είναι σημαντική στο επίπεδο του 0,05 (),** Η συσχέτιση είναι σημαντική στο επίπεδο του 0,01)
Συμπεράσματα: Το συμπέρασμα της έρευνας, είναι ότι το εργασιακό στρες μπορεί να θεωρηθεί
προγνωστικός παράγοντας για διαταραχές της ψυχικής υγείας του νοσηλευτικού προσωπικού. Για να
καταστεί δυνατή η πρωταρχικής σημασίας διαχείριση του εργασιακού στρες στο χώρο των νοσηλευτικών
98
ιδρυμάτων, απαιτούνται υποδομές, εκπαιδευμένα στελέχη στην Υγιεινή και Ασφάλεια της Εργασίας, και
εστιασμένη πολιτική πρόληψης.
09
Η διαχείριση του αμιάντου στην Ελλάδα.
X. Γανδάς και Θ.Κ. Κωνσταντινίδης
Υγιεινή και Ασφάλεια της Εργασίας. 2010, 17(2):24-27.
Μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1990 δαπανήθηκαν τεράστια ποσά για την ασφαλή απομάκρυνση του
αμιάντου ακόμη και σε περιπτώσεις που η απομάκρυνση αυτή δεν ήταν άμεσα αναγκαία. Από τότε
επεκράτησε η πολιτική της Διαχείρισης του Αμίαντου (Asbestos Management), η οποία περιλαμβάνει δύο
στάδια. Το πρώτο στάδιο είναι ο εντοπισμός και η καταγραφή του αμιάντου. Κατά το στάδιο αυτό ελέγχεται ο
χώρος οπτικά, γίνεται δειγματοληψία και ανάλυση των υλικών και ακολούθως καταγράφεται ο αμίαντος.
Ταυτόχρονα, εκτός από την ποσοτική ανάλυση, διενεργείται και η ποιοτική ούτως ώστε να προσδιοριστεί ο
βαθμός προτεραιότητας απομάκρυνσης του αμιάντου. Το δεύτερο στάδιο είναι η οριστική απομάκρυνση του
αμιάντου με βάση τις μεθόδους ασφαλούς απομάκρυνσης. Έτσι, λοιπόν, με την ολοκλήρωση του πρώτου
σταδίου, όχι μόνο διασαφηνίζεται πού υπάρχει αμίαντος, τί είδος αμίαντος είναι, αλλά και σε ποιά
κατάσταση βρίσκεται. Με αυτόν τον τρόπο απομακρύνεται ο αμίαντος που βρίσκεται σε κακή κατάσταση και
αποτελεί άμεσο κίνδυνο, και προγραμματίζουμε τη σταδιακή απομάκρυνσή του με οργανωμένο τρόπο. Η
ύπαρξη, λοιπόν, ενός μητρώου αμιάντου αποτελεί την πρώτη προτεραιότητα για την αντιμετώπιση του
προβλήματος αυτού. Στην Ελλάδα ποτέ δεν έγινε μια ολοκληρωμένη προσπάθεια υλοποίησης της πρώτης
φάσης για τα κτήρια του δημόσιου τομέα. Με εξαίρεση τον Ο.Σ.Κ., όλες οι εργασίες που αφορούν στον
αμίαντο στο Δημόσιο ήταν αποσπασματικές και προϊόν πίεσης των εργαζομένων. Χρησιμοποιώντας και
αξιοποιώντας κονδύλια της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα μπορούσε να γίνει μία πλήρης καταγραφή των
αμιαντούχων υλικών στα δημόσια κτήρια και να δημιουργηθεί ένα μητρώο αμιάντου. Με βάση το μητρώο
αυτό, το κράτος θα μπορούσε να λάβει άμεσα μέτρα προστασίας, όπου απαιτούνταν, και να δρομολογήσει
οργανωμένα την απομάκρυνση του αμιάντου σε βάθος χρόνου. Ένα άλλο μεγάλο πρόβλημα στη διαδικασία
διαχείρισης του αμιάντου είναι η υγειονομική ταφή των αποβλήτων. Η μεγάλη πλειοψηφία των υλικών
αμιάντου που αποξηλώνεται στην Ελλάδα είναι κατασκευαστικά υλικά που αποτελούνται από
αμιαντοτσιμέντο. Υπάρχει οδηγία της Ευρωπαϊκής Ένωσης που επιτρέπει την απόθεση των υλικών αυτών
σε συμβατικά ΧΥΤΑ αρκεί να είναι συσκευασμένα με πλαστικό και να εναποτίθενται σε ξεχωριστές κυψέλες.
Παρ’ όλα αυτά, κανένα ΧΥΤΑ στην Ελλάδα δεν έγινε αποδέκτης των υλικών αυτών, αφού η αποδοχή ή όχι
των αποβλήτων επαφίεται αποκλειστικά στη διακριτική ευχέρεια της Διεύθυνσης των ΧΥΤΑ. Μόνη εξαίρεση
για ένα μικρό διάστημα αποτέλεσε το ΧΥΤΑ των Ταγαράδων στη Θεσσαλονίκη.
10
Περί Φορέα Ασφάλισης Επαγγελματικού Κινδύνου.
Σ. Δρίβας, Θ. Κουκουλάκη, Ε. Γεωργιάδου, Μ. Αναλυτής, Β. Δρακόπουλος και Θ.Κ. Κωνσταντινίδης
Κεφ. στο: Υγιεινή και Ασφάλεια στους Χώρους Εργασίας. Εκδ. Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδος,
Γενική Διεύθυνση Απασχόλησης και Κοινωνικών Υποθέσεων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Αθήνα, 2004. σσ.
5-17. Επανεκδ. Ελληνική Εταιρεία Ιατρικής της Εργασίας και Περιβάλλοντος. Αθήνα, 2010.
Η έλλειψη πρόληψης και αποτελεσματικής προστασίας της υγείας και ασφάλειας στην εργασία οδηγεί σε
εργατικά ατυχήματα, επαγγελματικές ασθένειες, αναπηρίες και σε απώλειες δυστυχώς και ανθρώπινων
ζωών. Όλα αυτά έχουν τεράστιο κόστος: ανθρώπινο κόστος για τους εργαζόμενους και τις οικογένειές τους,
επιχειρηματικό κόστος για τις επιχειρήσεις (αναρρωτικές άδειες, κόστος ασφάλισης, μείωση
παραγωγικότητας κλπ), κοινωνικό κόστος διότι επιβαρύνουν τα συστήματα υγειονομικής περίθαλψης και
κοινωνικής ασφάλισης. Η κατάσταση αυτή οφείλεται σε μια σειρά παράγοντες που συνοψίζονται στην
ελλιπή εφαρμογή της νομοθεσίας και των κανονισμών ΥΑΕ στους χώρους εργασίας και στον ελλιπή έλεγχο
της εργοδοτικής ευθύνης από τους ελεγκτικούς μηχανισμούς του κράτους. Η ασφαλιστική κάλυψη του
επαγγελματικού κινδύνου, πέρα από την κάλυψη των εργαζομένων για έξοδα περίθαλψης, αποκατάστασης
και σύνταξης (ανάλογα με την περίπτωση), πρέπει να συμβάλλει στην πρόληψη των εργατικών ατυχημάτων
και των επαγγελματικών ασθενειών. Σήμερα υφίσταται σχετική νομοθεσία, η οποία όμως δεν έχει εφαρμοστεί
99
επαρκώς, ενώ ορισμένες πλευρές δεν καλύπτονται επαρκώς και νομοθετικά (π.χ. διαδικασία αυξομείωσης
ασφάλιστρων, καλύψεις που παρέχονται στον εργαζόμενο κλπ). Η απουσία ενός ολοκληρωμένου
συστήματος «Ασφάλισης του Επαγγελματικού Κινδύνου» στη χώρα μας ικανού να παρέχει υπηρεσίες
πρόληψης και προαγωγής της εργασιακής υγείας και ασφάλειας, αποτελεί ανασταλτικό παράγοντα στις
διαδικασίες βελτίωσης των εργασιακών συνθηκών και συντηρεί την ανάπτυξη παθολογικών καταστάσεων.
11
Πέρα από τις πνευμονοκονιώσεις. Νεοεμφανιζόμενες διάμεσες επαγγελματικές πνευμονοπάθειες.
Ευαγγελία Νένα, Πασχάλης Στειρόπουλος, Θεόδωρος Κ. Κωνσταντινίδης και Δημοσθένης Μπούρος
Πνεύμων. 2010, 23(3):293-296.
Η ανάπτυξη της τεχνολογίας συνέβαλε στην ευρεία χρήση νέων ουσιών στις παραγωγικές διαδικασίες.
Δυστυχώς, η άγνοια των επιδράσεων τους στην υγεία, σε συνδυασμό με την απουσία μέτρων ατομικής
προστασίας, οδήγησε στην ανάπτυξη μεταξύ των εργαζομένων νόσων πέρα από τις «κλασικές» διάμεσες
επαγγελματικές πνευμονοπάθειες. Η έκθεση σε διακετύλιο μπορεί να οδηγήσει στην πρόκληση
αποφρακτικής βρογχιολίτιδας («πνεύμονας pop-corn»), ενώ διάμεσες πνευμονοπάθειες μπορεί να
προκληθούν ακόμη λόγω έκθεσης σε ίνες νάιλον, σε χρωστική Acramin-FWN (σύνδρομο Ardystil), σε οξείδιο
ίνδιου-κασσίτερου καθώς και λόγω εναπόθεσης νανοσωματιδίων και καύσης βιομάζας. Επιπλέον,
πνευμονίτιδα από υπερευαισθησία μπορεί να προκληθεί λόγω έκθεσης σε προσθετικά ζωοτροφών. Τέλος,
γνωστοί παράγοντες κινδύνου μέσω νέων εφαρμογών μπορεί να προκαλέσουν επαγγελματικές διάμεσες
πνευμονοπάθειες.
12
Ποιότητα Υπηρεσιών Υγείας σε Χώρους Εργασίας.
Μ. Μαλλιαρού, Κ. Καραθανάση, Ε. Μουστάκα, Π. Σαράφης και Θ.Κ. Κωνσταντινίδης
Επιθεώρηση Υγείας. 2009, 20(118):21-26.
Στη συγκεκριμένη εργασία διερευνάται η ανάλυση των δεικτών ποιότητας, που η μέτρησή τους έχει
εφαρμογή σε χώρους επείγοντος, όπως είναι το Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών (ΤΕΠ) και η Μονάδα
Εντατικής Θεραπείας (ΜΕΘ). Οι χώροι παροχής υπηρεσιών υγείας επείγοντος χαρακτήρα, οφείλουν να
έχουν ως στόχο την ποιότητα. Η μέτρηση συγκεκριμένων δεικτών, επιδιώκει την παρακολούθηση και
αξιολόγηση δεδομένων και αποτελεσμάτων, που πιστοποιύν την ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών
φροντίδας υγείας. Πρόκειται για συστηματική ανασκόπηση με εστίαση στις λέξεις κλειδιά: ΤΕΠ, ΜΕΘ,
ασφάλεια, ποιότητα, ανταποκρισιμότητα, ικανοποίηση, αποτελεσματικότητα, αποδοτικότητα, καταλληλότητα,
προσβασιμότητα και ικανότητα. Η ροή των ασθενών, η έγκαιρη ανίχνευση κάποιας ασθένεις, η ασφάλεια του
ασθενή, οι χρόνοι αναμονής, η προσβασιμότητα και η αποτελεσματικότητα του ΤΕΠ, αλλά και ο έλεγχος των
λοιμώξεων, το ποσοστό θνητότητας, η ανακούφιση από τον πόσο και πλήθος άλλων δεικτών που σχετίζονται
με τη στελέχωση, τον ιατροτεχνολογικό εξοπλισμό, την απουσία λαθών από το ιατρικό και νοσηλευτικό
προσωπικό στη ΜΕΘ, είναι μερικοί από τους παράγοντες που διαμορφώνουν την ποιότητα και επηρεάζουν
την ικανοποίηση των χρηστών των παρεχομένων υπηρεσιών φροντίδας υγείας στους χώρους του
επείγοντος.
13
Απεικονιστικά και σπιρομετρικά ευρήματα σε εργαζόμενους που εκτέθηκαν σε χαμηλές συγκεντρώσεις
χρυσοτίλη.
Λ. Σιχλετίδης, Δ. Χλωρός, Δ. Σπυράτος, Θ. Κωνσταντινίδης, Ι. Φουρκιώτου και Σ. Μάρκου
Ελληνική Ιατρική. 2009, 75 (2):154-162.
Σκοπός της εργασίας ήταν η μελέτη των ακτινολογικών ευρημάτων και συσχέτισή τους με παραμέτρους
επαγγελματικής έκθεσης και αναπνευστικής λειτουργίας των εργαζομένων σε εργοστάσιο αμιαντοτσιμέντου
που λειτούργησε στη Γέφυρα της Θεσσαλονίκης από το 1968 έως και το 2004. Χρησιμοποιήθηκε
αποκλειστικά χρυσοτίλης υψηλής καθαρότητας. Μελετήθηκαν οι εν ζωή 266 συνταξούχοι και εργαζόμενοι
από τους συνολικά 317, οι οποίοι υποβλήθηκαν σε απλή ακτινογραφία θώρακα και απλή σπιρομέτρηση,
100
ενώ 113 από αυτούς και σε υψηλής ευκρίνειας αξονική τομογραφία θώρακα (HRCT), πλήρη σπιρομέτρηση
και διάχυση με μονοξείδιο του άνθρακα. Η συγκέντρωση των ινών αμιάντου στον αέρα του εργοστασίου
μετρήθηκε με ειδική αντλία και μικροσκόπηση του φίλτρου της αντλίας. Παθολογικά ευρήματα στην
ακτινογραφία θώρακα παρουσίασαν 55 εξετασθέντες (17,4%), ενώ παρεγχυματικές βλάβες διαπιστώθηκαν
μόνο σε έναν. Οι ακτινολογικές βλάβες συσχετίζονταν με την ηλικία και το κάπνισμα. Παθολογικά ερήματα
στην HRCT θώρακα παρουσίασαν 74 εξετασθέντες (65,5%) από τα οποία 61,1% ήταν υπεζωκοτικά και
33,6% παρεγχυματικά. Αυτά συσχετίζονταν με την ηλικία, το χρόνο έκθεσης, το διάστημα που παρήλθε από
την πρώτη έκθεση, καθώς και με όλες τις σπιρομετρικές παραμέτρους της αναπνευστικής λειτουργίας.
Συπερασματικά, οι ακτινολογικές βλάβες που προκαλούνται από την έκθεση ακόμα και σε εξαιρετικά
χαμηλές συγκεντρώσεις ινών αμιάντου (χρυσοτίλη) είναι συχνές. Η HRCT θώρακα ως μέθοδος για την
ανίχνευση των βλαβών υπερτερεί σημαντικά της απλής ακτινογραφίας θώρακα. Η αναπνευστική λειτουργία
επηρεάζεται σε μικρό βαθμό και κυρίως λόγω του καπνίσματος.
14
Γνώση και συμπεριφορά των εργαζομένων απέναντι στους κινδύνους κατά τη μεταφορά και φύλαξη των
χημειοθεραπευτικών φαρμάκων στο χώρο του νοσοκομείου.
Ε. Βάγκα, Π. Δαλλίδου, Π. Μπάστα, Μ. Παράβα, Α. Τσελίκα, Ο. Τζερεμέ, Μ. Στοϊκίδου, Φ. Ανθούλη, Α.
Χατζάκη και Θ.Κ. Κωνσταντινίδης
Επιθεώρηση Κλινικής Φαρμακολογίας και Φαρμακοκινητικής. 2008, 26(2):135-140.
Σκοπός της μελέτης ήταν τόσο η καταγραφή της γνώσης και της συμπεριφοράς των εργαζομένων απέναντι
στους κινδύνους, οι οποίοι υπάρχουν κατά τη μεταφορά και φύλαξη των χημειοθεραπευτικών φαρμάκων,
όσο και η διερεύνηση των κεκτημένων γνώσεων και των πηγών πληροφόρησης των εργαζομένων που
εμπλέκονται με τα συγκεκριμένα φάρμακα. Το υλικό της μελέτης αποτέλεσαν οι εργαζόμενοι εικοσιτεσσάρων
δημόσιων και ιδιωτικών νοσοκομείων της ελληνικής επικράτειας, οι οποίοι έρχονται σε επαφή με
χημειοθεραπευτικά φάρμακα. Για τη συλλογή των ερευνητικών δεδομένων χρησιμοποίηθηκε ειδικό
ερωτηματολόγιο για τις ανάγκες της μελέτης. Οι εργαζόμενοι σε ποσοστό 71,6% απάντησαν θετικά στη λήψη
μέτρων Ατομικής Προστασίας κατά τη μεταφορά και φύλαξη των κυτταροστατικών, ωστόσο δεν είναι διόλου
ευκαταφρόνητο το γεγονός ότι υφίσταται ποσοστό 28,4% που δεν λαμβάνει καθόλου προστατευτικά μέτρα.
Το ποσοστό των εργαζομένων που είναι ενήμερο για το βαθμό επικινδυνότητας των χημειοθεραπευτικών
φαρμάκων είναι της τάξης του 78%, ενώ αρκετοί από τους εργαζόμενους (45,5%) δεν έχουν ενημερωθεί για
τον ασφαλή χειρισμό των χημειοθεραπευτικών. Οι εργαζόμενοι απάντησαν σε ποσοστό 92,9% ότι δεν έχουν
έρθει σε επαφή με Ιατρό Εργασίας, ενώ το 89,9% δεν είχε έρθει σε επαφή με Τεχνικό Ασφαλείας.
Συμπερασματικά, είναι θετικό ότι οι εργαζόμενοι γνωρίζουν τα Μέτρα Ατομικής Προστασίας, τα οποία και
λαμβάνουν κατά τη μεταφορά και τη φύλαξη των χημειοθεραπευτικών φαρμάκων. Διαπιστώθηκε επίσης, ότι,
άν και οι εργαζόμενοι είναι ενήμεροι για το βαθμό επικινδυνότητας των χημειοθεραπευτικών φαρμάκων, δεν
έχουν ενημερωθεί για τον ασφαλή χειρισμό τους. Η ουσιαστική έλλειψη στους νοσοκομειακούς χώρους
Ιατρού Εργασίας και Τεχνικού Ασφαλείας καταδεικνύει το μεγάλο πρόβλημα της εκπαίδευθσης, ενημέρωσης
και ιατρικής επιτήρησης των εργαζομένων, το οποίο διαφαίνεται ως ο σημαντικότερος ανασταλτικός
παράγοντας για την ασφαλή διαχείριση των επικίνδυνων φαρμάκων.
15
Η ανταποκρισιμότητα των δευτεροβάθμιων υπηρεσιών υγείας στην Ελλάδα.
Ν.Β. Δανιηλίδου, Θ.Κ. Κωνσταντινίδης και Ι. Κυριόπουλος
Ελληνική Ιατρική. 2008, 74(4):334-341.
Μέχρι πρόσφατα η έννοια της ικανοποίησης των χρηστών από της υπηρεσίες παροχής φροντίδας υγείας
αποτελούσε το βασικό εργαλείο στην αξιολόγηση των παρεχόμενων υπηρεσιών. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός
Υγείας (Π.Ο.Υ.) προτείνει την ανταποκρισιμότητα, ως νέο μεθοδολογικό εργασλείο για την αξιολόγηση των
συστημάτων υγείας. Η ανταποκρισιμότητα αναφέρεται στην αποτίμηση της εμπειρίας των χριστών κατά την
επαφή τους με σύστημα υγείας, σε σχέση με όλες τις μη ιατρικές πλευρές της συναλλαγής τους με αυτό. Ο
κύριος στόχος της συγκεκριμένης ερευνητικής εργασίας είναι η διερεύνηση της ανταποκρισιμότητας των
δευτεροβάθμιων υπηρεσιών φροντίδας υγείας του ελληνικού συστήματος υγείας, η οποία φαίνεται ότι είναι
101
χαμηλή. Τα κοινωνικοοικονομικά χαρακτηριστικά των πολιτών φαίνεται ότι επιδρούν στο επίπεδο
ανταποκρισιμότητας. Τα κύρια προβλήματα των χρηστών είναι η αδυναμία επιλογής υγειονομικής μονάδας
και προμηθευτή και η έλλειψη αυτονομίας στη λήψη των αποφάσεων για τα προβλήματα υγείας τους. Η
ανταποκρισιμότητα του ιδιωτικού τομέα παροχής δευτεροβάθμιας περίθαλψης υπερτερεί γενικά έναντι του
δημόσιου.
16
Η αποξήρανση των Τεναγών Φιλίππων και της λίμνης Κωπαϊδας. Το διπλό νόημα της υγειονομικής πολιτικής
και κοινωνικής ανάπτυξης στο Μεσοπόλεμο.
Θ.Κ. Κωνσταντινίδης
Κεφ. στο: Ι. Κυριόπουλος (εκδ.), Δημόσια Υγεία και Κοινωνική Πολιτική: Ο Ελευθέριος Βενιζέλος και η Εποχή
του. σσ. 235-244. Εκδ. Παπαζήση. Αθήνα, 2008.
Η δραστική παρέμβαση στους περιβαλλοντικούς νοσογόνους παράγοντες, που ξεκίνησε από τις κυβερνήσεις
Βενιζέλου (κατά τη λεγόμενη μηχανική φάση της Υγιεινής) και ολοκληρώθηκε μεταπολεμικά, αφορά την
αποξήρανση των Τεναγών των Φιλίππων. Απότοκο των περιβαλλοντικών αλλαγών ήταν τόσο η βελτίωση της
κατάστασης της υγείας του πληθυσμού, όσο και σημαντικές κοινωνικές και οικονομικές μεταβολές. Για την
περιοχή της Ανατολικής Μακεδονίας, με την αποξήρανση των Τεναγών των Φιλίππων, πρωτίστως υπήρξε η
ευχέρεια να δοθούν προς καλλιέργεια ιδιαίτερα εύφορες εκτάσεις (σε μια περίοδο που ήταν απαραίτητο να
βρεθούν δυνατότητες απασχόλησης για τους νεοεγκατασταθέντες πρόσφυγες της μικρασιατικής
καταστροφής), με παράπλευρες επιπτώσεις στο πρότυπο νοσηρότητας του πληθυσμού κατά την περίοδο του
ανθελονοσιακού αγώνα. Με την έννοια αυτήν, ο πρωταρχικός στόχος ήταν η κοινωνική πολιτική, στα
πλαίσια της διανομής κλήρου στους πρόσφυγες, χωρίς αντιπαραθέσεις με τους γηγενείς κατοίκους της
περιοχής: εύφορες εκτάσεις για καλλιέργεια που δεν προϋπήρχαν της ανταλλαγής πληθυσμών. Οι εκτάσεις
αυτές προσφέρονταν για καλλιέργειες δημητριακών (επομένως προϊόντων άμεσα χρηστικών για διατροφή)
και καπνού, ενώ ταυτόχρονα ο κλήρος που διανεμήθηκε σε κάθε οικογένεια προσφύγων περιελάμβανε και
μικρή ορεινή ή ημιορεινή έκταση για αμπελοκαλλιέργεια και ευχέρεια παρασκευής αλκοολούχων. Με τον
τρόπο αυτόν, η καλά σχεδιασμένη κοινωνική πολιτική της εποχής, έδινε τη δυνατότητα στους νεοφερμένους
πρόσφυγες να έχουν άμεσα, προϊόντα για διατροφή, αλλά και για στοιχειώδεις απολαύσεις (καπνός και
αλκοόλ, με την πώληση των οποίων μπορούσε να αποκτηθεί και ένα στοιχειώδες εισόδημα). Τα μείζονα
ζητήματα που αποτέλεσαν τις προτεραιότητες της πολιτικής που σχεδιάσθηκε και εφαρμόσθηκε κυρίως κατά
την περίοδο του Μεσοπόλεμου, ήταν στοχευμένες διέξοδοι στα ζητήματα της απασχόλησης, της διατροφής
και της εγγένει διαβίωσης του πληθυσμού, που εγκαταστάθηκε στην περιοχή. Με βάση τα παραπάνω,
πρέπει να θεωρηθεί ότι οι υγειονομικές επιπτώσεις ήταν συνακόλουθο των κοινωνικών προτεραιοτήτων, που
όμως λειτούργησαν δραστικά στον περιορισμό της νοσηρότητας (και της σχετιζόμενης θνησιμότητας), που
οφείλονταν σε λοιμώδη και παρασιτικά νοσήματα, στους πολίτες που εργάζονταν και κατοικούσαν στις
ελώδεις περιοχές της πεδιάδας Δράμας - Φιλίππων - Σερρών.
17
Νεώτερες καμπύλες αύξησης σε παιδιά ηλικίας 0-17 ετών της Βορείου Ελλάδος - Θεσσαλίας.
Β. Αϊβάζης, Α. Βασιλειάδης, Δ. Αϊβάζη, Ε. Φούντιλα, Σ. Γάκη, Θ. Κωνσταντινίδης, Ε. Μπούρλη, Ι.
Ντόπης, Μ. Σεϊζη, Δ. Χατζηγεωργίου, Σ. Φιλιππίδης και Α. Χατζημιχαήλ
Νέα Παιδιατρικά Χρονικά. 2007, 7(3):163-183.
Τα σωματομετρικά στοιχεία: βάρος σώματος, ύψος, περίμετρος κεφαλής και δείκτης μάζας σώματος,
εξαρτώνται από γενετικούς και περιβαλλοντικούς παράγοντες. Επειδά τα περιβαλλοντικά αίτια είναι
εξαρτημένα της κοινωνικο-οικονομικής πορείας της κάθε χώρας, αλλά και τα γενετικά είναι ποικίλα στις
διάφορες φυλές και εθνικότητες, είναι ανάγκη η κάθε χώρα να έχει δικά της πρότυπα αύξησης και ανάπτυξης
για τη σωστή εκτίμηση της αυξητικής πορείας της ανάπτυξης των παιδιών. Στην αεργασία αυτήν, η συλλογή
του υλικού πραγματοποιήθηκε μεταξύ 2002 και 2005 και συμπεριέλαβε 13.617 παιδιά εκ των οποίων 6.749
ήταν αγόρια και 6.868 κορίτσια όλων των ηλικιών (0-17 ετών), από την πόλη και το νομό Θεσσαλονίκης, την
Καρδίτσα, τη Νάουσα και την Αλεξανδρούπολη με σκοπό τα νέα αυτά σωματομετρικά στοιχεία να
αποτελέσουν μετά από την ενδεδειγμένη βιοστατιστική ανάλυση, νεώτερες καμπύλες. Τα ευρήματα δείχνουν
102
υψηλότερες σχετικά εκατοστιαίες θέσεις συγκριτικά με τις υφιστάμενες τιμές στον ελλαδικό χώρο πρόσφατες
και παλαιότερες.
18
Διαχρονική μελέτη της επίδρασης της ρύπανσης του περιβάλλοντος στο αναπνευστικό σύστημα των παιδιών
της Πτολεμαϊδας.
Λ. Σιχλετίδης, Δ. Χλωρός, Α. Τριανταφύλλου, Β. Ευαγγελόπουλος, Δ. Σπυράτος, Α. Τσιότσιος, Θ.
Κωνσταντινίδης και Δ. Πατάκας
Ελληνική Ιατρική. 2007, 73 (4):321-327.
Δεδομένου ότι η ατμοσφαιρική ρύπναση έχει δυσμενείς επιπτώσεις στην υγεία, διερευνήθηκε η επίδραση
της διαχρονικής βελτίωσης του περιβάλλοντος στο αναπνευστικό σύστημα των παιδιών στην Πτολεμαϊδα της
Εορδαίας, η οποία αποτελεί μια από τις πλέον επιβαρυμένες περιοχές της Ελλάδας από άποψη
ατμοσφαιρικής ρύπανσης με κύριο ρύπο την ιπτάμενη τέφρα, λόγω της καύσης ανθρακούχων ενεργειών
κοιτασμάτων. Η έρευνα πραγματοποιήθηκε κατά το χρονικό διάστημα 1991-1992 και 2000-2002. Στη μελέτη
συμμετείχαν παιδιά ηλικίας 9-12 ετών, στην πρώτη φάση 1086, ενώ στη δεύτερη φάση 1046. Η όλη έρευνα
συμπεριελέμβανε συμπλήρωση ειδικού ερωτηματολογίου, σπιρομέτρηση και ρινομανομέτρηση. Τα
αποτελέσματα έδειξαν ότι η μέση ετήσια συγκέντρωση των TSP στον ατμοσφαιρικό αέρα ελαττώθηκε
διαχρονικά από 187 σε 105 μg/m2 και των ΡΜ10 από 75 σε 49 μg/m2. Ο συριγμός ελαττώθηκε διαχρονικά
από 5,4 σε 4,1%, ο χρόνιος βήχας από 11,8 σε 4,9% (p<0,001), ενώ η οξεία δύσπνοια αυξήθηκε από 8,9 σε
9,2%. Τα συμπτώματα του μετά κόπωση άσθματος αυξήθηκαν από 7,9 σε 8,8% και η συχνότητα του ιατρικά
διαγνωσμένου άσθματος από 4,9 σε 6,9% (p<0,05). Τα ρινικά συμπτώματα μολονότι ελαττώθηκαν(από 43,4
σε 40,3%) παρέμειναν σε υψηλά επίπεδα. Από τις μετρήσεις της αναπνευστικής λειτουργίαςπαρατηρήθηκε
επιδείνωση, ενώ η ρινική λειτουργία δεν μεταβλήθηκε ουσιαστικά. Συμπεραίνεται ότι η συχνότητα του
άσθματος δεν επηρεάζεται, ωστόσο αυξάνεται ακολουθώντας τις παγκόσμιες τάσεις.
19
Η προαγωγή και αγωγή υγείας στο χώρο του βρεφονηπιακού σταθμού. Ένα πρόγραμμα με έμφαση στην
υποκειμενική εκτίμηση κινδύνου.
Χ. Κουτής, Θ. Κωνσταντινίδης, Μ. Ζέρβα, Κ. Τσαούλα και Δ. Μπούρχα
Κεφ. στο: Δ.-Μ. Κακανα και Γ. Σιμούλη (εκδ.), Η προσχολική εκπαίδευση στον 21ο αιώνα: Θεωρητικές
προσεγγίσεις και διδακτικές πρακτικές. σσ. 172-180. Εκδ. Επίκεντρο. Αθήνα, 2007.
Ο όρος αγωγή υγείας συναντάται συχνά τα τελευτάι χρόνια στους χρόνους προσχολικής αγωγής, τόσο μέσα
από θεσμοθετημένες δομές (αναλυτικό πρόγραμμα), όσο και από άτυπες επιλογές των εργαζομένων, και έχει
στόχο την πρόληψη της ασθένειας ή της βλάβης και την προαγωγή μιάς θετικής υγείας. Ειδικότερα, ο
βρεφονηπιακός σταθμός αποτελεί το θεσμό που παρέχει αγωγή και φροντίδα για τα πολύ μικρά παιδιά και
εκεί ένα σύνολο επαγγελματιών διαφόρων ειδικοτήτων, από διαφορετική θέση και μέσα από
ομαδοσυνεργατικές διαδικασίες, φροντίζει για τα εκπαιδευτικά προγράμματα, αλλά παράλληλα οφείλει να
μεριμνά και για την καλή υγεία νηπίνων και εργαζομένων. Επιπλέον, η εκτίμηση κινδύνου χαρακτηρίζεται ως
το απόλυτα απαραίτητο εργαλείο για το σχεδιασμό και την οργάνωση μιάς ουσιαστικής παρέμβασης στο
εργασιακό περιβάλλον με στόχο τη διαφύλαξη και προαγωγή της υγείας. Η συγκεκριμένη εργασία
παρουσιάζει ένα πρόγραμμα αγωγής και προαγωγής της υγείας στο χώρο ενός βρεφονηπιακού σταθμού,
χρησιμοποιώντας την ανάλυση υποκειμενικής εκτίμησης κινδύνου στο χώρο εργασίας.
20
Πνευμονική ίνωση επαγγελματικής αιτιολογίας - Περιγραφή δύο περιτπώσεων αφορμή γιά πρόληψη και
Υγιεινή και Ασφάλεια στους χώρους εργασίας.
Α. Κουκουλιάτα, Δ. Τσανάκα, Α. Θώμογλου και Θ.Κ. Κωνσταντινίδης
Ελπίς. 2006, 10(1):63-74.
Περιγραφή δύο περιστατικών, ανδρών ηλικίας 50 και 80 ετών με εγκατεστημένη πνευμονική ίνωση με
τεκμηρίωση της αιτιολογίας τους με βάση το επαγγελματικό ιστορικό τους (επαγγελματική έκθεση στο
103
αλεύρι). Με αφορμή την παρουσίαση των δύο περιστατικών τίθενται τα ζητήματα της πρόληψης και της
αγωγής και προαγωγής της υγείας για τους εργαζόμενους, καθώς της αναγκαιότητας για λήψη μέτρων
προστασίας κατά την εργασία.
21
Διαχρονικές μεταβολές των μερικών πιέσεων O2 και CO2 στους εργαζόμενους ορυχείου της Βόρειας
Ελλάδας.
Θ.Κ. Κωνσταντινίδης, Γ. Στόϊου, Ν. Βαγιόκας, Α. Μαλαματάς και Β. Μακρόπουλος
Κεφ. στο: ΕΛ.ΙΝ.Υ.Α.Ε., Εργαλεία για την εφαρμογή των Ευρωπαϊκών οδηγιών στον τομέα της υγείας.
Πρακτικά. σσ. 553-556. Εκδ. ΕΛ.ΙΝ.Υ.Α.Ε. Αθήνα, 2004.
Γιά τις ανάγκες της μελέτης αυτής έγιναν επιτοπίως μετρήσεις στο περιβάλλον εργασίας, βιολογικές
μετρήσεις στους εργαζόμενους, αλλά επίσης διερευνήθηκαν και τα αρχεία με τις ιατρικές εγγραφές που
τηρούνται στο Ιατρείο της επιχείρησης. Γιά τη συγκεκριμένη μελέτη αναλύθηκαν βιοστατιστικά οι τιμές των
μερικών πιέσεων των αερίων του αίματος των εργαζομένων. Οι μετρήσεις είχαν γίνει στα πλαίσια του
περιοδικού ελέγχου της υγείας των εργαζομένων σε ανεξάρτητα εργαστήρια (δημόσια και ιδιωτικά) κατά τα
έτη 1998 και 2001. Η επιδημιολογική και βιοστατιστική ανάλυση των δεδομένων έγινε με τη χρήση
κατάλληλου λογισμικού. Οσον αφορά τις αλλαγές στην οργάνωση της εργασίας, αξίζει να επισημανθεί ότι
από τριετίας έγινε αλλαγή στον τύπο οχημάτων εξόρυξης που χρησιμοποιούνται στις υπόγειες
εγκαταστάσεις. Τα πνευματικά εκσκαπτικά οχήματα του παρελθόντος αντικαταστάθηκαν από οχήματα
πετρελαιοκίνητα γιά λόγους που σχετίζονταν με την ιπποδύναμή τους. Οι εργαζόμενοι κατανεμήθηκαν σε
τρεις ομάδες ανάλογα με τον τύπο της απασχόλησής τους σε εργαζόμενους στις διοικητικές και οικονομικές
υπηρεσίες (39 εργαζόμενοι) και όσον αφορά το τμήμα της παραγωγής σε εργαζόμενους στην επιφάνεια
υπηρεσίες (92 εργαζόμενοι) είτε στις υπόγειες στοές υπηρεσίες (128 εργαζόμενοι). Σύμφωνα με τις μετρήσεις
του 1998 οι εργαζόμενοι στα γραφεία είχαν PCO2 37.3±3.5, στις στοές 37.0±3.9 και στην επιφάνεια
37.5±3.3. Οι αντίστοιχες τιμές του 2001 ήταν: γραφεία: 38.2±3.2, υπόγειοι 37.8±3.1 και επιφανειακοί
38.4±2.6. Παρά το γεγονός ότι οι τιμές που αφορούν τους εργαζόμενους στις υπόγειες στοές είναι
υποδεέστερες των αντίστοιχων των υπολοίπων θέσεων εργασίας δεν υφίσταται στατιστικά σημαντική
διαφορά (ΜΣΣ) μεταξύ των τριών κατηγοριών εργαζομένων. Γιά το PO2 το 1998 οι τιμές ήταν στους
εργαζόμενους στα γραφεία 83.9±14.2, στους υπόγειους 78.2±10.7 και στους επιφανειακούς 82.7±12.0. Οι
αντίστοιχες τιμές το 2001 ήταν γιά τους εργαζόμενους στα γραφεία 89.9±12.5, στις υπόγειες στοές 78.7±15.1
και στην επιφάνεια 80.7±12.2. Γιά τους εργαζόμενους στις υπόγειες στοές φαίνεται να υπάρχει μικρότερη
μερική πίεση οξυγόνου και η διαφορά είναι στατιστικά σημαντική (p<0.01). Συμπερασματικά, η αλλαγή του
τύπου κίνησης των οχημάτων εξόρυξης που χρησιμοποιούνται στις υπόγειες εγκαταστάσεις (από πνευματικά
μετατράπηκαν σε πετρελαιοκίνητα τα εκσκαπτικά μηχανήματα), θα μπορούσε να έχει επίδραση άμεση στις
μερικές πιέσεις των αερίων του αίματος. Είναι απαραίτητο επομένως να μελετηθούν περαιτέρω οι πιθανές
επιπτώσεις στην υγεία των εργαζομένων.
22
Επιδημιολογική έρευνα για μυοσκελετικές ενοχλήσεις σε εργαζόμενους ενός περιφερειακού νοσοκομείου.
Θ.Κ. Κωνσταντινίδης, N. Μπουμπόπουλος και Γ.Α. Σταθόπουλος
Κεφ. στο: ΕΛ.ΙΝ.Υ.Α.Ε., Εργαλεία για την εφαρμογή των Ευρωπαϊκών οδηγιών στον τομέα της υγείας.
Πρακτικά. σσ. 238-240. Εκδ. ΕΛ.ΙΝ.Υ.Α.Ε. Αθήνα, 2004.
Η έρευνα πραγματοποιήθηκε με τη χρήση ερωτηματολογίου, που διερευνά την υποκειμενική εκτίμηση των
εργαζομένων γιά μυοσκελετικές ενοχλήσεις σε σχέση με την εργασία τους. Με την τεχνική της τυχαιοποίησης
συμπληρώθηκε το ερωτηματολόγιο με τη βοήθεια ιατρού από 128 εργαζόμενους του Γενικού Περιφερειακού
Νοσοκομείου Αλεξανδρούπολης. Η μέση ηλικία των εργαζομένων ήταν 37.7±7.1 έτη, ενώ η περίοδος
απασχόλησής τους στο Νοσοκομείο ήταν 11.1±7.0 έτη. Οι εργαζόμενοι χωρίσθηκαν σε δύο κατηγορίες με
βάση την εξειδικευμένη επαγγελματική τους απασχόληση και άρα την επαγγελματική τους έκθεση σε
παράγοντες επαγγελματικής επικινδυνότητας, που επιδρούν στο μυοσκελετικό σύστημα. Η μία ομάδα των
διοικητικών υπαλλήλων αποτελούνταν από 30 εργαζόμενους και η δεύτερη του παραγωγικού τμήματος του
νοσοκομείου από 98 νοσηλευτές και τραυματιοφορείς. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της έρευνας βρέθηκε
104
ότι οι εργαζόμενοι στις διοικητικές υπηρεσίες είχαν συχνότερα ενοχλήσεις στον αυχένα, στους ώμους και
στις πηχεοκαρπικές αρθρώσεις, κατά το τελευταίο δωδεκάμηνο. Συγκεκριμένα η συχνότητα εμφάνισης
ενοχλημάτων (τοπικός ή διάχυτος πόνος) ήταν γιά τους διοικητικούς υπαλλήλους (σε παρένθεση οι
αντίστοιχες τιμές γιά τους νοσηλευτές): γιά την περιοχή του αυχένα 46.7% (έναντι 25.8%), γιά τους ώμους
43.3% (έναντι 24.5%) και γιά τις πηχεοκαρπικές 33.3% (έναντι 11.2%). Οι διαφορές βρέθηκε ότι ήταν
στατιστικά σημαντικές (p<0.05). Σε όλες τις άλλες εντοπίσεις δεν τεκμηριώθηκε στατιστικά σημαντική
διαφορά, ωστόσο αξίζει να επισημανθούν οι ποσοστιαίες διαφοροποιήσεις μεταξύ διοικητικών υπαλλήλων
και νοσηλευτών (οι τιμές γιά τους νοσηλευτές είναι σε παρενθέσεις). Γιά τους αγκώνες 6.7% γιά τους
διοικητικούς (έναντι 7.7% γιά τους νοσηλευτές), γιά το άνω μέρος της ράχης (θωρακική περιοχή) 16.7%
(έναντι 15.3%), γιά το κάτω μέρος της ράχης (οσφυϊκή και ιερή περιοχή) 46.7% (έναντι 38.8%), γιά τους
γοφούς 33.3% (έναντι 17.3%), γιά τα γόνατα 13.3% (έναντι 22.4%) και γιά τις ποδοκνημικές αρθρώσεις
23.3% (έναντι 20.4%). Η μόνη περίπτωση που οι ενοχλήσεις υπερτερούσαν στους νοσηλευτές συγκριτικά με
τους διοικητικούς υπαλλήλους ήταν γιά τα γόνατα, αλλά η διαφορά δεν βρέθηκε στατιστικά σημαντική. Αξίζει
επίσης να σημειωθεί ότι στις αντίστοιχες ερωτήσεις γιά το άν οι ενοχλήσεις υπήρχαν κατά τη διάρκεια της
τελευταίας εβδομάδας πάντοτε η ψαλίδα των διαφορών μειώνονταν. Συμπερασματικά, επισημαίνεται ότι η
μυϊκή άσκηση που εμπεριέχεται στις επαγγελματικές δραστηριότητες του νοσηλευτικού προσωπικού ασκεί
προστατευτική επίδραση όσον αφορά τα ενοχλήματα από το μυοσκελετικό σύστημα. Επίσης κρίνεται
απαραίτητη η ενασχόληση των ιατρών εργασίας των νοσοκομείων με την εργονομία των θέσεων εργασίας
των διοικητικών υπαλλήλων.
23
Συχνότητα παχυσαρκίας στους εργαζόμενους του διοικητικού και νοσηλευτικού προσωπικού ενός Γενικού
Περιφερειακού Νοσοκομείου.
Θ.Κ. Κωνσταντινίδης, N. Μπουμπόπουλος και Γ.Α. Σταθόπουλος
Κεφ. στο: ΕΛ.ΙΝ.Υ.Α.Ε., Εργαλεία για την εφαρμογή των Ευρωπαϊκών οδηγιών στον τομέα της υγείας.
Πρακτικά. σσ. 633-636. Εκδ. ΕΛ.ΙΝ.Υ.Α.Ε. Αθήνα, 2004.
Η έρευνα πραγματοποιήθηκε με τη χρήση ερωτηματολογίου, που διερευνά την υποκειμενική εκτίμηση των
εργαζομένων γιά μυοσκελετικές ενοχλήσεις σε σχέση με την εργασία τους. Με την τεχνική της τυχαιοποίησης
συμπληρώθηκε το ερωτηματολόγιο με τη βοήθεια ιατρού από 128 εργαζόμενους του Γενικού Περιφερειακού
Νοσοκομείου Αλεξανδρούπολης. Η μέση ηλικία των εργαζομένων ήταν 37.7±7.1 έτη, ενώ η περίοδος
απασχόλησής τους στο Νοσοκομείο ήταν 11.1±7.0 έτη. Οι εργαζόμενοι χωρίσθηκαν σε δύο κατηγορίες με
βάση την εξειδικευμένη επαγγελματική τους απασχόληση και άρα την επαγγελματική τους έκθεση σε
παράγοντες επαγγελματικής επικινδυνότητας, που επιδρούν στο μυοσκελετικό σύστημα. Η μία ομάδα των
διοικητικών υπαλλήλων αποτελούνταν από 30 εργαζόμενους και η δεύτερη του παραγωγικού τμήματος του
νοσοκομείου από 98 νοσηλευτές και τραυματιοφορείς. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της έρευνας βρέθηκε
ότι οι εργαζόμενοι στις διοικητικές υπηρεσίες είχαν συχνότερα ενοχλήσεις στον αυχένα, στους ώμους και
στις πηχεοκαρπικές αρθρώσεις, κατά το τελευταίο δωδεκάμηνο. Συγκεκριμένα η συχνότητα εμφάνισης
ενοχλημάτων (τοπικός ή διάχυτος πόνος) ήταν γιά τους διοικητικούς υπαλλήλους (σε παρένθεση οι
αντίστοιχες τιμές γιά τους νοσηλευτές): γιά την περιοχή του αυχένα 46.7% (έναντι 25.8%), γιά τους ώμους
43.3% (έναντι 24.5%) και γιά τις πηχεοκαρπικές 33.3% (έναντι 11.2%). Οι διαφορές βρέθηκε ότι ήταν
στατιστικά σημαντικές (p<0.05). Σε όλες τις άλλες εντοπίσεις δεν τεκμηριώθηκε στατιστικά σημαντική
διαφορά, ωστόσο αξίζει να επισημανθούν οι ποσοστιαίες διαφοροποιήσεις μεταξύ διοικητικών υπαλλήλων
και νοσηλευτών (οι τιμές γιά τους νοσηλευτές είναι σε παρενθέσεις). Γιά τους αγκώνες 6.7% γιά τους
διοικητικούς (έναντι 7.7% γιά τους νοσηλευτές), γιά το άνω μέρος της ράχης (θωρακική περιοχή) 16.7%
(έναντι 15.3%), γιά το κάτω μέρος της ράχης (οσφυϊκή και ιερή περιοχή) 46.7% (έναντι 38.8%), γιά τους
γοφούς 33.3% (έναντι 17.3%), γιά τα γόνατα 13.3% (έναντι 22.4%) και γιά τις ποδοκνημικές αρθρώσεις
23.3% (έναντι 20.4%). Η μόνη περίπτωση που οι ενοχλήσεις υπερτερούσαν στους νοσηλευτές συγκριτικά με
τους διοικητικούς υπαλλήλους ήταν γιά τα γόνατα, αλλά η διαφορά δεν βρέθηκε στατιστικά σημαντική. Αξίζει
επίσης να σημειωθεί ότι στις αντίστοιχες ερωτήσεις γιά το άν οι ενοχλήσεις υπήρχαν κατά τη διάρκεια της
τελευταίας εβδομάδας πάντοτε η ψαλίδα των διαφορών μειώνονταν. Συμπερασματικά, επισημαίνεται ότι η
μυϊκή άσκηση που εμπεριέχεται στις επαγγελματικές δραστηριότητες του νοσηλευτικού προσωπικού ασκεί
προστατευτική επίδραση όσον αφορά τα ενοχλήματα από το μυοσκελετικό σύστημα. Επίσης κρίνεται
105
απαραίτητη η ενασχόληση των ιατρών εργασίας των νοσοκομείων με την εργονομία των θέσεων εργασίας
των διοικητικών υπαλλήλων.
24
Επιπτώσεις των ραδιενεργών στοιχείων στην υγεία των κατοίκων του λεκανοπεδίου της Εορδαίας.
Λ. Σιχλετίδης, Α. Τσιότσιος, Α. Γαβριηλίδης, Α. Χλωρός, Ε. Βλαχογιάννης, Ε. Δασκαλοπούλου, Θ.
Κωνσταντινίδης, Κ. Ψαρράκος, Δ. Κουφογιάννης, Α. Σιούντας, Δ. Φιλίπου και Π. Σπύρου
Ελληνική Ιατρική. 2003, 69(1):44-50.
Τα λιγνιτικά κοιτάσματα εμπεριέχουν προσμίξεις ιχνοστοιχείων, κυρίως μετάλλων, αλλά και φυσικών
ραδιενεργών στοιχείων. Το λεκανοπέδιο της Εορδαίας αποτελεί τη σημαντικότερη λιγνιτοφόρο περιοχή της
Ελλάδας. Στην περιοχή αυτή, μελετήθηκαν οι επιπτώσεις στην υγεία και ειδικότερα στη θνησιμότητα των
κατοίκων λόγω της εξόρυξης, μεταφοράς και καύσης για ηλεκτροπαραγωγή στους Ατμοηλεκτρικούς Σταθμούς
της ΔΕΗ. Η συγκεκριμένη έρευνα πραγματοποιήθηκε με την καταγραφή των θανάτων που οφείλονταν σε
νεοπλασματικά νοσήματα κατά τα έτη 1971-2000. Ταυτόχρονα έγινε ανίχνευση ραδιενεργών στοιχείων σε
υλικό από εκτομές νεπλασμάτων του πνεύμονα. Ως ομάδα σύγκρισης χρησιμοποιήθηκε ο πληθυσμός του
Κιλκίς. Στα 20 δείγματα πνευμόνων της περιοχής της Εορδαίας και στα 19 του Κιλκίς προσδιορίσθηκαν τα
ραδιονουκλίδια της ραδιενεργούς σειράς του Ουρανίου και του Θορίου, το Κάλιο-40 και το Καίσιο-137.
Διαχρονική αύξηση για τον καρκίνο του πνεύμονα εντοπίσθηκε για τον πληθυσμό της Εορδέας, που όμως
δεν ξεπερνούσε αυτήν του Κιλκίς. Τα επίπεδα των ραδιενεργών στοιχείων δεν ήταν υψηλότερα από τα
αναμενόμενα και δεν υπήρχαν διαφορές μεταξύ των πληθυσμών των δύο περιοχών.
25
Γεωγραφικές διαφοροποιήσεις επιδημιολογικών δεικτών του καρκίνου των γυναικολογικών οργάνων στην
Ελλάδα και οι αναγκαιότητες ανάπτυξης δικτύου καταγραφής του.
Θ.Κ. Κωνσταντινίδης, Α. Μπένος και Θ. Αγοραστός
Κεφ. στο: Θ. Αγοραστός και Ι.Ν. Μπόντης (εκδ.), Πρόληψη στην γυναικολογική ογκολογία. σσ. 47-63. Εκδ.
University Studio Press. Θεσσαλονίκη, 2003.
Περιγράφονται οι γεωγραφικές διαφοροποιήσεις δεικτών νοσηρότητας των γυναικολογικών καρκίνων στην
Ελλάδα με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα. Επισημαίνεται η αναγκαιότητα της ανάπτυξης δικτύου καταγραφής
γιά τον καρκίνο και ιδιαίτερα γιά τους γυναικολογικούς καρκίνους στην Ελλάδα με τη συνεργασία των
επιστημονικών ενώσεων των μαιευτήρων-γυναικολόγων και των παθολογοανατόμων και το συντονισμό από
επιδημιολογική ομάδα. Ο κύριος στόχος της ανάπτυξης ενός δικτύου καταγραφής καρκίνου είναι
επιδημιολογικός (υπολογισμός της επίπτωσης του καρκίνου και διερεύνηση των διαφοροποιήσεων κατά
γεωγραφική περιοχή), ωστόσο η αξιοποίηση των κλινικών πληροφοριών που είναι δυνατό να εμπεριέχονται
στις εγγραφές του, δίνουν τη δυνατότητα συγκρίσεων ως προς τα στάδια διάγνωσης της νόσου, τις
εφαρμοζόμενες θεραπευτικές προσεγγίσεις της, αλλά εντέλει και την εκτίμηση της αποτελεσματικότητας των
υπηρεσιών υγείας. Λόγω του σαφούς κλινικού προσανατολισμού ενός δικτύου καταγραφής καρκίνου, εντέλει
αποτελεί διαδικασία ποιοτικού ελέγχου της παρεχόμενης φροντίδας υγείας και ανατροφοδοτικού μηχανισμού
γιά τη βελτίωσή της.
26
Επιδημιολογία του εργατικού ατυχήματος.
Θ.Κ. Κωνσταντινίδης
Κεφ. στο: Λ. Σιχλετίδης (εκδ.), Ιατρική της Εργασίας. Αναθεωρημένη έκδοση. σσ. 37-43. Εκδ. University
Studio Press. Θεσσαλονίκη, 2002.
Ανασκόπηση της επιδημιολογίας των εργατικών ατυχημάτων στην Ελλάδα και στην υφήλιο. Γίνεται
εκπαιδευτική περιγραφή των παραγόντων των σχετιζόμενων με την εμφάνιση εργατικών ατυχημάτων και
ιδιαίτερα αναπτύσσεται η περιγραφική επιδημιολογία του εργατικού ατυχήματος στη χώρα μας
μεταπολεμικά, καθώς συντελέσθηκαν αλλαγές στο πρότυπο ανάπτυξης στην Ελλάδα, με συρρίκνωση του
106
αγροτικού τομέα αρχικά και στη συνέχεια του παραγωγικού τομέα εγγένει, με ταυτόχρονη υπερτροφία του
τομέα των υπηρεσιών.
27
Βιομετρική μεθοδολογία σε μελέτες επαγγελματικής έκθεσης.
Θ.Κ. Κωνσταντινίδης
Κεφ. στο: Λ. Σιχλετίδης (εκδ.), Ιατρική της Εργασίας. σσ. 24-31. Εκδ. University Studio Press. Θεσσαλονίκη,
1999. Αναθεωρημένη έκδοση. σσ. 37-42. Εκδ. University Studio Press. Θεσσαλονίκη, 2002.
Περιγραφή των μεθόδων βιομετρικής και επιδημιολογικής ανάλυσης σε έρευνες επαγγελματικής
επιδημιολογίας που αφορούν έκθεση εργαζομένων σε διάφορους παράγοντες που σχετίζονται με τις
συνθήκες του εργασιακού χώρου. Γίνεται διδακτική περιγραφή της χρήσης του σχετικού κινδύνου (RR) και
του εκτιμώμενου δειγματικού σχετικού κινδύνου (OR) με αναφορές παραδειγμάτων. Χρησιμοποιούνται
παραδείγματα της μεθοδολογίας της επιδημιολογικής προσέγγισης των νοσημάτων στο χώρο εργασίας.
28
Η επίδραση της ρύπανσης της ατμόσφαιρας στο αναπνευστικό σύστημα των λιγνιτορύχων. Διαχρονική
μελέτη.
Λ. Σιχλετίδης, Ε. Δασκαλοπούλου, Ι. Τσιότσιος, Δ. Χλωρός, Χ. Ζερεφός, Ι. Ζιώμας, Κ. Μιχαηλίδης, Θ.Κ.
Κωνσταντινίδης, Π. Παλλάδας, Ο. Μαυρίδης και Λ. Σακκάς
Ελληνική Ιατρική. 2001, 67 (1): 57-65.
Η κοιλάδα της Εορδαίας είναι μία περιοχή με πολύ σοβαρή ρύπανση τόσο από SΟx και NOx αλλά κυρίως
ιπτάμενη σκόνη, λόγω του υπεδάφους και των βιομηχανιών που λειτουργούν στην περιοχή αφενός, αλλά και
λόγω των αέριων ρύπων. Με σκοπό τη διερεύνηση της επίπτωσης της ατμοσφαιρικής ρύπανσης στο
αναπνευστικό σύστημα των λιγνιτορύχων, μελετήθηκαν 306 εργάτες που ζουν μόνιμα στην Πτολεμαΐδα
(ομάδα 1), 212 που κατοικούν εκτός της κοιλάδας (ομάδα 2), 100 μάρτυρες εργαζόμενοι σε γραφείο που ζουν
στην Πτολεμαΐδα (ομάδα 3) και 136 κάτοικοι του Νομού Γρεβενών, όπου η ατμοσφαιρική ρύπανση είναι
αμελητέα (ομάδα 4). Η μελέτη περιελάμβανε τη συμπλήρωση του ερωτηματολογίου της MRC του 1986
εμπλουτισμένου με ερωτήσεις σχετικές με συμπτωματολογία από το ανώτερο αναπνευστικό, την εκτίμηση
των στατικών και δυναμικών πνευμονικών όγκων και ροών, ρινομανομέτρηση και τέλος ακτινογραφίες
θώρακα και κόλπων προσώπου. Διαπιστώθηκε εντυπωσιακά υψηλότερη συχνότητα των ρινιτίδων στους
λιγνιτορύχους (ομάδα 1 και ομάδα 2). Η χημική και ορυκτολογική εξέταση της ιπτάμενης τέφρας, αποκάλυψε
υψηλές συγκεντρώσεις Cr, Ni και Pb στα μη αναπνεύσιμα σωματίδια (>5μm), στοιχείων τα οποία
εμπλέκονται πιθανότατα στην παθογένεια των ρινιτίδων των εργατών καθώς και των μελετηθέντων κατοίκων
της Πτολεμαΐδας (ομάδα 3). Σε δεύτερη φάση, διερευνήθηκε διαχρονικά η επίδραση της ατμοσφαιρικής
ρύπανσης στο αναπνευστικό σύστημα λιγνιτορύχων στα ορυχεία Εορδαίας. Αρχικά είχαν ελεγχεί 776 άτομα,
ενώ μετά 3 χρόνια επανελέγχθηκαν 458 άτομα. Το σύνολο των ελεγχθέντων επιμερίσθηκε σε τρεις
υποομάδες. Η ομάδα Α περιελάμβανε εργάτες ορυχείων λιγνίτη που ζούσαν στο λεκανοπέδιο της Εορδαίας,
η ομάδα Β λιγνιτορύχους που κατοικούσαν εκτός του λεκανοπεδίου, η ομάδα Γ υπαλλήλους γραφείων στην
πόλη της Πτολεμαΐδας και ως ομάδα ελέγχου μελετήθηκαν 145 άτομα, κάτοικοι της περιοχής Γρεβενών.
Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της μελέτης πολύ υψηλή συχνότητα ρινίτιδας με παθολογικές ακτινολογικές
εικόνες κόλπων προσώπου και υψηλή συχνότητα χρόνιας βρογχίτιδας εμφανίσθηκε και στις τρεις
μελετώμενες υποομάδες, συγκριτικά με την ομάδα μαρτύρων.
29
Περιγραφική επιδημιολογία του γυναικολογικού καρκίνου.
Θ.Κ. Κωνσταντινίδης και Θ. Αγοραστός
Woman’s Health. 2001 3(1):4-6.
Περιγράφονται οι διαχρονικές τάσεις του καρκίνου του αιδοίου, των ωοθηκών, της μήτρας και του μαστού.
Περιγράφεται το ηλικιακό πρότυπο γιά τους καρκίνους που προαναφέρθηκαν. Γίνεται σύγκριση των
διαχρονικών τάσεων των γυναικολογικών καρκίνων του ελληνικού πληθυσμού με τα αντίστοιχα δεδομένα
107
που αφορούν το σύνολο της Ευρώπης, τις Ανεξάρτητες Δημοκρατίες της πρώην ΕΣΣΔ και τις Σκανδιναβικές
χώρες.
30
Περιγραφική επιδημιολογία του γυναικολογικού καρκίνου.
Θ.Κ. Κωνσταντινίδης και Θ. Αγοραστός
Κεφ. στο: Θ. Αγοραστός και Ι.Ν. Μπόντης (εκδ.), Πρόληψη και έγκαιρη διάγνωση του γυναικολογικού
καρκίνου. σσ. 65-79. Εκδ. University Studio Press. Θεσσαλονίκη, 2001.
Περιγραφική επιδημιολογία του γυναικολογικού καρκίνου στην Ελλάδα, όπου φαίνονται οι διαχρονικές
τάσεις του καρκίνου του αιδοίου, των ωοθηκών και της μήτρας (με διαχωρισμό γιά τον τράχηλο και το σώμα),
αλλά και του μαστού. Περιγράφεται το ηλικιακό πρότυπο γιά τους καρκίνους που προαναφέρθηκαν. Γίνεται
σύγκριση των διαχρονικών τάσεων των γυναικολογικών καρκίνων του ελληνικού πληθυσμού με τα
αντίστοιχα δεδομένα που αφορούν το σύνολο της Ευρώπης, τις Ανεξάρτητες Δημοκρατίες της πρώην ΕΣΣΔ
και τις Σκανδιναβικές χώρες. Eφαρμόσθηκε επίσης η επιδημιολογική τεχνική της ανάλυσης κατά φάλαγγα γιά
τη διερεύνηση των διαχρονικών τάσεων του καρκίνου της μήτρας στα θήλεα άτομα του ελληνικού
πληθυσμού.
31
Ο επιπολασμός του αλλεργικού άσθματος και ρινίτιδας στα παιδιά της Πολίχνης Θεσσαλονίκης.
Λ. Σιχλετίδης, Σ. Μάρκου, Δ. Χλωρός, Ε. Δασκαλοπούλου, Θ.Κ. Κωνσταντινίδης και Ι. Τσιότσιος
Ελληνική Ιατρική. 2001, 67 (5-6): 274-279.
Μελετήθηκε ο επιπολασμός της αλλεργικής ρινίτιδας και του βρογχικού άσθματος μεταξύ των παιδιών
ηλικίας 9 έως 12 ετών, στο Δήμο Πολίχνης, που βρίσκεται 7 χιλιόμετρα βορειοδυτικά του κέντρου της
Θεσσαλονίκης. Στη μελέτη πήραν μέρος 1042 παιδιά των οποίων οι γονείς συμπλήρωσαν ειδικό
ερωτηματολόγιο για την ανίχνευση των αναπνευστικών παθήσεων στην παιδική ηλικία. Από τα 291 παιδιά
που απάντησαν θετικά στις ερωτήσεις, αποκλείσθηκαν 54 μετά από προσωπική συνέντευξη και 21 διότι δε
διαπιστώθηκε να πάσχουν από ατοπία. Από τα εναπομείναντα 216 ατοπικά παιδιά τα 38 παρουσίαζαν μόνο
ατοπική δερματίτιδα αγνώστου προέλευσης, ενώ 8 είχαν φαρμακευτική αλλεργία. Τα υπόλοιπα 170 ατοπικά
παιδιά παρουσίαζαν χρόνια αναπνευστικά συμπτώματα. Από τις μη ειδικές δοκιμασίες πρόκλησης, 57
παιδιά είχαν Θετική τη δοκιμασία μεταχολίνης, 35 τη δοκιμασία μετά κόπωση, 149 τη δοκιμασία
ρινοσυστολής με ισταμίνη και 107 τη δοκιμασία ρινοδιαστολής. Θετικές δερματικές δοκιμασίες με
σκαριφισμό παρουσίαζαν 83 παιδιά. Διαπιστώθηκε ότι ρινίτιδα παρουσίαζαν 150 παιδιά (14.4%) και
βρογχικό άσθμα 61 (5.8%). Μόνο στο 31% των παιδιών με βρογχικό άσθμα και στο 27% των παιδιών με
ρινίτιδα υπήρχε διάγνωση και οι γονείς ήταν ενήμεροι. Διαπιστώθηκε ότι η ρινίτιδα και το άσθμα στα παιδιά
υποδιαγιγνώσκεται και υποθεραπεύεται.
32
Παράγοντες που συμβάλλουν στην επιβάρυνση της νεφρικής λειτουργίας σε ασθενείς με πολυκυστική νόσο
των νεφρών τύπου ενηλίκων.
Ν. Σωτηρακόπουλος, Τ. Τσίτσιος, Θ.Κ. Κωνσταντινίδης, Ε. Καραγιάννη, Μ. Σταμπολίδου και Κ.
Μαυροματίδης
Ελληνική Ιατρική. 2001, 67 (1): 84-89.
Μελετήθηκαν 80 ασθενείς με πολυκυστική νόσο των νεφρών από τους οποίους 55 με φυσιολογική νεφρική
λειτουργία κατά την έναρξη της μελέτης, ηλικίας 16-59 ετών (από του οποίους 22 ήταν άνδρες και 33
γυναίκες) και 25 ασθενείς με χρόνια νεφρική ανεπάρκεια ηλικίας 28-56 ετών (18 άρρενες και 7 θήλεις). Οι
δύο υποομάδες δεν διέφεραν στατιστικά σημαντικά ως προς την ηλικία. Στους ασθενείς της πρώτης ομάδας
διαπιστώθηκε η παρουσία λοιμώξεων του ανώτερου ουροποιητικού που σχετίζονταν θετικά με τη μεταβολή
της κρεατινίνης ορού στην πορεία του χρόνου, η ύπαρξη υπέρτασης σχτίζονταν με την ηλικία και η τήρηση
του απαραίτητου διαιτολογίου όσον αφορά την περιεκτικότητα σε λεύκωμα είχε αρνητική συσχέτιση με την
108
τελική κρεατινίνη ορού. Αντίστοιχα στους ασθενείς της δεύτερης ομάδας διαπιστώθηκε ότι τα αρχικά επίπεδα
κρεατινίνης του ορού σχετίζονταν αρνητικά με την παρουσία υπέρτασης.
33
Επιδημιολογικοί και κλινικοί χαρακτήρες της φυματίωσης σε μετανάστες στη Βόρεια Ελλάδα κατά τη
δεκαετία του 90.
Θ.Κ. Κωνσταντινίδης, Π. Χριστάκη, Β. Τσάρα, Α. Καπετανγιώργης και Β.Χ. Κατσουγιαννόπουλος
Πνεύμων. 2000, 13 (1): 73-83.
Από τα μέσα της δεκαετίας του ’80 επισημάνθηκε αύξηση της νοσηρότητας και της θνησιμότητας της
φυματίωσης ανά την υφήλιο. Eνας από τους παράγοντες που ενοχοποιήθηκαν ιδιαίτερα γιά τις βιομηχανικά
αναπτυγμένες χώρες είναι η μετανάστευση. Στην Ελλάδα διακρίνεται στασιμότητα και στη συνέχεια ήπια
αύξηση των τιμών των επιδημιολογικών δεικτών της φυματίωσης από τα τέλη της δεκαετίας του 1980 και
μετά, χρονική περίοδο κατά την οποία εμφανίζεται έντονα το φαινόμενο της μετανάστευσης προς τη χώρα
μας. Στην παρούσα μελέτη, ερευνήθηκαν τα δημογραφικά, κλινικά και εργαστηριακά χαρακτηριστικά 720
ασθενών με φυματίωση στη Βόρεια Ελλάδα, από τους οποίους οι 79 ήταν μετανάστες (κυρίως έλληνες από
χώρες της πρώην ΕΣΣΔ). Επισημάνθηκε στατιστικά σημαντική ανοδική τάση, στη διαχρονική πορεία της
αναλογίας των μεταναστών στο σύνολο των ασθενών. Το ηλικιακό πρότυπο των μεταναστών ασθενών
παρουσιάζει υπεροχή στις σχετικά νεαρές ηλικίες (20-40 ετών), συγκριτικά με τους γηγενείς, ενώ το
αντίστροφο παρατηρείται στα περιστατικά άνω των 50 ετών. Διαφορές στατιστικά σημαντικές με τιμές
σαφώς υψηλότερες γιά τους μετανάστες παρατηρούνται στις αναλογίες θετικότητας των άμεσων
παρασκευασμάτων με αντιφορμίνη, καθώς και των καλλιεργειών, στην παρουσία ινωδών στοιχείων στην
ακτινογραφία θώρακα (παρά το νεαρότερο της ηλικίας των μεταναστών ασθενών), στο ατομικό και
οικογενειακό ιστορικό φυματίωσης. Από τη μελέτη των συνυπαρχουσών παθήσεων φάνηκε ότι τόσο η
χρόνια αναπνευστική ανεπάρκεια, η υπέρταση και ο σακχαρώδης διαβήτης, υπερτερούν στους γηγενείς.
34
Τιμές αναφοράς των συγκεντρώσεων των ανοσοσφαιρινών και των παραγόντων του συμπληρώματος σε
παιδιά ηλικίας 1 ημέρας έως 15 ετών.
Β. Τζιμούλη, Φ. Κανακούδη-Τσακαλίδου, Α. Γερμενής, Θ.Κ. Κωνσταντινίδης, Χ. Τσάνταλη, Β. Δρόσου
και Β.Χ. Κατσουγιαννόπουλος
Αρχεία Ελληνικής Ιατρικής. 2000, 17 (1): 12-17.
Μελετήθηκε η εξέλιξη ως προς την ηλικία βασικών ανοσοσφαιρινών στον ορό που χρησιμοποιούνται στην
καθημέραν παιδιατρική πράξη, γιά να προσδιορισθούν τιμές αναφοράς. Μετρήθηκαν οι ανοσοσφαιρίνες, οι
υποτάξεις της IgG (IgG1, IgG2, IgG3 και IgG4), οι παράγοντες συμπληρώματος C3 και C4, από τη γέννηση
μέχρι την ηλικία των 15 ετών. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της έρευνας οι συγκεντρώσεις των πρωτεϊνών
που μελετήθηκαν δεν διέφεραν σημαντικά μεταξύ των δύο φύλων. Γενικά, παρατηρήθηκε προοδευτική
αυξητική τάση κατά το πρώτο έτος της ζωής, με ποικίλους ρυθμούς και προσέγγιση των τιμών ενηλίκων σε
διαφορετικές ηλικίες. Τα ευρήματα ως προς τις ανοσοσφαιρίνες επιβεβαιώνουν εκείνα προηγούμενων
μελετών. Συμπερασματικά, οι συγκεντρώσεις των πρωτεϊνών που μελετήθηκαν παρουσίαζαν καθόλη τη
διάρκεια της παιδικής ηλικίας σημαντικές διαφορές από εκείνες των ενηλίκων. Το γεγονός αυτό επιβάλλει,
γιά την αξιολόγησή τους στην κλινική πράξη, τη σύγκρισή τους με τιμές αναφοράς, που αντιστοιχούν στην
ανάλογη ηλικία.
35
Επιδημιολογία του καρκίνου του αιδοίου.
Θ.Κ. Κωνσταντινίδης
Κεφ. στο: Θ. Αγοραστός, Δ. Βαβίλης και Ι.Ν. Μπόντης (εκδ.), Πρωτογενής και δευτερογενής πρόληψη του
γυναικολογικού καρκίνου. σσ. 87-89. Εκδ. University Studio Press. Θεσσαλονίκη, 1999.
Στην ανασκόπηση αυτήν, αναπτύχθηκε η περιγραφική και αναλυτική επιδημιολογία του καρκίνου του
αιδοίου. Αναπτύχθηκε η στενή σχέση της καρκινογένεσης στο αιδοίο με λοιμώδεις παράγοντες και
109
συζητήθηκαν τα επιδημιολογικά ζητήματα της αύξησης της συχνότητας του καρκίνου του αιδοίου σε σχέση
με τη γήρανση του πληθυσμού. Αναφέρθηκαν στοιχεία γεωγραφικής κατανομής του καρκίνου του αιδοίου
ανά την υφήλιο, καθώς και η ηλικιακή του κατανομή και οι διαχρονικές του τάσεις.
36
Επιδημιολογικές παρατηρήσεις γιά την επίπτωση των νεοπλασμάτων στις μεγάλες ηλικίες (άνω των 65
ετών).
Θ.Κ. Κωνσταντινίδης, Κ. Δελίδου-Τσόγια, Μ.-Ι. Χολέβας, Α. Κώτσης και Β.Χ. Κατσουγιαννόπουλος
Ελληνική Ιατρική. 1999, 65 (4-5-6): 302-312.
Μελετήθηκε η κατά ηλικία και φύλο κατανομή της θνησιμότητας της οφειλόμενης στο σύνολο των
νεοπλασμάτων στον ελληνικό πληθυσμό, κατά τη χρονική περίοδο 1956-1985. Υλικό της έρευνας
αποτέλεσαν οι ιατρικές πιστοποιήσεις θανάτου, όπως αυτές πινακοποιούνται στη Βάση Δεδομένων
Θνησιμότητας του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας. Η θνησιμότητα (από όλες τις αιτίες θανάτου), μετά την
ηλικία των 35 ετών, ακολουθεί εκθετική αυξητική πορεία προϊούσης της ηλικίας. Οι δημογραφικές αλλαγές
που συντελέσθηκαν κατά την τελευταία πεντηκονταετία στις βιομηχανικά αναπτυγμένες χώρες αποτελούν
έναν από τους κυριαρχικούς παράγοντες της αύξησης της νοσηρότητας και της θνησιμότητας από
νεοπλάσματα στους πληθυσμούς των χωρών αυτών, η οποία συνάδει προς την αύξηση του προσδόκιμου
επιβίωσης στα πλαίσια του φαινομένου της επιδημιολογικής μετάβασης (epidemiological transition). Ωστόσο,
με βάση τα αποτελέσματα της έρευνας αυτής, στις ηλικιακές ομάδες άνω των 65 ετών, διακρίνεται άμβλυνση
των αυξητικών τάσεων της θνησιμότητας της οφειλόμενης σε νεοπλάσματα γιά αμφότερα τα φύλα,
εντονότερα εμφανής γιά τους άρρενες, αλλά και γιά τις θήλεις από την ηλικία των 70 ετών. Το πρότυπο αυτό
δεν παρατηρείται σε άλλες ομάδες αιτιών θανάτου, όπως τα νοσήματα του κυκλοφορικού, τα λοιμώδη
νοσήματα, οι εξωτερικές αιτίες κάκωσης, ούτε ασφαλώς και στο σύνολο των αιτιών θανάτου. Γιά την
ερμηνεία του φαινομένου, συζητώνται παράγοντες που σχετίζονται με την ακρίβεια των καταγραφών (τόσο
της ηλικίας, όσο και της διάγνωσης) στις πολύ μεγάλες ηλικίες, η λεγόμενη επίδραση της γενεάς (cohort
effect), η λήξη της επίδρασης παραγόντων κινδύνου σχετιζόμενων με την εργασία μετά τη συνταξιοδότηση,
βιολογικοί και ορμονικοί παράγοντες, καθώς και κοινωνικο-οικονομικοί και δημογραφικοί παράγοντες.
37
Επιβίωση των αιμοκαθαρόμενων ασθενών με πολυκυστική νόσο των νεφρών τύπου ενηλίκων (ΠΚΝΕ).
Συγκριτική πολυκεντρική μελέτη.
Ν. Σωτηρακόπουλος, Τ. Τσίτσιος, Σ. Σπαΐα, Θ.Κ. Κωνσταντινίδης, Σ. Παναγούτσος, Δ. Κανετίδης, Κ.
Χατζηκωνσταντίνου, Β. Βαργεμέζης, Γ. Βαγιωνάς, Κ. Σόμπολος και Κ. Μαυροματίδης
Ελληνική Νεφρολογία. 1999, 11 (4): 559-565.
Από 5 μονάδες τεχνητού νεφρού (ΜΤΝ) της Βόρειας Ελλάδας συγκεντρώθηκαν κλινικά δεδομένα ασθενών με
πολυκυστική νόσο των νεφρών (ΠΚΝΕ) και αντίστοιχων σε ηλικία και χρόνο έναρξης αιμοκάθαρσης
ασθενών με ΣΝ. Καταγράφηκε η ηλικία έναρξης αιμοκάθαρσης, ο χρόνος στον οποίον υποβάλλονταν σε
συνεδρίες αιμοκάθαρσης, η ύπαρξη υπέρτασης, καρδιακής ανεπάρκειας και στεφανιαίας νόσου, όπου και η
αιτία θανάτου τους. Συνολικά συμπεριλήφθηκαν 92 ασθενείς με τελικό στάδιο χρόνιας νεφρικής ανεπάρκειας
(ΧΝΑ) εξαιτίας ΠΚΝΕ (47 άρρενες και 45 θήλεις) ηλικίας από 16 έως 68 ετών και 90 ασθενείς που
βρίσκονταν επίσης σε τελικό στάδιο ΧΝΑ εξαιτίας ΣΝ (54 άρρενες και 36 θήλεις) ηλικίας 17 έως 76 ετών.
Δεκατρείς ασθενείς με ΠΚΝΕ και 24 με ΣΝ μεταμοσχεύθηκαν κατά τη διάρκεια της ερευνώμενης χρονικής
περιόδου και γιά το λόγο αυτόν δεν συμπεριλήφθηκαν στην ανάλυση επιβίωσης. Οι δύο υποομάδες δεν
βρέθηκε να διαφέρουν μεταξύ τους ως προς την παρουσία υπέρτασης, στεφανιαίας νόσου και καρδιακής
ανεπάρκειας. Δεν διαπιστώθηκε διαφορά στην επιβίωση μεταξύ ασθενών με ΠΚΝΕ και ΣΝ. Η επιβίωση που
υπολογίσθηκε μετά 1, 3, 5, 7 και 9 χρόνια στους ασθενείς με ΠΚΝΕ ήταν 98%, 82%, 54%, 34% και 23% και
στους ασθενείς με ΣΝ 96%, 82%, 54%, 35% και 23% αντίστοιχα. Οι κύριες αιτίες θανάτου τόσο στην ΠΚΝΕ,
όσο και στη ΣΝ ήταν τα καρδιαγγειακά (19 στους 79 και 19 στους 66 ασθενείς αντίστοιχα) και τα
ηλεκτρολυτικά (4 στους 79 και 4 στους 66 ασθενείς αντίστοιχα). Συμπερασματικά η επιβίωση
αιμοκαθαρώμενων ασθενών λόγω ΠΚΝΕ δεν βρέθηκε να διαφέρει στατιστικά σημαντικά από αυτήν των
ασθενών με ΣΝ. Επίσης η στεφανιαία νόσος και η καρδιακή ανεπάρκεια δεν βρέθηκε να σχετίζονται με την
επιβίωση των ασθενών με ΠΚΝΕ ή ΣΝ.
110
38
Περιγραφική επιδημιολογία των καταγμάτων του μηριαίου στον ελληνικό πληθυσμό κατά τη χρονική περίοδο
1979-1992.
Θ.Κ. Κωνσταντινίδης, Ι. Πουρνάρας, Γ. Καπετάνος, Π.Σ. Διονέλλης και Γ. Κρασσάς
Ορθοπαιδική. 1998, 11 (2): 25-39.
Διερευνήθηκε η επίδραση του χρόνου (ηλικιακά και ημερολογιακά) στους επιδημιολογικούς δείκτες που
αφορούν τα κατάγματα του μηριαίου κατά φύλο στον ελληνικό πληθυσμό, κατά τη χρονική περίοδο 19791992 και διατυπώνεται η υπόθεση ότι θα μπορούσαν να αποτελέσουν εκτιμητή του επιδημιολογικού
προτύπου της οστεοπόρωσης στον ελληνικό πληθυσμό. Χρησιμοποιήθηκαν οι εγγραφές που αφορούν τις
νοσηλείες γιά κατάγματα του μηριαίου, όπως αυτές πινακοποιούνται από την Εθνική Στατιστική Υπηρεσία
της Ελλάδος (ΕΣΥΕ). Εκτιμήθηκαν κατά έτος οι ειδικοί κατά ηλικία και φύλο συντελεστές νοσηρότητας, ο
συντελεστής θνησιμότητας καθώς και η ενδονοσοκομειακή θνητότητα. Επίσης εφαρμόσθηκε η μέθοδος της
άμεσης προτύπωσης γιά τη διόρθωση των τιμών νοσηρότητας ως προς την ηλικία. Τα κατάγματα του άνω
τμήματος του μηριαίου παρουσιάζουν διαχρονική αύξηση της νοσηρότητάς τους σε αμφότερα τα φύλα κατά
την περίοδο 1979-1992, η οποία αμβλύνεται από τα μέσα της δεκαετίας του 1980. Μεταξύ των δύο φύλων οι
τιμές των συντελεστών νοσηρότητας διαφέρουν εμφανώς με υπεροχή στις θήλεις γιά τις οποίες λαμβάνουν
τιμές από περίπου 50 νοσηλείες ανά 100000 κατοίκους και φθάνουν τις 160 ανά 100000 κατοίκους, ενώ γιά
τους άρρενες από 30 σε 70 νοσηλείες ανά 100000 κατοίκους, στα άκρα της μελετώμενης χρονικής περιόδου.
Στο ηλικιακό πρότυπο των νοσηλειών διακρίνεται μείωση στις μεγάλες ηλικίες, ενώ γιά τους άρρενες
εμφανίζεται διαχρονική αύξηση των τιμών που αναφέρονται στη δεύτερη και τρίτη δεκαετία της ζωής. Οι
αυξητικές τάσεις που περιγράφονται κατά τη μελετώμενη χρονική περίοδο, συντελούνται καθώς εξελίσσεται
στην Ελλάδα το φαινομένο της επιδημιολογικής μετάβασης, που αφορά τη δημογραφική γήρανση του
πληθυσμού, την αύξηση του προσδόκιμου επιβίωσης, με τον ταυτόχρονο δραστικό περιορισμό των
λοιμωδών νοσημάτων και την μεγέθυνση του προβλήματος των νοσημάτων φθοράς, ιδίως στις μεγάλες
ηλικίες. Η άμβλυνση της νοσηρότητας γιά κατάγματα του άνω τμήματος του μηριαίου από τα μέσα της
δεκαετίας του 1980 σχετίζεται πιθανόν με την εφαρμογή δευτερογενούς φαρμακευτικής πρόληψης της
οστεοπόρωσης. Παρά την πτωτική πορεία της νοσηρότητας γιά τα κατάγματα των υπόλοιπων τμημάτών του
μηριαίου, γιά τους άρρενες νεαρών ηλικιών διακρίνεται διαχρονική αύξηση των τιμών που θα μπορούσε να
οφείλεται στις διαφορές συνθηκών εργασίας μεταξύ των δύο φύλων, αλλά και στην αύξηση των τροχαίων
ατυχημάτων στις ίδιες ηλικιακές ομάδες.
39
Οροεπιδημιολογική μελέτη της ηπατίτιδας Α σε εργαζόμενους Οργανισμού Αποχέτευσης.
Μ. Αρβανιτίδου, Θ.Κ. Κωνσταντινίδης, Ι. Ντούτσος και Β.Χ. Κατσουγιαννόπουλος
Δελτίο Ελληνικής Μικροβιολογικής Εταιρείας. 1998, 43 (1): 38-43.
Ελέγχθηκαν, εθελοντικά, 167 από τους 203 (82.2%) εργαζόμενους στον Οργανισμό Αποχέτευσης
Θεσσαλονίκη (ΟΑΘ) για αντισώματα έναντι του ιού της ηπατίτιδας Α (anti-HAV). Ο επιπολασμός τους
βρέθηκε 94.4%, ενώ ήταν σημαντικά υψηλότερος στους άνδρες από ότι στις γυναίκες (p<0.05), υψηλότερος
στους λιγότερους μορφωμένους (p<0.001) και σε όσους εκτελούσαν εργασία που τους εξέθετε σε λύματα. Τα
αποτελέσματα της μελέτης αυτής δείχνουν ότι η ηπατίτιδα Α είναι ακόμη υψηλής ενδημικότητας ανάμεσα
στους εργαζόμενους στον ΟΑΘ και υποστηρίζουν την άποψη ότι οι εργαζόμενοι οι οποίοι λόγω της φύσης
των καθηκόντων τους εκτίθενται σε απόβλητα βρίσκονται σε αυξημένο κίνδυνο λοίμωξης με HAV και γι αυτό
τον λόγο, εκτός των ατομικών μέτρων προστασίας και τις πρακτικές υψηλής ατομικής υγιεινής, θα πρέπει να
προστατεύονται με εμβολιασμό έναντι του HAV.
40
Ο έλεγχος των δεικτών οστικού μεταβολισμού σε υπερθυρεοειδικούς ασθενείς πριν και μετά τη θεραπεία.
Γ.Ε. Κρασσάς, Φ. Παπαδοπούλου, Θ.Κ. Κωνσταντινίδης, Κ. Βαρσαμίδης και Θ. Καλτσάς
Οστούν. 1997, 8 (1): 11-19.
Σκοπός της μελέτης ήταν να προσδιορισθούν τα επίπεδα του ασβεστίου, της αλκαλικής φωσφατάσης, της
οστεοκαλσίνης του αίματος, όπως επίσης και του ασβεστίου και της υδροξυπρολίνης των ούρων σε
111
υπερθυρεοειδικούς ασθενείς, πριν, κατά τη διάρκεια και μετά το τέλος της θεραπείας του
υπερθυρεοειδισμού. Μελετήθηκαν 100 ασθενείς με υπερθυρεοειδισμό (38 άνδρες 19-54 ετών και 62 γυναίκες
17-37 ετών, όλες αναπαραγωγικής ηλικίας), χωρίς άλλη γνωστή αιτία οστεοπόρωσης. Από αυτούς, 18
άνδρες (47%) και 28 γυναίκες (45%), είχαν ελαττωμένη οστική πυκνότητα (<2SD από το αναμενόμενο γιά την
ηλικία και το φύλο) πριν τη θεραπεία. Στους ασθενείς αυτούς έγινε προσδιορισμός των δεικτών οστικού
μεταβολισμού 15 και 45 ημέρες, όπως επίσης και 6, 12, 18, 24 και 30 μήνες μετά την έναρξη της θεραπείας.
Ως μάρτυρες στη μελέτη, χρησιμοποιήθηκαν 30 φυσιολογικά άτομα (12 άνδρες και 18 γυναίκες) ανάλογης
ηλικίας και βάρους σώματος. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της μελέτης, όλοι οι δείκτες οστικού
μεταβολισμού βρέθηκαν αυξημένοι και στις δύο υποομάδες ασθενών με υπερθυρεοειδισμό (με ή χωρίς
οστεοπόρωση), εκτός από το ασβέστιο ορού στους υπερθυρεοειδικούς με οστεοπόρωση. Δεν διέφεραν
μεταξύ τους στατιστικά σημαντικά οι τιμές που αφορούσαν τους άνδρες με οστεοπόρωση σε σχέση με
αυτούς χωρίς οστεοπόρωση, ενώ διαπιστώθηκαν σημαντικές διαφορές στις αντίστοιχες υποομάδες
γυναικών ασθενών. Με την έναρξη της αντιθυρεοειδικής αγωγής όλοι οι δείκτες οστικού μεταβολισμού
άρχισαν να βελτιώνονται σταδιακά.
41
Θνησιμότητα κατά ηλικία και φύλο από κακοήθη νεοπλάσματα του πνεύμονος στην Ελλάδα κατά την περίοδο
1961-1993.
Θ.Κ. Κωνσταντινίδης, Κ. Ζαρογουλίδης, Π. Χατζηαποστόλου, Χ. Βάμβαλης και Β.Χ.
Κατσουγιαννόπουλος
Πνεύμων. 1997, 10 (3): 165-179.
Μελετήθηκε η διαχρονική πορεία της θνησιμότητας από καρκίνο του πνεύμονα στον ελληνικό πληθυσμό,
κατά την περίοδο 1961-1993, με ιδιαίτερη έμφαση στα ζητήματα της επίδρασης του φύλου και της ηλικίας
στην κατανομή της. Εφαρμόσθηκε η κατά φάλαγγα ανάλυση (cohort analysis) με την οποία τεκμηριώθηκε η
αύξηση της οφειλόμενης στον καρκίνο του πνεύμονα θνησιμότητας στις νεώτερες γενιές, συγκριτικά με τις
παλαιότερες γιά αμφότερα τα φύλα διακριτά. Χρησιμοποιήθηκαν οι πιστοποιήσεις θανάτου, όπως αυτές
καταγράφονται από το Υπουργείο Υγείας και αποστέλλονται στην Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας. Αυξητικές
τάσεις παρατηρούνται καθόλη τη μελετώμενη χρονική περίοδο και γιά τα δύο φύλα, με τιμές μεταξύ 25 και 85
θανάτων ανά 100000 κατοίκους γιά τους άρρενες στην αρχή και τη λήξη της μελετώμενης χρονικής περιόδου
και 6 και 14 θανάτων ανά 100000 κατοίκους γιά τις γυναίκες, αντίστοιχα. Οι τιμές που αφορούν τους άρρενες
είναι υψηλότερες των αντίστοιχων των θηλέων. Η προτύπωση (standardization) δείχνει ότι από τα μέσα της
δεκαετίας του 1970 αμβλύνονται οι αυξητικοί ρυθμοί της θνησιμότητας του καρκίνου του πνεύμονα. Από τους
ειδικούς κατά φύλο και ηλικία συντελεστές αναλογικής θνησιμότητας φαίνεται ότι μέχρι την τρίτη δεκαετία της
ζωής δεν υφίστανται διαφορές μεταξύ των δύο φύλων και ούτε παρατηρήθηκε κάποια ουσιώδης μεταβολή
στην πορεία των χρονολογικών πενταετιών που μελετήθηκαν. Σε μεγαλύτερες ηλικίες όμως εμφανίζεται
καταρχήν αύξηση μέχρι την πέμπτη και έκτη δεκαετία και ακολούθως πτώση. Προϊόντος του χρόνου
ημερολογιακά, η αναλογική θνησιμότητα και γιά τα δύο φύλα αυξάνει σε όλες τις ηλικιακές ομάδες άνω των
30 ετών. Η κατά φάλαγγα ανάλυση (cohort analysis) πιστοποιεί την αύξηση της οφειλόμενης στον καρκίνο
του πνεύμονα θνησιμότητας στις νεώτερες γενιές, συγκριτικά με τις παλαιότερες γιά αμφότερα τα φύλα
διακριτά. Ως αίτια των ανωτέρω μεταβολών στη θνησιμότητα την οφειλόμενη στον καρκίνο του πνεύμονα
ενοχοποιούνται τόσο εξωγενείς περιβαλλοντικοί παράγοντες, με προεξάρχον το κάπνισμα, όσο και
δημογραφικοί και κοινωνικο-οικονομικοί παράγοντες, καθώς και η βελτίωση της διαγνωστικής προσπέλασης
του νοσήματος και της εγκυρότητας των εγγραφών των πιστοποιήσεων θανάτου.
42
Η χρήση συμπληρωματικών διατροφικών ουσιών από φοιτητές.
Μ. Αρβανιτίδου-Βαγιωνά, Θ.Κ. Κωνσταντινίδης και Β.Χ. Κατσουγιαννόπουλος
Στο: 3ο Μακεδονικό Συνέδριο Διατροφής και Διαιτολογίας. Τόμος Πρακτικών. σσ. 168-171. Θεσσαλονίκη,
1997.
Διερευνήθηκε επιδημιολογικά η πρακτική φοιτητών Ιατρικής στις συμπληρωματικές διατροφικές ουσίες, στα
πλαίσια ευρύτερης μελέτης των διατροφικών συνηθειών της συγκεκριμένης ομάδας. Από 381 φοιτητές, 234
112
άρρενες και 147 θήλεις, μέσης ηλικίας 22.281.73 και 22.211.64 αντίστοιχα, ζητήθηκε να συμπληρωθεί
επιδημιολογικό δελτίο με γενικά δημογραφικά στοιχεία (ηλικία, φύλο, ύψος, βάρος) και ερωτήσεις που
αφορούσαν στη λήψη βιταμινών και μετάλλων και στις συνήθειες καπνίσματος και σωματικής άσκησης. Ο
δείκτης μάζας σώματος (BMI) διέφερε στατιστικά σημαντικά (p<0.001) μεταξύ των δύο φύλων, 24.092.26
γιά τους άρρενες και 21.433.13 γιά τις θήλεις και ήταν σημαντικά (p<0.05) χαμηλότερος στους καπνιστές.
Βιταμίνες έπαιρναν 11.53% των αρρένων και 19.72% των θηλέων, Fe 1.28% και 13.60%, Ca 1.71% και
2.04%, δήλωσαν καπνιστές 37.61% και 29.93% αντίστοιχα. Στις θήλεις, σημαντικά υψηλότερη ήταν η λήψη
βιταμινών (p<0.05) και Fe (p<0.001), ενώ όσοι έπαιρναν βιταμίνες σε σημαντικά υψηλότερη αναλογία
έπαιρναν και Fe ή Ca. Σωματική άσκηση έκανε το 74.78% και 42.17% αντίστοιχα.
43
Μακροχρόνια νυκτερινή μηχανική υποστήριξη της αναπνοής στη χρόνια αναπνευστική ανεπάρκεια.
Β. Τσάρα, Α. Μανουσάκη, Α. Φιλανδριανός, Θ.Κ. Κωνσταντινίδης και Π. Χριστάκη
Πνεύμων. 1997, 10 (2): 113-119.
Σε 50 ασθενείς με χρόνια υπερκαπνική αναπνευστική ανεπάρκεια, εφαρμόσθηκε μηχανική υποστήριξη της
αναπνοής στη διάρκεια του ύπνου. Σε 36 ασθενείς συγχορηγήθηκε οξυγόνο, σε ροή κατάλληλη, ώστε
SaO2>90%. Μετά την εφαρμογή του μηχανικού αερισμού ΡaO 2 αυξήθηκε (από 48.110.7 mmHg σε
51.515.6 mmHg, διαφορά που δεν βρέθηκε στατιστικά σημαντική), η ΡaCO2 μειώθηκε (από 53.29.3
mmHg σε 49.29.2 mmHg, διαφορά στατιστικά σημαντική, p<0.05), ενώ δεν παρατηρήθηκαν μεταβολές
στατιστικά σημαντικές στις FEV1 και FVC. Επιπλέον μειώθηκε ο αριθμός των νοσηλειών γιά το σύνολο των
ασθενών μετά την εφαρμογή μηχανικής υποστήριξης της αναπνοής (από 2.41.5 σε 0.50.8 νοσηλείες),
διαφορά που βρέθηκε ότι ήταν στατιστικά σημαντική (p<0.001). Συμπεραίνεται ότι η εφαρμογή μηχανικής
υποστήριξης της αναπνοής βελτιώνει τις μερικές πιέσεις αερίων αίματος στους ασθενείς με χρόνια
αναπνευστική ανεπάρκεια σε σταθερή κατάσταση της νόσου και μειώνει σημαντική τη συχνότητα των
εισαγωγών τους γιά νοσηλεία.
44
Διασπορά της Λιστέριας σε επιφανειακά νερά.
Α. Παπά, Μ. Αρβανιτίδου-Βαγιωνά, Θ.Κ. Κωνσταντινίδης και Β.Δ. Δανιηλίδης
Δελτίο Ελληνικής Μικροβιολογικής Εταιρείας. 1996, 41 (6): 575-579.
Σε πέντε από 128 δείγματα επιφανειακών νερών απομονώθηκαν ισάριθμα στελέχη λιστέριας (3.9%), τα
οποία στο σύνολο τους ανήκαν στο παθογόνο είδος του γένους Listeria, τη Listeria monocytogenes. Οι μέσες
τιμές των λογαρίθμων των κλασικών δεικτών μόλυνσης δε διέφεραν σημαντικά μεταξύ των θετικών και
αρνητικών για λιστέρια δειγμάτων. Τα αποτελέσματα της μελέτης αυτής υποστηρίζουν την άποψη ότι τα
επιφανειακά νερά συμβάλλουν στη διασπορά του μικροοργανισμού, με πιθανότητα δυσμενών συνεπειών για
τη δημόσια υγεία. Επιπλέον εξετάσθηκαν τα ίδια δείγματα και για τους κλασικούς δείκτες μόλυνσης και γιά
την παρουσία σαλμονελλών. Οι σαλμονέλλες απομονώθηκαν σε ποσοστό 6.2%, ενώ οι δείκτες μόλυνσης
δεν διέφεραν σημαντικά μεταξύ των υποδομάδων των δειγμάτων που ήταν θετικά και αρνητικά, τόσο γιά
σαλμονέλλα όσο και γιά λιστέρια.
45
Η στάση της σύγχρονης ελληνίδας απέναντι στον θηλασμό. Μιά μελέτη στο βορειοελλαδικό χώρο.
Ι. Πατσούρου, Δ. Βαβίλης, Θ.Κ. Κωνσταντινίδης, Κ. Αντωνιάδου, Σ. Καϊτανίδης, Θ. Αγοραστός, Α.
Λουφόπουλος και Ι. Μπόντης
Στο: 11ο Βορειοελλαδικό Ιατρικό Συνέδριο. Τόμος Πρακτικών. σσ. 376-378. Εκδ. Ιατρική Εταιρεία
Θεσσαλονίκης. Θεσσαλονίκη, 1996.
Στην επιδημιολογική αυτή μελέτη, πήραν μέρος 126 λεχωΐδες, οι οποίες απάντησαν σε ερωτηματολόγιο κατά
το πρώτο πενθήμερος μετά τον τοκετό και δύο μήνες αργότερα. Οι ερωτήσεις αφορούσαν δημογραφικά
στοιχεία, μαιευτικό ιστορικό και στοιχεία γιά το νεογνό. Από τις 86 γυναίκες, των οποίων τα ερωτηματολόγια
αξιολογήθηκαν τελικά, οι 70 θήλασαν τα νεογνά τους. Δεν διαπιστώθηκε στατιστικά σημαντική διαφορά όσον
113
αφορά τα δημογραφικά στοιχεία και τα στοιχεία από το μαιευτικό ιστορικό ανάμεσα στις λεχωΐδες που
θήλασαν τα νεογνά τους και αυτές που δεν τα θήλασαν. Συμπερασματικά, το ποσοστό των λεχωΐδων που
θηλάζουν τα νεογνά τους βρέθηκε ότι είναι ιδιαίτερα ικανοποιητικό στο δείγμα που μελετήθηκε και δεν
φαίνεται να σχετίζεται με δημογραφικούς ή μαιευτικούς παράγοντες.
46
Μεταβολές οστικής πυκνότητας και υπερθυρεοειδισμός.
Φ. Παπαδοπούλου, Ν. Ποντικίδης, Θ.Κ. Κωνσταντινίδης και Γ.Ε. Κρασσάς
Οστούν. 1996, 7 (2): 72-78.
Σκοπός της προοπτικής αυτής έρευνας ήταν η μελέτη της επίδρασης του υπερθυρεοειδισμού στην οστική
πυκνότητα και οι μεταβολές της τελευταίας μετά την επίτευξη ευθυρεοειδισμού. Μελετήθηκαν 100 ασθενείς με
υπερθυρεοειδισμό (38 άνδρες 19-54 ετών και 62 γυναίκες 17-37 ετών, όλες αναπαραγωγικής ηλικίας), χωρίς
άλλη γνωστή αιτία οστεοπόρωσης. Η οστική πυκνότητα ελέγχθηκε με τη μέθοδο DEXA στη σπονδυλική
στήλη και σε 3 σημεία στο ισχίο (αυχένας, τροχαντήρας και τρίγωνο του Ward), πριν την έναρξη της
θεραπείας υπερθυρεοειδισμού, καθώς και σε 6, 12, 18, 24, 30 και 42 μήνες μετά την επίτευξη
ευθυρεοειδισμού, σε όσους είχαν ελαττωμένη οστική πυκνότητα. Από τους ασθενείς που μελετήθηκαν 18
άνδρες (47%) και 28 γυναίκες (45%), εχίαν ελαττωμένη οστική πυκνότητα(<2SD από το αναμενόμενο γιά την
ηλικία και το φύλο) πριν τη θεραπεία. Η οστική πυκνότητα αποκαταστάθηκε σε 5 άνδρες και 7 γυναίκες
στους 6 μήνες, σε 6 άνδρες και 7 γυναίκες στους 12 μήνες, σε 3 άνδρες και 2 γυναίκες στους 18 μήνες, σε 1
άνδρα και 2 γυναίκα στους 24 μήνες και τέλος σε 1 άνδρα και 1 γυναίκα στους 42 μήνες. Μία ασθενής
παρουσίασε βελτίωση της οστικής πυκνότητας αλλά όχι αποκατάσταση κατά τη διάρκεια των 42 μηνών που
μελετήθηκε, ενώ 5 ασθενείς (1 άνδρας και 4 γυναίκες) παρουσίασαν στασιμότητα των ευρημάτων και τέλος
άλλοι 5 ασθενείς αποχώρησαν από τη μελέτη στους 24 μήνες χωρίς αποκατάσταση των τιμών της οστικής
πυκνότητας. Συμπερασματικά, ο υπερθυρεοειδισμός προκαλεί ελάττωση της οστικής πυκνότητας σε
σημαντικό ποσοστό ασθενών, με την ίδια περίπου συχνότητα στα δύο φύλα, αλλά η μείωση των τιμών της
οστικής πυκνότητας είναι πλέον έκδηλη στους μεν άνδρες στη σπονδυλική στήλη, στις δε γυναίκες στη
σπονδυλική στήλη και στο ισχίο. Η οστική πυκνότητα βελτιώνεται προοδευτικά και αποκαθίσταται στους
περισσότερους ασθενείς με τη θεραπεία του υπερθυρεοειδισμού και η αποκατάσταση αυτή παρατηρείται
ταχύτερα στον αυχένα και στα δύο φύλα και ακολουθούν ο τροχαντήρας, το τρίγωνο του Ward και η
σπονδυλική στήλη.
47
Η συμβολή της ομαδικής μικροακτινογράφησης στην αποκάλυψη των πνευμονικών φυματικών αλλοιώσεων.
Ερευνα σε 11725 εργαζόμενους κατά το έτος 1995.
Ε. Γιάντσου, Θ.Κ. Κωνσταντινίδης, Ε. Καλαφάτη, Ε. Αμπερίδου και Χ. Τζημάκας
Εκδ. Ινστιτούτο Νοσημάτων Θώρακα, Υγιεινής και Ασφάλειας της Εργασίας. Παράρτημα Θεσσαλονίκης.
Θεσσαλονίκη, 1996.
Η έρευνα πραγματοποιήθηκε στην πόλη της Θεσσαλονίκης με σκοπό να εκτιμηθεί η παρουσία ενεργών ή
λανθανουσών φυματικών αλλοιώσεων σε ομάδα εργαζομένων κατά τεκμήριο υγιών ατόμων (έκφραση του
φαινομένου του υγιούς εργαζομένου). Κατά το έτος 1995 εξετάσθηκαν στο ΙΕΝΘΘ, με τη μέθοδο της
μικροακτινογράφησης θώρακος, 11725 εργαζόμενοι (5959 άρρενες και 5766 θήλεις) ηλικίας από 15 έως 74
ετών, προκειμένου να ανανεωθούν τα επαγγελματικά βιβλιάρια υγείας τους. Καταγράφονται τα
επασβεστωμένα στοιχεία του πρωτοπαθύς συμπλέγματος και οι λανθάνουσες εστίες αιματικής διασποράς
στα άνω πνευμονικά πεδία (ινώδη και επασβεστωμένα στοιχεία, εστίες Simon, πάχυνση κορυφαίας
καλύπτρας). Σε όσες περιπτώσεις τα απεικονιστικά ευρήματα υπαινίσσονταν ενεργό φυματίωση,
ακολουθούσε ευρύτερος κλινικός, ακτινολογικός και μικροβιολογικός (εξέταση πτυέλων) έλεγχος,
προκειμένου οι εξεταζόμενοι να καταταγούν στην κατηγορία 3 (ενεργός νόσος) ή 4 (ανενεργός νόσος). Τα
αποτελέσματα εκτιμήθηκαν ανά πενταετία ηλικιών, με υπολογισμό του σχετικού κινδύνου (RR) και των 95%
ορίων εμπιστοσύνης του (95%CI), της κάθε ηλικιακής ομάδας, κατά φύλο. Γιά τον έλεγχο της γραμμικής
τάσης των συχνοτήτων λανθανουσών εστιών ως προς την ηλικία έγινε εφαρμογή της δοκιμασίας MandelHaenszel for linear trend. Σύμφωνα με τα αποτελέσμα της έρευνας βρέθηκαν 113 περιπτώσεις (0.96%) με
114
στοιχεία πρωτοπαθούς συμπλέγματος και κατανομή των εστιών κατά το πρότυπο της εξωγενούς διασποράς.
Λανθάνουσες ενδοπνευμονικές εστίες βρέθηκαν σε 116 περιπτώσεις (0.99%) με αυξανόμενη συχνότητα
προϊούσης της ηλικίας. Σε 7 περιπτώσεις διαπιστώθηκε ενεργός πνευμονική φυματίωση σε άτομα ηλικίας
από 23 έως 37 ετών. Συμπεραίνεται ότι στην υπό εξέταση ομάδα, η επίπτωση της ενεργού φυματίωσης είναι
πολύ υψηλή, αφού το δείγμα πρέπει να θεωρηθεί μεροληπτικά επιλεγμένο (αφού πρόκειται γιά κατά τεκμήριο
υγιή άτομα) και βρέθηκε να αντιστοιχεί σε 60 περιστατικά ανά 100000 εργαζόμενους της κατηγορίας αυτής.
Τα δεδομένα κρίνονται ανησυχητικά γιατί τα περιστατικά εντοπίζονται σε άτομα μικρών σχετικά ηλικιών,
χωρίς έκδηλα κλινικά φαινόμενα και με κατανομή που αντιστοιχεί σε εξωγενή διασπορά.
48
Η ηπατίτιδα Β και οι χρήστες ενδοφλεβίως λαμβανομένων εξαρτησιογόνων ουσιών στη Βόρεια Ελλάδα.
Κ. Μανδραβέλη, Θ.Κ. Κωνσταντινίδης, Β.Γ. Κιοσές, Ι. Ντούτσος, Ι. Δουμπόγιας και Β.Χ.
Κατσουγιαννόπουλος
Στο: 2ο Πανελλήνιο Συνέδριο Μελέτης Εξαρτησιογόνων Ουσιών. Τόμος Πρακτικών. Επιμέλεια έκδοσης: Α.Γ.
Παραδέλλης. σσ. 646-655. Εκδ. University Studio Press. Θεσσαλονίκη, 1995.
Οι χρήστες ενδοφλεβίως λαμβανόμενων εξαρτησιογόνων ουσιών αποτελούν ομάδα αυξημένου κινδύνου της
παρεντερικής μετάδοσης του ιού της ηπατίτιδας Β. Με σκοπό τη μελέτη του προβλήματος αυτού, εξετάσθηκαν
276 χρήστες ενδοφλεβίως λαμβανόμενων εξαρτησιογόνων ουσιών (226 άρρενες και 50 θήλεις) γιά επαφή
τους με τον ιό της ηπατίτιδας Β (HBV). Σύμφωνα με τα αποτελέσματα του εργαστηριακού ελέγχου, βρέθηκαν
38 άρρενες και 10 θήλεις με ηπατίτιδα σε εξέλιξη, ενώ 70 άρρενες και 16 θήλεις βρέθηκαν με ηπατίτιδα Β σε
αποδρομή, δηλαδή επιπολασμός 47.8% γιά τους άρρενες και 52.0% γιά τις θήλεις. Συμπερασματικά φαίνεται
ότι ο επιπολασμός της ηπατίτιδας Β (HBV) στους χρήστες ενδοφλεβίως λαμβανόμενων εξαρτησιογόνων
ουσιών είναι σε ποσοστά παρόμοιος με τα άτομα που βρίσκονται σε αυξημένο κίνδυνο λόγω πολλαπλών
μεταγγίσεων ή ιδρυματικής διαβίωσης.
49
Η ηπατίτιδα C και οι χρήστες ενδοφλέβια εξαρτησιογόνων ουσιών στη Βόρεια Ελλάδα.
Κ. Μανδραβέλη, Β.Γ. Κιοσές, Θ.Κ. Κωνσταντινίδης, Ι. Ντούτσος, Ι. Δουμπόγιας και Β.Χ.
Κατσουγιαννόπουλος
Στο: 2ο Πανελλήνιο Συνέδριο Μελέτης Εξαρτησιογόνων Ουσιών. Τόμος Πρακτικών. Επιμέλεια έκδοσης: Α.Γ.
Παραδέλλης. σσ. 473-482. Εκδ. University Studio Press. Θεσσαλονίκη, 1995.
Οι χρήστες ενδοφλεβίως λαμβανόμενων εξαρτησιογόνων ουσιών αποτελούν την κύρια ομάδα παρεντερικής
μετάδοσης του ιού της ηπατίτιδας C (HCV). Σκοπός της μελέτης αυτής ήταν η επιδημιολογική διερεύνηση της
συχνότητας των anti-HCV σε χρήστες ενδοφλεβίως λαμβανόμενων εξαρτησιογόνων ουσιών σε άτομα που
προέρχονται από τη Βόρεια Ελλάδα, καθώς και η προσπάθεια διερεύνησης των ειδικών συνθηκών που
επηρεάζουν την οροθετικότητα αυτήν. Ελέγχθηκαν 276 χρήστες, οι οποίοι προσήλθαν κατά τα έτη 1990-1993
στο Εθνικό Κέντρο Αναφοράς AIDS γιά εξέταση anti-HIV και βρέθηκαν θετικοί σε anti-HCV σε αναλογία
63.8% με ήπια υψηλότερη τη συχνότητα στους άρρενες, που όμως δεν ήταν στατιστικά σημαντική. Επίσης
μη στατιστικά σημαντική ήταν η διαφορά στην ηλικία μεταξύ των δύο υποομάδων χρηστών, όπως άλλωστε
και στη συχνότητα χρήσης καθώς και στη συχνότητα χρήσης μεταχειρισμένων συρίγγων.
50
Κάπνισμα, χρήση καφέ και αλκοολούχων ποτών από εφήβους της Θεσσαλονίκης.
Κ. Δελίδου-Τσόγια, Α. Γρηγοριάδου, Θ.Κ. Κωνσταντινίδης και Β. Κατσουγιαννόπουλος
Στο: 1ο Πανελλήνιο Συνέδριο Μελέτης Τοξικομανιογόνων Ουσιών. Τόμος Πρακτικών. Επιμέλεια έκδοσης:
Α.Γ. Παραδέλλης. σσ. 631-639. Εκδ. University Studio Press. Θεσσαλονίκη, 1994.
Σκοπός της έρευνας ήταν να προσδιορισθεί η συχνότητα της κατνάλωσης καφέ, αλκοολούχων ποτών και
τσιγάρων από τους εφήβους, ώστε να εφαρμοσθεί πολιτική παρέμβασης. Γιά τη μελέτη του προβλήματος
χρησιμοποιήθηκαν ανώνυμα ερωτηματολόγια με στοιχεία δημογραφικά και ερωτήσεις που αφορούσαν τη
συνήθεια του καπνίσματος και τη χρήση ποτών και καφές. Συμπληρώθηκαν 830 δελτία από μαθητές λυκείων
115
της Θεσσαλονίκης, ηλικίας 17-25 ετών (430 άρρενες και 400 θήλεις). Από τα αποτελέσματα φαίνεται ότι το
28.8% των αρρένων και το 26.7% των θηλέων καπνίζουν συστηματικά και το 9.7% και 9.5% αντίστοιχα
καταναλώνουν περισσότερους από 2 καφέδες την ημέρα. Η πλειοψηφία των μαθητών καταναλώνει 1-2
ποτήρια οινοπνευματώδη μία φορά την εβδομάδα, ενώ το 35.1% των αρρένων και το 17.5% των θηλέων
πίνουν τουλάχιστον 3 φορές την εβδομάδα, περισσότερα από 2 ποτήρια. Διαπιστώνεται ότι είναι αρκετά
διαδεδομένη η συνήθεια του καπνίσματος στους εφήβους και υψηλή η κατανάλωση αλκοολούχων ποτών.
51
Χρήση παυσίπονων, ηρεμιστικών και τοξικομανιογόνων ουσιών από εφήβους και νεαρούς ενήλικες.
Α. Γρηγοριάδου, Κ. Δελίδου-Τσόγια, Θ.Κ. Κωνσταντινίδης και Β. Κατσουγιαννόπουλος
Στο: 1ο Πανελλήνιο Συνέδριο Μελέτης Τοξικομανιογόνων Ουσιών. Τόμος Πρακτικών. Επιμέλεια έκδοσης:
Α.Γ. Παραδέλλης. σσ. 586-592. Εκδ. University Studio Press. Θεσσαλονίκη, 1994.
Η έρευνα πραγματοποιήθηκε με σκοπό να καθορισθεί ο βαθμός χρήσης παισίπονων φαρμάκων και
τοξικομανιογόνων ουσιών από μαθητές λυκείου, προκειμένου να βοηθηθεί ο σχεδιασμός προγραμμάτων
αγωγής υγείας. Γιά την πραγμάτωση της επιδημιολογικής έρευνας διανεμήθηκαν σε μαθητές λυκείων 830
επιδημιολογικά δελτία. Από αυτά τα 430 απαντήθηκαν από άρρενες και τα 400 από θήλεις. Τα αποτελέσματα
έδειξαν ότι το 77.7% δεν κάνει χρήση παυσίπονων φαρμάκων και ότι μόνο το 4.7% καταναλώνει
περισσότερα από 3 χάπια την εβδομάδα. Σχεδόν όλοι απέχουν πλκήρως από τη χρήση ηρεμιστικών
φαρμάκων, όμως το 7.5% του συνόλου έχει δοκιμάσει ή έκανε χρήση ναρκωτικών ουσιών. Από την έρευνα
προκύπτει ότι είναι μικρή η χρήση των παυσίπονων φαρμάκων από τους εφήβους και εξαιρετικά
περιορισμένη η χρήση ηρεμιστικών, ενώ αντίθετα είναι αρκετά μεγάλο το ποσοστό των νέων που έχει κάνει
χρήση ναρκωτικών ουσιών μία φορά.
52
Η συμβολή της στατιστικής μεθοδολογίας στην Ιατρική.
Θ.Κ. Κωνσταντινίδης
Ελληνική Ιατρική. 1994, 60 (Παρ. 1): 27-37.
Περιγράφηκαν οι συνήθεις βιομετρικές μέθοδοι που είναι εφαρμόσιμες στην ιατρική έρευνα, τόσο την
επιδημιολογική, όσο και την κλινική. Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στην περιγραφή του τύπου των κατανομών των
βιοϊατρικών δεδομένων. Περιγράφηκαν επίσης και συζητήθηκαν οι εφαρμογές που παρέχονται με χρήση
ηλεκτρονικού υπολογιστή, οι πολλαπλές τεχνικές ευχέρειες, αλλά και τα πιθανά μεθοδολογικά προβλήματα
που υποκρύπτονται.
53
Η ικανοποίηση ασθενών - χρηστών τακτικών ιατρείων πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας και νοσοκομείου.
Α. Μπένος, Α. Αντωνοπούλου, Θ.Κ. Κωνσταντινίδης, Α. Δημητριάδου, Δ. Καραμιτοπούλου και Β.Χ.
Κατσουγιαννόπουλος
Στο: 8ο Βορειοελλαδικό Ιατρικό Συνέδριο. Τόμος Πρακτικών. σσ. 812-817. Εκδ. Ιατρική Εταιρεία
Θεσσαλονίκης. Θεσσαλονίκη, 1993.
Με τη βοήθεια ειδικά σχεδιασμένου ερωτηματολόγιου εκτιμήθηκε το επίπεδο ικανοποίησης ασθενών από τη
χρήση υπηρεσιών υγείας των Τακτικών Ιατρείων του Κέντρου Υγείας Κουφαλίων Νομού Θεσσαλονίκης και
των Εξωτερικών Ιατρείων του Παθολογικού Τομέα του ΓΠΝΘ ΑΧΕΠΑ. Η ικανοποίηση των ασθενών
συσχετίζεται σε στατιστικά σημαντικά επίπεδα με δύο ομάδες παραμέτρων. Η πρώτη αφορά στις
παραμέτρους οι οποίες συσχετίζουν την ικανοποίηση των χρηστών με την επαφή με το ιατρικό και
νοσηλευτικό προσωπικό, ενώ η δεύτερη αντίστοιχα με την προσπελασιμότητα των υπηρεσιών. Σχετικά με
την επαφή σημαντικό ρόλο παίζει ο χρόνος που αφιερώνεται στην εξέταση, οι πληροφορίες που δίδονται για
την κατάσταση υγείας καθώς και οι συμβουλές για την πρόληψη της αρρώστειας και την προάσπιση της
υγείας. Σημαντικό ρόλο στην ικανοποίηση παίζει ο χρόνος αναμονής, η διαδικασία προσυνεννόησης και οι
ημέρες αναμονής. Στη συνολική εκτίμηση του επίπεδου ικανοποίησης παρατηρήθηκε στατιστικά σημαντική
116
διαφορά στη μεγαλύτερη ικανοποίηση των χρηστών του Κέντρου Υγείας σε σύγκριση με τους χρήστες των
αντίστοιχων υπηρεσιών του Νοσοκομείου.
54
Τύρφη Φιλίππων, Λιγνίτες Μαυρολεύκης: Υγειονομικές και περιβαλλοντικές επιπτώσεις από τη χρήση τους
γιά ηλεκτροπαραγωγή.
Θ.Κ. Κωνσταντινίδης
Δελτίο Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδας - Τμήμα Ανατολικής Μακεδονίας. 1990, 1 (6): 104-108.
Η εργασία αναφέρεται στα ενεργειακά αποθέματα της πεδιάδας Δράμας-Φιλίππων και ειδικότερα στις
ανθρακούχες ενεργειακές πρώτες ύλες της περιοχής και την πιθανή εκμετάλλευσή τους γιά
ηλεκτροπαραγωγή με καύση γιά ηλεκτροπαραγωγή. Το μεγαλύτερο μέρος της εργασίας παρουσιάζει τις
πιθανές επιπτώσεις που θα υπάρξουν με τη χρήση του λιγνίτη και της τύρφης της πεδιάδας γιά
ηλεκτροπαραγωγή, τόσο στο περιβάλλον, όσο και στην υγεία των πολιτών της περιοχής.
117
Συγγραφή βιβλίων
1. Χρήστος Νικολαΐδης και Θ.K. Κωνσταντινίδης, Μελέτη θνησιμότητας στη διασυνοριακή περιοχή
Ελλάδας - Βουλγαρίας (Ανατολική Μακεδονία και Θράκη - Νότια Κεντρική Βουλγαρία). Εκδ.
Περιφερειακό Ταμείο Ανάπτυξης Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης, Εργαστήριο Υγιεινής και
Προστασίας Περιβάλλοντος, Τμήματος Ιατρικής Δ.Π.Θ. σσ. 100. Αλεξανδρούπολη, 2013.
2. Μηνάς Αναλυτής, Εύη Γεωργιάδου, Αφροδίτη Δάικου Σπύρος Δρίβας, Βασίλης Δρακόπουλος,
Θεώνη Κουκουλάκη, Πινότση Δήμητρα, Αντώνης Ταργουτζίδης και Θ.Κ. Κωνσταντινίδης,
Πρόταση για την Καταγραφή Επαγγελματικών Ασθενειών, την Καταγραφή Εργατικών Ατυχημάτων
(Ανάλυση Αιτιών και Κινδύνων Ατυχήματος - Πρόληψη) και την κατά κλάδο απασχόλησης οργάνωση
και δόμηση Εσωτερικών Υπηρεσιών Προστασίας και Πρόληψης. Εκδ. Ελληνικό Ινστιτούτο Υγιεινής
και Ασφάλειας της Εργασίας. Αθήνα, 2001. Ανατύπωση. σσ. 27. Αθήνα, 2012.
3. Θ.Κ. Κωνσταντινίδης και Τριανταφυλλιά Θ. Γλάνια, Εξωτερικές Αιτίες Κάκωσης Προεφηβικής και
Εφηβικής Ηλικίας στην Περιοχή της Θράκης. Εκδ. Εργαστήριο Υγιεινής και Προστασίας
Περιβάλλοντος, Τμήματος Ιατρικής Δ.Π.Θ. σσ. 32. Αλεξανδρούπολη, 2012.
4. Β. Μακρόπουλος, Σ. Δρίβας, Β. Δρακόπουλος, Δ. Πινότση, Κ. Καμπόση και Θ.Κ.
Κωνσταντινίδης, Επιπτώσεις της ατμοσφαιρικής ρύπανσης, διερεύνηση της κατά αιτία
θνησιμότητας στους κατοίκους της περιοχής που γειτνιάζει με τον Ατμοηλεκτρικό Σταθμό
Μεγαλόπολης. Εκδ. Ελληνικό Ινστιτούτο Υγιεινής και Ασφάλειας της Εργασίας. σσ. 110. Αθήνα,
2012.
5. Θεοχάρης Κωνσταντινίδης, Αθανάσιος Τσελεμπόνης, Ιωάννα Αλεξανδροπούλου, Χρήστος
Νικολαΐδης, Θεόδωρος Παρασίδης, Κωνσταντίνα. Τονονίδου, Μαρία Πανοπούλου και Θ.Κ.
Κωνσταντινίδης, Αποτίμηση του μικροβιακού φορτίου στο άψυχο περιβάλλον σε Μ.Ε.Θ., και ο
ρόλος των εργαζομένων στην οριζόντια μετάδοσή του. Εκδ. Εργαστήριο Υγιεινής και Προστασίας
Περιβάλλοντος, Τμήματος Ιατρικής Δ.Π.Θ. σσ. 134. Αλεξανδρούπολη, 2012.
6. Μ. Αγαθοκλέους, Δ. Χαδόλιας και Θ.Κ. Κωνσταντινίδης, Βιολογικοί και Χημικοί Παράγοντες
Επικινδυνότητας Τεχνιτών Περιποίησης Νυχιών. Εκδ. Εργαστήριο Υγιεινής και Προστασίας
Περιβάλλοντος, Τμήματος Ιατρικής Δ.Π.Θ. σσ. 166. Αλεξανδρούπολη, 2012.
7. Ε.Ν. Βελονάκης, Ε. Θανασιάς, Κ. Θεοδοσίου, Ζ. Μελαμπιανάκη, Θ.Κ. Κωνσταντινίδης και Α.
Βατόπουλος, Legionella spp. και Χώροι Εργασίας. Εκδ. Ελληνική Εταιρεία Ιατρικής της Εργασίας
και Περιβάλλοντος. σσ. 204. Αθήνα, 2010.
8. Στυλιανός Κ. Τσίπος και Θ.Κ. Κωνσταντινίδης, Βασικές Αρχές Βιοστατιστικής. Εφαρμογές με
χρήση του SPSS. Εκδ. Ελληνική Εταιρεία Γενικής Ιατρικής, Περιφερειακό Τμήμα ΕΛ.Ε.ΓΕ.ΙΑ.
Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης, Εργαστήριο Υγιεινής και Προστασίας Περιβάλλοντος, Τμήματος
Ιατρικής Δ.Π.Θ. σσ. 104. Αλεξανδρούπολη, 2010.
9. Χρήστος Νικολαΐδης και Θ.K. Κωνσταντινίδης, Μελέτη επιπτώσεων από το μεταλλείο Κίρκης.
Αξιολόγηση της περιβαλλοντικής ρύπανσης και Κίνδυνοι σχετικοί με τη Δημόσια Υγεία. Εκδ.
Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Ροδόπης - Εβρου, Εργαστήριο Υγιεινής και Προστασίας Περιβάλλοντος,
Τμήματος Ιατρικής Δ.Π.Θ. σσ. 64. Αλεξανδρούπολη, 2010.
10. Ε. Μουστάκα, Ι. Ζάντζος και Θ.Κ. Κωνσταντινίδης, Εκφάνσεις του Εργασιακού Αγχους στην
Ψυχική και την Σωματική Υγεία (Ερευνα σε Νοσηλευτικό Προσωπικό). Εκδ. Εργαστήριο Υγιεινής και
Προστασίας Περιβάλλοντος, Τμήματος Ιατρικής Δ.Π.Θ. σσ. 188. Αλεξανδρούπολη, 2010.
118
11. Ι. Αλεξανδροπούλου, Α. Βαρελά, Μ. Κάπη, Θ.Γ. Κωνσταντινίδης, Π. Μάνδαλος, Σ.
Μπινοπούλου, Χ. Νικολαΐδης, Θ. Παρασίδης, A. Τσελεμπόνης και Θ.Κ. Κωνσταντινίδης,
Χρήσεις του νερού και επιπτώσεις στην υγεία των πολιτών από τη σκοποιά της Υγιεινής
Περιβάλλοντος. Εκδ. Κέντρο Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων, Περιφερειακό Εργαστγήριο
Δημόσιας Υγείας Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης, Εργαστήριο Υγιεινής και Προστασίας
Περιβάλλοντος, Τμήματος Ιατρικής Δ.Π.Θ. σσ. 127. Αλεξανδρούπολη, 2009
12. Ι. Καρούτσου, Θ. Λαμπρούσης και Θ.Κ. Κωνσταντινίδης, Υγιεινή και Ασφάλεια της Εργασίας για
τους εργαζόμενους στον τομέα της επείγουσας διακομιδής ασθενών (Εκτίμηση επικινδυνότητας
εργασίας στη λειτουργία του Ε.Κ.Α.Β. Αθήνας). Εκδ. Εργαστήριο Υγιεινής και Προστασίας
Περιβάλλοντος, Τμήματος Ιατρικής Δ.Π.Θ. σσ. 126. Αλεξανδρούπολη, 2007.
13. Α. Ταργουτζίδης, Ν. Βαγιόκας, Β. Δρακόπουλος, Σ. Δρεπανιώτης, Θ.Κ. Κωνσταντινίδης, Δ.
Πινότση και Χ. Χατζηιωάννου, Ορυχεία-μεταλλεία. (Κλαδική Μελέτη Επικινδυνότητας για την
Υγιεινή και Ασφάλεια της Εργασίας). Εκδ. Ελληνικό Ινστιτούτο Υγιεινής και Ασφάλειας της Εργασίας.
σσ. 112. Αθήνα, 2007.
14. Α. Ταργουτζίδης, Χ. Χατζηιωάννου και Θ.Κ. Κωνσταντινίδης, Υγεία και ασφάλεια της εργασίας
στα ορυχεία-μεταλλεία. Εκδ. Ελληνικό Ινστιτούτο Υγιεινής και Ασφάλειας της Εργασίας. σσ. 28.
Αθήνα, 2007.
15. Α. Ταργουτζίδης, Ν. Βαγιόκας, Θ. Κουκουλάκη, Θ.Κ. Κωνσταντινίδης, Κ. Λώμη και Χ.
Χατζηιωάννου, Κλωστοϋφαντουργία. (Κλαδική Μελέτη Επικινδυνότητας για την Υγιεινή και
Ασφάλεια της Εργασίας). Εκδ. Ελληνικό Ινστιτούτο Υγιεινής και Ασφάλειας της Εργασίας. σσ. 160.
Αθήνα, 2007.
16. Α. Ταργουτζίδης, Χ. Χατζηιωάννου και Θ.Κ. Κωνσταντινίδης, Υγεία και ασφάλεια της εργασίας
στην κλωστοϋφαντουργία. Εκδ. Ελληνικό Ινστιτούτο Υγιεινής και Ασφάλειας της Εργασίας. σσ. 32.
Αθήνα, 2007.
17. Θ.Κ. Κωνσταντινίδης, Περιγραφική επιδημιολογία των εργατικών ατυχημάτων στον ελληνικό
πληθυσμό κατά την περίοδο 1956-1994. Εκδ. Ελληνικό Ινστιτούτο Υγιεινής και Ασφάλειας της
Εργασίας. Αθήνα, 2001. Ανατύπωση. σσ. 84. Αθήνα, 2003.
18. Θ.Κ. Κωνσταντινίδης, Η επίδραση της ειδικής σε συνάρτηση με την ηλικία και το φύλο
θνησιμότητας στο προσδόκιμο επιβίωσης του ελληνικού πληθυσμού. (Διδακτορική διατριβή). Εκδ.
Εργαστήριο Υγιεινής, Ιατρικής Σχολής Α.Π.Θ. σσ. 272. Θεσσαλονίκη, 1997.
119
Συγγραφή βιβλίων (εξώφυλλα)
120
01
Μελέτη θνησιμότητας στη διασυνοριακή περιοχή Ελλάδας - Βουλγαρίας (Ανατολική Μακεδονία και Θράκη Νότια Κεντρική Βουλγαρία).
Χρήστος Νικολαΐδης και Θ.K. Κωνσταντινίδης
Εκδ. Περιφερειακό Ταμείο Ανάπτυξης Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης και Εργαστήριο Υγιεινής και
Προστασίας Περιβάλλοντος, Τμήματος Ιατρικής Δ.Π.Θ. σσ. 100. Αλεξανδρούπολη, 2013.
121
02
Πρόταση για την Καταγραφή Επαγγελματικών Ασθενειών, την Καταγραφή Εργατικών Ατυχημάτων (Ανάλυση
Αιτιών και Κινδύνων Ατυχήματος - Πρόληψη) και την κατά κλάδο απασχόλησης οργάνωση και δόμηση
Εσωτερικών Υπηρεσιών Προστασίας και Πρόληψης.
Μηνάς Αναλυτής, Εύη Γεωργιάδου, Αφροδίτη Δάικου Σπύρος Δρίβας, Βασίλης Δρακόπουλος, Θεώνη
Κουκουλάκη, Πινότση Δήμητρα, Αντώνης Ταργουτζίδης και Θ.Κ. Κωνσταντινίδης
Εκδ. Ελληνικό Ινστιτούτο Υγιεινής και Ασφάλειας της Εργασίας. σσ. 27. Αθήνα, 2012.
122
03
Εξωτερικές Αιτίες Κάκωσης Προεφηβικής και Εφηβικής Ηλικίας στην Περιοχή της Θράκης.
Θ.Κ. Κωνσταντινίδης και Τριανταφυλλιά Θ. Γλάνια
Εκδ. Εργαστήριο Υγιεινής και Προστασίας Περιβάλλοντος, Τμήματος Ιατρικής Δ.Π.Θ. σσ. 32.
Αλεξανδρούπολη, 2012.
123
04
Επιπτώσεις της ατμοσφαιρικής ρύπανσης, διερεύνηση της κατά αιτία θνησιμότητας στους κατοίκους της
περιοχής που γειτνιάζει με τον Ατμοηλεκτρικό Σταθμό Μεγαλόπολης.
Β. Μακρόπουλος, Σ. Δρίβας, Β. Δρακόπουλος, Δ. Πινότση, Κ. Καμπόση και Θ.Κ. Κωνσταντινίδης
Εκδ. Ελληνικό Ινστιτούτο Υγιεινής και Ασφάλειας της Εργασίας. σσ. 110. Αθήνα, 2012.
124
05
Αποτίμηση του μικροβιακού φορτίου στο άψυχο περιβάλλον σε Μ.Ε.Θ. και ο ρόλος των εργαζομένων στην
οριζόντια μετάδοσή του.
Θεοχάρης Κωνσταντινίδης, Αθανάσιος Τσελεμπόνης, Ιωάννα Αλεξανδροπούλου, Χρήστος Νικολαΐδης,
Θεόδωρος Παρασίδης, Κωνσταντίνα. Τονονίδου, Μαρία Πανοπούλου και Θ.Κ. Κωνσταντινίδης
Εκδ. Εργαστήριο Υγιεινής και Προστασίας Περιβάλλοντος, Τμήματος Ιατρικής Δ.Π.Θ. σσ. 134.
Αλεξανδρούπολη, 2012.
125
06
Βιολογικοί και Χημικοί Παράγοντες Επικινδυνότητας Τεχνιτών Περιποίησης Νυχιών.
Μ. Αγαθοκλέους, Δ. Χαδόλιας και Θ.Κ. Κωνσταντινίδης
Εκδ. Εργαστήριο Υγιεινής και Προστασίας Περιβάλλοντος, Τμήματος Ιατρικής Δ.Π.Θ. σσ. 166.
Αλεξανδρούπολη, 2012.
126
07
Legionella spp. και Χώροι Εργασίας.
Ε.Ν. Βελονάκης, Ε. Θανασιάς, Κ. Θεοδοσίου, Ζ. Μελαμπιανάκη, Θ.Κ. Κωνσταντινίδης και Α.
Βατόπουλος
Εκδ. Ελληνική Εταιρεία Ιατρικής της Εργασίας και Περιβάλλοντος. σσ. 204. Αθήνα, 2010.
127
08
Βασικές Αρχές Βιοστατιστικής. Εφαρμογές με χρήση του SPSS.
Στυλιανός Κ. Τσίπος και Θ.Κ. Κωνσταντινίδης
Εκδ. Ελληνική Εταιρεία Γενικής Ιατρικής, Περιφερειακό Τμήμα ΕΛ.Ε.ΓΕ.ΙΑ. Ανατολικής Μακεδονίας και
Θράκης, Εργαστήριο Υγιεινής και Προστασίας Περιβάλλοντος, Τμήματος Ιατρικής Δ.Π.Θ. σσ. 104.
Αλεξανδρούπολη, 2010.
128
09
Μελέτη επιπτώσεων από το μεταλλείο Κίρκης. Αξιολόγηση της περιβαλλοντικής ρύπανσης και Κίνδυνοι
σχετικοί με τη Δημόσια Υγεία.
Χρήστος Νικολαΐδης και Θ.K. Κωνσταντινίδης
Εκδ. Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Ροδόπης - Εβρου, Εργαστήριο Υγιεινής και Προστασίας Περιβάλλοντος,
Τμήματος Ιατρικής Δ.Π.Θ. σσ. 64. Αλεξανδρούπολη, 2010.
129
10
Εκφάνσεις του Εργασιακού Αγχους στην Ψυχική και την Σωματική Υγεία (Ερευνα σε Νοσηλευτικό
Προσωπικό).
Ε. Μουστάκα, Ι. Ζάντζος και Θ.Κ. Κωνσταντινίδης
Εκδ. Εργαστήριο Υγιεινής και Προστασίας Περιβάλλοντος, Τμήματος Ιατρικής Δ.Π.Θ. σσ. 188.
Αλεξανδρούπολη, 2010.
130
11
Χρήσεις του νερού και επιπτώσεις στην υγεία των πολιτών από τη σκοποιά της Υγιεινής Περιβάλλοντος.
Ι. Αλεξανδροπούλου, Α. Βαρελά, Μ. Κάπη, Θ.Γ. Κωνσταντινίδης, Π. Μάνδαλος, Σ. Μπινοπούλου, Χ.
Νικολαΐδης, Θ. Παρασίδης, A. Τσελεμπόνης και Θ.Κ. Κωνσταντινίδης
Εκδ. Κέντρο Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων, Περιφερειακό Εργαστγήριο Δημόσιας Υγείας Ανατολικής
Μακεδονίας και Θράκης, Εργαστήριο Υγιεινής και Προστασίας Περιβάλλοντος, Τμήματος Ιατρικής Δ.Π.Θ. σσ.
127. Αλεξανδρούπολη, 2009.
131
12
Υγιεινή και Ασφάλεια της Εργασίας για τους εργαζόμενους στον τομέα της επείγουσας διακομιδής ασθενών
(Εκτίμηση επικινδυνότητας εργασίας στη λειτουργία του Ε.Κ.Α.Β. Αθήνας).
Ι. Καρούτσου, Θ. Λαμπρούσης και Θ.Κ. Κωνσταντινίδης
Εκδ. Εργαστήριο Υγιεινής και Προστασίας Περιβάλλοντος, Τμήματος Ιατρικής Δ.Π.Θ. σσ. 126.
Αλεξανδρούπολη, 2007.
132
13
Ορυχεία-μεταλλεία. (Κλαδική Μελέτη Επικινδυνότητας για την Υγιεινή και Ασφάλεια της Εργασίας).
Α. Ταργουτζίδης, Ν. Βαγιόκας, Β. Δρακόπουλος, Σ. Δρεπανιώτης, Θ.Κ. Κωνσταντινίδης, Δ. Πινότση και
Χ. Χατζηιωάννου
Εκδ. Ελληνικό Ινστιτούτο Υγιεινής και Ασφάλειας της Εργασίας. σσ. 112. Αθήνα, 2007.
133
14
Υγεία και ασφάλεια της εργασίας στα ορυχεία-μεταλλεία.
Α. Ταργουτζίδης, Χ. Χατζηιωάννου και Θ.Κ. Κωνσταντινίδης
Εκδ. Ελληνικό Ινστιτούτο Υγιεινής και Ασφάλειας της Εργασίας. σσ. 28. Αθήνα, 2007.
134
15
Κλωστοϋφαντουργία. (Κλαδική Μελέτη Επικινδυνότητας για την Υγιεινή και Ασφάλεια της Εργασίας).
Α. Ταργουτζίδης, Ν. Βαγιόκας, Θ. Κουκουλάκη, Θ.Κ. Κωνσταντινίδης, Κ. Λώμη και Χ. Χατζηιωάννου
Εκδ. Ελληνικό Ινστιτούτο Υγιεινής και Ασφάλειας της Εργασίας. σσ. 160. Αθήνα, 2007.
135
16
Υγεία και ασφάλεια της εργασίας στην κλωστοϋφαντουργία.
Α. Ταργουτζίδης, Χ. Χατζηιωάννου και Θ.Κ. Κωνσταντινίδης
Εκδ. Ελληνικό Ινστιτούτο Υγιεινής και Ασφάλειας της Εργασίας. σσ. 32. Αθήνα, 2007.
136
17
Περιγραφική επιδημιολογία των εργατικών ατυχημάτων στον ελληνικό πληθυσμό κατά την περίοδο 19561994.
Θ.Κ. Κωνσταντινίδης
Εκδ. Ελληνικό Ινστιτούτο Υγιεινής και Ασφάλειας της Εργασίας. σσ. 84. Αθήνα, 2001. Ανατύπωση. Αθήνα,
2003.
137
18
Η επίδραση της ειδικής σε συνάρτηση με την ηλικία και το φύλο θνησιμότητας στο προσδόκιμο επιβίωσης
του ελληνικού πληθυσμού. (Διδακτορική διατριβή).
Θ.Κ. Κωνσταντινίδης
Εκδ. Εργαστήριο Υγιεινής, Ιατρικής Σχολής Α.Π.Θ. σσ. 272. Θεσσαλονίκη, 1997.
138
Επιμέλεια έκδοσης βιβλίων
1. Σ. Ζύγα, Μ. Μαλλιαρού και Θ.Κ. Κωνσταντινίδης (εκδ.), Οδηγίες του Παγκόσμιου Οργανισμού
Υγείας για την Υγιεινή των Χεριών στη Φροντίδα Υγείας (Σύνοψη). Μετάφραση: Μ. Μαλλιαρού, Α.
Ιωαννίδης, Andrea Paola Rojas Gil, Π. Σαράφης, Α. Κανδιάς, Ε. Μπακόλα, Θ.Κ. Κωνσταντινίδης
και Σ. Ζύγα. σσ. 116. Εκδ. Εργαστήριο Υγιεινής και Προστασίας Περιβάλλοντος, Τμήματος Ιατρικής
Δ.Π.Θ. Αλεξανδρούπολη, 2013.
2. Θ.Κ. Κωνσταντινίδης και Αλέξης Μπένος (εκδ.), Πρόληψη επαγγελματικών νοσημάτων.
International Labour Organization. Μετάφραση: Eφη Τσαντάκη, Ιωάννης Παντελίδης και Μιχάλης
Καργάκης. σσ. 22. Εκδ. Ελληνικό Ινστιτούτο Υγιεινής και Ασφάλειας της Εργασίας. Θεσσαλονίκη,
2013.
3. Jeliazko Hristov, John Kyriopoulos, T.C. Constantinidis and E. Shipkovenska (eds.), Public
Health and Health Care in Greece and Bulgaria: The Challenge of the Cross-border Collaboration. pp.
1305. Ed. Papazissis Publishers. Athens, 2010.
4. Jeliazko Hristov, John Kyriopoulos and T.C. Constantinidis (eds.), Public Health and Health Care
in Greece and Bulgaria: The Challenge of the Cross-border Collaboration. Book of Abstracts. pp. 128.
Ed. Centre of Diseases Control and Prevention, Athens, Laboratory of Hygiene and Environmental
Protection, Medical School of Democritus University of Thrace, Alexandroupolis, Medical University of
Plovdiv, Medical University of Sofia, Sofia, Faculty of Public Health, Plovdiv, National School of Public
Health Faculty of Public Health, Athens, 4rth District Health Directorate of Macedonia and Thrace,
Thessaloniki. Alexandroupolis, 2009.
5. Θ.Κ. Κωνσταντινίδης (επιστημονική επιμέλεια έκδοσης), Βιοστατιστική και Επιδημιολογία με απλά
λόγια. σσ. 108. Εκδ. Boehringer Ingelheim, Εργαστήριο Υγιεινής και Προστασίας Περιβάλλοντος,
Τμήματος Ιατρικής Δ.Π.Θ. Αθήνα, 2007. Επανέκδοση. Αθήνα, 2008.
6. Θ.Κ. Κωνσταντινίδης και Σ. Κάλφας (εκδ.), Υγιεινή και Ασφάλεια της Εργασίας στο χώρο του
Οδοντιατρείου. σσ. 126. Εκδ. Ελληνικό Ινστιτούτο Υγιεινής και Ασφάλειας της Εργασίας.
Θεσσαλονίκη, 2004.
139
Επιμέλεια έκδοσης βιβλίων (εξώφυλλα)
140
01
Οδηγίες του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας για την Υγιεινή των Χεριών στη Φροντίδα Υγείας (Σύνοψη). σσ.
116.
Σ. Ζύγα, Μ. Μαλλιαρού και Θ.Κ. Κωνσταντινίδης (εκδ.)
Μετάφραση: Μ. Μαλλιαρού, Α. Ιωαννίδης, Andrea Paola Rojas Gil, Π. Σαράφης, Α. Κανδιάς, Ε.Μ πακόλα,
Θ.Κ. Κωνσταντινίδης και Σ. Ζύγα
Εκδ. Εργαστήριο Υγιεινής και Προστασίας Περιβάλλοντος, Τμήματος Ιατρικής Δ.Π.Θ. σσ. 128.
Αλεξανδρούπολη, 2013.
141
02
Πρόληψη επαγγελματικών νοσημάτων. International Labour Organization.
Θ.Κ. Κωνσταντινίδης και Αλέξης Μπένος (εκδ.)
Μετάφραση: Eφη Τσαντάκη, Ιωάννης Παντελίδης και Μιχάλης Καργάκης
Εκδ. Ελληνικό Ινστιτούτο Υγιεινής και Ασφάλειας της Εργασίας. σσ. 22. Θεσσαλονίκη, 2013.
142
03
Public Health and Health Care in Greece and Bulgaria: The Challenge of the Cross-border Collaboration.
Jeliazko Hristov, John Kyriopoulos, T.C. Constantinidis and E. Shipkovenska (eds.)
Ed. Papazissis Publishers. pp. 1305. Athens, 2010.
143
04
Public Health and Health Care in Greece and Bulgaria: The Challenge of the Cross-border Collaboration.
Book of Abstracts.
Jeliazko Hristov, John Kyriopoulos and T.C. Constantinidis (eds.)
Ed. Centre of Diseases Control and Prevention, Athens, Laboratory of Hygiene and Environmental Protection,
Medical School of Democritus University of Thrace, Alexandroupolis, Medical University of Plovdiv, Medical
University of Sofia, Sofia, Faculty of Public Health, Plovdiv, National School of Public Health Faculty of Public
Health, Athens, 4rth District Health Directorate of Macedonia and Thrace, Thessaloniki. pp. 128.
Alexandroupolis, 2009.
144
05
Βιοστατιστική και Επιδημιολογία με απλά λόγια.
Θ.Κ. Κωνσταντινίδης (επιστημονική επιμέλεια έκδοσης)
Εκδ. Boehringer Ingelheim, Εργαστήριο Υγιεινής και Προστασίας Περιβάλλοντος, Ιατρικής ΔΠΘ. σσ. 108.
Αθήνα, 2007. Επανέκδοση. Αθήνα, 2008.
145
06
Υγιεινή και Ασφάλεια της Εργασίας στο χώρο του Οδοντιατρείου.
Θ.Κ. Κωνσταντινίδης και Σ. Κάλφας (εκδ.)
Εκδ. Ελληνικό Ινστιτούτο Υγιεινής και Ασφάλειας της Εργασίας. σσ. 126. Θεσσαλονίκη, 2004.
146
Λογισμικό γιά χρήση σε ηλεκτρονικούς υπολογιστές
1. T.C. Constantinidis, Reciever-Operator Characteristic curve (R.O.C. curve) using a spreadsheet
package. Ed. Laboratory of Hygiene. Medical School of Aristotle University of Thessaloniki.
Thessaloniki, 1998.
2. Θ.Κ. Κωνσταντινίδης, Μελέτη θνησιμότητας του πληθυσμού της Μακεδονίας. Υπολογισμός του
αδρού συντελεστή θνησιμότητας (CDR), του συντελεστή αναλογικής θνησιμότητας (PMR) και του
προτυπωμένου συντελεστή θνησιμότητας (SMR), κατά Νομό και κατά ηλικιακές ομάδες και των
επιμερισμένων μεγεθών τους κατά αιτία θανάτου. Eκδ. Εργαστήριο Υγιεινής, Ιατρικής Σχολής Α.Π.Θ.,
Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Πέλλας. Διεύθυνση Προγραμματισμού. Εδεσσα, 1996.
3. T.C. Constantinidis, Greek population mortality rates (1956-1985). Crude Death Rate (CDR),
Standardized Death Rate (SDR), Index of Comparative Mortality (ICM). Ed. Laboratory of Hygiene.
Medical School of Aristotle University of Thessaloniki. Thessaloniki, 1995.
4. T.C. Constantinidis, ex life-Greek abridged period life tables with cause-of-death elimination (19571984). Laboratory of Hygiene. Medical School of Aristotle University of Thessaloniki. Thessaloniki,
1995.
5. T.C. Constantinidis, Regional Differences in Mortality of the Population of Macedonia-Greece.
[http://www.pella.expertnet.gr/mort.net]. Ed. Laboratory of Hygiene. Medical School of Aristotle
University of Thessaloniki, Prefecture of Pella (Macedonia-Greece). Edessa, 1995.
6. Θ.Κ. Κωνσταντινίδης και Δ.Ι. Κόντος, Σύστημα μηχανοργάνωσης της Διεύθυνσης Υγείας-Πρόνοιας
Ν. Πέλλας. Eκδ. Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Πέλλας. Εδεσσα, 1994.
7. Θ.Κ. Κωνσταντινίδης, MORT. Version 1.0 Σύστημα διαχείρισης των δεικτών θνησιμότητας στην
Ελλάδα κατά φύλο, ηλικία και αιτία θανάτου. Εκδ. Εργαστήριο Υγιεινής, Ιατρικής Σχολής Α.Π.Θ.
Θεσσαλονίκη, 1992.
8. T.C. Constantinidis, SPSM. Version 88.3 (Statistical Package for Social Medicine). Part I:
Descriptive Statistics, Part II: Descriptive Statistics, Regression Analysis, Part III: Hypothesis tests.
Ed. Laboratory of Hygiene. Department of Social Medicine and Mental Health. Medical School of
Aristotle University of Thessaloniki. Thessaloniki, 1988.
9. T.C. Constantinidis, SPSM. Version 87.2 (Statistical Package for Social Medicine). Ed. Laboratory of
Hygiene. Department of Social Medicine and Mental Health. Medical School of Aristotle University of
Thessaloniki. Thessaloniki, 1987.
10. T.C. Constantinidis, SPSM. Version 85.1 (Statistical Package for Social Medicine). Ed. Laboratory of
Hygiene. Department of Social Medicine and Mental Health. Medical School of Aristotle University of
Thessaloniki. Thessaloniki, 1985.
147